Υπέρβαση ή πολιτική αυτοκτονία για τον Τσίπρα και τον ΣΥΡΙΖΑ;

Του Γιάννη Σιδηρόπουλου

Οι οριακά υπέρ του Αλέξη Τσίπρα εντυπώσεις στο debate της Δευτέρας ακολουθούν το μοτίβο της οριακής νίκης που του δίνουν οι δημοσκοπήσεις στην εκλογική αναμέτρηση της Κυριακής και μαρτυρούν  ότι εύκολα ή δύσκολα παίρνει την εντολή που ζήτησε, ενδεχομένως και καθαρή, αν επιβεβαιωθούν ορισμένα ευρήματα που απομακρύνουν το σενάριο του «δεξιού ατυχήματος». Βέβαια είναι λίγο πρωτόγνωρο αυτό που συμβαίνει με τις δημοσκοπήσεις όπου οι δύο  κύριοι μονομάχοι διαθέτουν διαφορετική εικόνα από αυτή που "φωτογραφίζουν" οι μετρήσεις αλλά βολεύονται μέχρι τώρα, αυξάνοντας τη συσπείρωση και μειώνοντας τις διαρροές τους.

Την επόμενη μέρα δεν υπάρχει τίποτε εύκολο για τον Τσίπρα. Είτε πρέπει να πραγματοποιήσει την υπέρβαση και να κυβερνήσει με ένα άλλο μοντέλο χωρίς αυταπάτες είτε πρέπει να αυτοκτονήσει πολιτικά αποδεχόμενος τις «αναγκαιότητες» της εθνικής συνεννόησης που καλλιεργούνται αυτό το διάστημα από το πολιτικό και το μιντιακό κατεστημένο. Η πρόκληση είναι μπροστά μας:

Το πρώτο σενάριο αυτοκτονίας

Η απόλυτη αυτοκτονία θα ήταν να ενδώσει στις πιέσεις για την «ανάγκη» συγκρότησης κυβέρνησης συνεργασίας, τεχνοκρατών, οικουμενικής ή όπως αλλιώς θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ένα τέτοιο σχήμα όσων ονειρεύονται ένα νέο ’89 για να σταματήσουν τον πολιτικό χρόνο και να εξαντλήσουν το πολιτικό κεφάλαιο του Τσίπρα μέσα σε λίγους μήνες. Ένα ακολούθημα του πολιτικού κατακερματισμού και της αποϊδεολογικοποίησης  που οικοδομείται από την συνύπαρξη πολλών, ετερόκλητων, ακόμη και γραφικών, σχηματισμών που πρωταγωνιστούν στην πολιτική  συζήτηση και φαίνεται να εκπροσωπούνται στη επόμενη Βουλή.  Τα σενάρια αυτά διακινούνται ή επιχειρείται να επιβληθούν με μανία  από τις ίδιες γκροτέσκες περσόνες  που σχετικά πρόσφατα κοινολογούσαν  το σενάριο της «σοβαρής» Χρυσής Αυγής. (Μπορεί σήμερα να μοιάζουν με κακό όνειρο οι μέρες του Μουρούτη και του Μπαλτάκου αλλά για τη χώρα ήταν ένας εφιάλτης).

Προφανώς ο ίδιος ο Τσίπρας έχοντας θέσει ως κεντρικό πολιτικό δίλημμα των εκλογών το παλιό απέναντι στο νέο και τη διαφοροποίησή του από το φθαρμένο πολιτικό προσωπικό, έχει κόψει κάθε πιθανή γέφυρα παρά τις παρακλήσεις που εκφράζουν όσοι θα ήθελαν η μνημονιακή κολυμπήθρα μιας τέτοιας «παρά φύσιν» συνεργασίας, να ξεπλύνει το πολιτικό κατεστημένο είτε να λερώσει μέσα στα βρώμικα νερά της συνύπαρξης  όσους ακόμη αυτοσυστήνονται ως καθαροί .  Να δικαιώσει, δηλαδή, όσους θα ήθελαν να επιβεβαιωθεί το βολικό λαϊκίστικο αφήγημα «όλοι ίδιοι είναι»  σε αντιδιαστολή με την ατζέντα  της διαφθοράς και της διαπλοκής, που ανοίγει ο Τσίπρας έστω και ετεροχρονισμένα σε σχέση με τον κυβερνητικό του βίο.

