Γιατί την Κυριακή των εκλογών θα πάω για ψάρεμα

της Νάντιας Κατσαρού

Η αποχή από αυτές τις εκλογές στην μετά το τρίτο μνημόνιο εποχή, είναι μια τάση ισχυρότερη κι από την αντίστοιχη που επικρατούσε στην εποχή του πρώτου μνημονίου.

Ας πάμε να θυμηθούμε αυτό το μαγευτικό παραμύθι στο οποίο ζούμε την τελευταία πενταετία. Ήταν 23 Απριλίου του 2010 κι ο τότε πρωθυπουργός, ο εορτάζων Γιωργάκης Παπανδρέου, αντί να το κάψει, ως όφειλε μέρα που ήταν, ρίχνοντας καμιά ζεϊμπεκιά, από αυτό που μόνο αυτός ξέρει να ρίχνει (αν και στη συνέχεια φάνηκε πως μια χαρά συνεχίζουν και τη χορευτική παράδοση συριζαίοι και συριζαίες πολιτικοί), μας ανακοίνωσε ότι ξεκινάει μια νέα εποχή για την Ελλάδα, βουτηγμένη στην ύφεση, τη φτώχεια, την ανέχεια, την εκμετάλλευση, τα μνημόνια, τα μνημόνια, τα μνημόνια... Αυτό σε κάποιους άρεσε πολύ γιατί θα μπορούσαν να κερδίσουν από τη φτώχεια των άλλων. Στους περισσότερους όμως δεν άρεσε και άρχισαν να τσινάνε.

Υπήρχε μια ποικιλομορφία στις αντιδράσεις. Οι οποίες οδήγησαν από τη μια σε κάτι που εμείς οι του αριστερού χώρου (γενικώς αλλά όχι αορίστως) ζούσαμε (και ζούμε ακόμη) για να το δούμε: Την πρώτη φορά αριστερά. Από την άλλη όμως, είδαμε και αυτούς που μέχρι τότε γνωρίζαμε ως συμμορία νεοναζιστών να γίνονται κόμμα και να εκλέγονται με ένα αξιόλογο ποσοστό για να εκπροσωπήσουν τον ελληνικό λαό στο κοινοβούλιο. Βέβαια, η βασική αντίδραση το 2010, στην εποχή του πρώτου μνημονίου, ήταν η απαξίωση των πολιτικών και της πολιτικής, η άποψη πως όλοι είναι ίδιοι και δεν ψηφίζω κανέναν γιατί κανείς δε με εκφράζει κλπ. Τότε ήμουν φανατικά αντίθετη με αυτήν την απαξίωση και ήμουν έτοιμη να πυροβολήσω λεκτικά όποιον απείχε, αποδίδοντάς του ευθύνη για την εισβολή των νεοναζί στο δήμο Αθηναίων, η οποία βέβαια έγινε με την ψήφο που τους έδωσαν οι θυμωμένοι πολίτες. Κι όσο συνεχίζονταν τα μέτρα και τα μνημόνια, τόσο ο θυμός τους έδινε κι άλλες ψήφους στους ναζί. Έτσι θα γίνει και τώρα. Εκεί που λέγαμε ότι γλιτώσαμε από τους δυνάστες μας, πράγμα που θα μπορούσε να αποδυναμώσει το νεοναζιστικό μόρφωμα και να στείλει στις ποντικότρυπές τους όσους θα έχουν απομείνει, η πρώτη-φορά-αριστερά μας το γύρισε, επομένως κανείς δεν πρέπει να απορήσει αν δει τους χρυσαυγίτες να αυξάνουν θεαματικά τη δύναμή τους σ’ αυτές τις εκλογές. Και κανείς δεν πρέπει να ανησυχήσει για τον κίνδυνο που διατρέχει η δημοκρατία μας από δαύτους. Η δημοκρατία έχει ήδη καταλυθεί. Αν υπήρχε κάποιο ίχνος της, τέτοια φαινόμενα δε θα υπήρχαν ούτε ως υποψία.