Οι αντιφάσεις που καλλιεργούνται

Όμως σε αυτή  τη ρητορική του ΣΥΡΙΖΑ υπάρχουν επίσης αντιφάσεις που θα διαχειριστεί με δυσκολία την επόμενη μέρα. Η πρώτη από αυτές αφορά στις χαώδεις ιδεολογικές διαφορές που επικαλείται για να ξεκόψει κάθε σκέψη  συνεργασίας με τη ΝΔ αλλά, μοιραία, συνεχίζουν να υφίστανται με τον βολικό εταίρο των ΑΝΕΛ, τη στιγμή που το μνημονιακό-αντιμνημονιακό δίπολο έχει πάψει να προσφέρει πολιτική νομιμοποίηση στην, κατά τα άλλα έντιμη, συνεργασία τους. Κατά δεύτερο λόγο η επαναφορά της ορολογίας «προοδευτική» για την κατεύθυνση μιας κυβέρνησης – που θυμίζει την τακτική με την οποία η σοσιαλδημοκρατία λεηλατούσε για δεκαετίες την Αριστερά-  θεωρητικά περιλαμβάνει και  το ΠΑΣΟΚ στους πιθανούς εταίρους μιας διακυβέρνησης με αυτό το πρόσημο.

Είναι όμως κάτι που έρχεται σε σύγκρουση με το δίλημμα που η ίδια η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ έχει θέσει για το παλιό και το νέο,  πόσο μάλλον όταν αυτό το ΠΑΣΟΚ δείχνει μια ανεξήγητη εμμονή να νοσταλγεί  το παρελθόν του.  Όμως ακόμη και αν βρεθεί κοινός βηματισμός υπό αυτό τον όρο, πώς θα χωρέσει τους ΑΝΕΛ το προοδευτικό πρόσημο; (Ίσως πάλι  χρειάζεται να επανακαθοριστεί η βάση της «έντιμης συνεργασίας» όπως αυτή περιγράφηκε στο προηγούμενο κυβερνητικό σχήμα όπου συχνά η κοινοβουλευτική αναλογικότητα υποχώρησε μπροστά σε μια εθνικολαϊκή ατζέντα, που δοκίμασε έντονα τη συνοχή του ΣΥΡΙΖΑ και ίσως να συντήρησε άθελα, σε αυτό το επίπεδο, μηχανισμούς του παλαιοκομματισμού)

Μήπως, θέτοντας διλήμματα και μειώνοντας τους άξονες των συναρτήσεων για τις πιθανές συνεργασίες, ο ΣΥΡΙΖΑ εγκλωβίζεται σε ένα πεδίο με περιορισμένες επιλογές;  

Το δεύτερο σενάριο… και η υπέρβαση!

Από το είδος της πολιτικής συμφωνίας που μπορεί να προκύψει την επόμενη μέρα με τους πιθανούς του εταίρους, ο ΣΥΡΙΖΑ θα επιχειρήσει  να αποφύγει ένα δεύτερο –πιο ήπιο- σενάριο πολιτικής αυτοκτονίας, που θα ήταν ένα δυσλειτουργικό και ανομοιόμορφο ως προς τις πολιτικές αλλά και τις ιδιοτέλειες, κυβερνητικό σχήμα που σταδιακά θα εξαντλούσε το πολιτικό κεφάλαιο του Τσίπρα, με πιο αργό ρυθμό,  αυτή τη φορά μέσα στην επίπονη καθημερινότητα και την αδυναμία χάραξης αποφασιστικού κυβερνητικού έργου, που είναι το ζητούμενο.

Φαίνεται όμως πως η  υπέρβαση που απαιτείται για την επόμενη μέρα δεν εξαρτάται μόνο από τις πιθανές συνεργασίες αλλά και από τον ίδιο τον -απρόβλεπτο- ΣΥΡΙΖΑ. Τα λάθη της πρώτης περιόδου διακυβέρνησης είναι γνωστά  και  η έλλειψη συντονισμού προφανής, έστω και με ελαφρυντικά. Αυτό που απαιτείται την επόμενη μέρα είναι να υπερβεί τις αγκυλώσεις που αποδείχτηκε πως έχει η Αριστερά, τις βεβαιότητες  με τις οποίες πολιτεύτηκε ο ΣΥΡΙΖΑ και διαψεύστηκαν σε καίριες πτυχές του κυβερνητικού έργου,  την διαχείριση της καθημερινότητας για ένα κόμμα που υποσχόταν ότι έχει τις λύσεις  για όλα, την αποφασιστικότητα στις τομές που απαιτούνται από την πρώτη μέρα για να μην απολέσει γρήγορα την ευκαιρία που  δίνουν στον Τσίπρα – άλλοι απλόχερα και άλλοι με φειδώ- επειδή  έχει πείσει πως τη δικαιούται.

Αλλά και η προστασία των συλλογικών διαδικασιών σε ένα κόμμα που βαδίζει με μεγαλύτερη περιουσία του, τη δημοφιλία του αρχηγού του, προδιαθέτει για μια δύσκολη ισορροπία που πρέπει να  διατηρηθεί εντός των τειχών. Ένα μοντέλο λειτουργικό απαιτεί μεγαλύτερη πυγμή  που όμως υποβαθμίζει τη συλλογικότητα (όπως ήδη έχει κατηγορηθεί στο εσωτερικό). Παράλληλα πρέπει να καθοριστεί με σαφήνεια ο διακριτός ρόλος κόμματος και κυβέρνησης και να εξασφαλιστεί η ξεκάθαρη επίδραση των ιδεών της Αριστεράς σε τομείς  όπου παρατηρήθηκε «υποχώρηση» στην πρώτη περίοδο του ΣΥΡΙΖΑ. Έχοντας κατακτήσει πάντως το ρεαλισμό, πια…

Επίτευγμα η νίκη πράγματι αν…

Ο ΣΥΡΙΖΑ οδεύει προς  μια νίκη που -αν ολοκληρωθεί - θα αποτελέσει μάλλον επίτευγμα για ένα κόμμα που διασπάστηκε την ημέρα που προκηρύχθηκαν οι εκλογές, απέναντι σε δύο αντιπάλους που μόλις απαλλάχτηκαν από αντιδημοφιλείς αρχηγούς,  με τη νεολαία του ουσιαστικά διαλυμένη και τους κύριους μηχανισμούς κινητοποίησης απενεργοποιημένους, με το Γραμματέα του κόμματος να παραιτείται λίγες εβδομάδες πριν τις εκλογές, την ώρα που η εικόνα που εκπέμπουν στις τηλεοράσεις αρκετά από τα στελέχη του είναι η πλέον ακατάλληλη για αυτή τη συγκυρία. Με το επιχειρηματικό και μιντιακό σύστημα αρκετά πιο έξυπνο ώστε να μην του προσφέρει απλόχερα (με τη λυσσαλέα πολεμική του) το επιχείρημα της αντισυστημικής δύναμης, όπως συνέβη στο δημοψήφισμα. Πράγματι, υπό αυτές τις συνθήκες μοιάζει με άθλο και πιστώνεται στον Τσίπρα.

Και μάλλον έφτασε επιτέλους η ώρα που το κοινωνικό αποτύπωμα του ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να αντιστοιχηθεί με την εκλογική του βάση, ώστε να μπορέσει να εκφράσει ευρύτερες κοινωνικές ομάδες. Γιατί η προσπάθεια ελέγχου του κράτους και εκσυγχρονισμού της δημόσιας διοίκησης δεν μπορεί να γίνει με όρους παλαιοκομματικού, σε αυτή τη συγκυρία, και είναι  εξέχουσα  αναγκαιότητα η μεταρρύθμισή του. Αρκεί να θυμάται κάποιος διαρκώς για ποιο λόγο ζήτησε και συνεχίζει να ζητά την εξουσία.

Σε αυτές τις συνθήκες όπου δοκιμάζεται η χώρα και, σε μικρότερη κλίμακα,  ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ και η συνέπεια της Αριστεράς, η μοναδική επιλογή είναι η υπέρβαση όλων αυτών των  εμποδίων  γιατί η στασιμότητα θα αποτελεί νέα ήττα και φαίνεται πως ο Τσίπρας είναι η τελευταία ελπίδα Δεν είναι δυνατόν να γίνει χωρίς επίπονες αποφάσεις  για τον ίδιο αλλά αυτό είναι τελικά που διαφοροποιεί τους Πρωθυπουργούς από τους ηγέτες...