Αυτή τη φορά δε θα κατηγορήσω κανέναν για την απαξίωση στις εκλογές που θα ενισχύσει τους νεοναζί. Αυτό αξίζει και στη χώρα και στους πολίτες της που δεν καταλαβαίνουν από φτύσιμο και νομίζουν ότι βρέχει δροσοσταλίδες στην εποχή του καύσωνα. Αυτή τη φορά, και έχοντας την εμπειρία της πρώτης φοράς αριστερά, την ανεπάρκεια όσων είχαν βολευτεί σε θέσεις εξουσίας και δεν έκαναν τίποτα για να τη συγκρατήσουν όταν άρχισε η κατρακύλα (σ’ αυτούς βασιζόμασταν όσοι δεν αντιμετωπίζαμε τον Τσίπρα ως Μεσσία κι είχαμε μια υποψία πως κάποια στιγμή θα κάνει απότομη στροφή προς τα δεξιά), παρά μόνο όταν λουστήκαμε την τρίτη καταδίκη μας, αποχώρησαν με το κεφάλι ψηλά –λέμε τώρα- για να διεκδικήσουν ξανά μια θέση στο κοινοβούλιο.

Αυτή τη φορά γελάω με όλο αυτό το εκλογιάτικο πανηγύρι που έχει στηθεί, αν και κατά βάθος πιστεύω πως είμαστε για κλάματα. Ζούμε σε μια χώρα που εφαρμόζει μνημόνια που ορίζουν εκβιαστικά αυτοί που έχουν τον τίτλο των εταίρων (οι οποίοι ωστόσο μας αντιμετωπίζουν ως εταίρες) αλλά δεν εφαρμόζονται τα αποτελέσματα εκλογών και δημοψηφισμάτων. Αυτή τη φορά γελάω και με τα χάλια μου, επειδή πίστεψα πως θα έρθει η αριστερά και θα φέρει την αλλαγή που θα σαρώσει σε λίγο καιρό όλη την καπιταλιστική Ευρώπη. Γελάω με την αφέλειά μου και με το γεγονός ότι, παρά τις επιφυλάξεις μου, μου πέρασε από το μυαλό ότι ο κόσμος θ’ αλλάξει.

Και ορίστε. Άλλαξαν όλα. Και η αριστερά έγινε άγριος καπιταλισμός στις υπηρεσίες των αρχικαπισταλισταράδων της Ευρώπης. Μας επέβαλαν να κυβερνώμαστε από τα κεντρικά και να μην ξεφεύγουμε από τις εντολές τους. Και ψάχνω να βρω το νόημα των εκλογών. Το λόγο που μας καλούν να αποφασίσουμε με την ψήφο μας ποιος θα εφαρμόσει τη Γερμανική πολιτική στη χώρα μας. Ποιος θα είναι ο επόμενος Τσολάκογλου.

Ωραία η κωμωδία που στήσανε, αλλά δε θέλω να παίξω. Εξάλλου, και μέχρι τώρα που έπαιζα, ήμουν σε ρόλο κομπάρσου και μάλιστα απλήρωτου. Μόνο με αυτοοργάνωση και συνεργατικότητα, όλοι μαζί και κόντρα στις πολιτικές τους, θα μπορέσουμε να ξεφύγουμε. Ο κόσμος δε θα αλλάξει με τις εκλογές. Τον κόσμο θα τον αλλάξουμε αν μεταφερθούμε σε άλλο κόσμο. Τον δικό μας. Στον δικό τους αποδείχτηκε ότι δεν έχουμε καμιά δουλειά.

Η περίπτωσή μας ταιριάζει απολύτως με το ανέκδοτο που καταλήγει (ή αρχίζει): «δε γαμείς που δε γαμείς, δεν πας για κάνα ψάρεμα;» Ναι, λοιπόν. Θα πάω.