Ο Κροταλίας (βρες τους ηγέτες για τις Ευρώπες σου)

του Νίκου Παναγιωτόπουλου

Λένε πως, άμα έχεις ένα σκύλο χρόνια, από κάποιο σημείο και μετά, ή αυτός θα μοιάζει με σένα ή εσύ σε αυτόν. Εγώ πάντως, όταν στάλθηκα να υπηρετήσω σαν πυροτεχνουργός τη μαμά πατρίδα μέσω Αεροπορίας, ούτε σκύλος ήμουνα, αλλά ούτε και σκύλο είχα. Σα σκύλος βέβαια έτρεχα, αλλά αυτό μάλλον δεν ενδιαφέρει, μιά και στα δύο χρονάκια ακριβώς, πήρα των οματιών μου και την έκανα για να ασκήσω επιτέλους το επάγγελμα που σπούδασα με «εκπληρωμένες στρατιωτικές υποχρεώσεις».

Αν με ρωτήσεις βέβαια τώρα, πότε τελικά ήσουν σκύλος και πότε έμοιαζες του εαυτού σου, θα σούριχνα μια στα μούτρα, γιατί δε φταίω τόσο εγώ που τα γράφω, αλλά είσαι και αναιδής εσύ που τα ρωτάς και μου σηκώνεις μια φορά ακόμη ουρά και τρίχες.

Γουστάριζα που θα υπηρετούσα στην Πολεμική Αεροπορία.

Με γούσταρε κατά τα φαινόμενα κι αυτή, αν και κάποια στιγμή παραλίγο να με ρίξει σε κάτι σαγόνια Αεροδικείου για ανυπακοή σε αξιωματικό και διαταγή.

Ποιός τα σκέφτεται όμως τώρα αυτά.

Εγώ, σε αυτή τη μονάδα που υπηρέτησα, πέρα και από τις εξουδετερώσεις βομβών που χτύπαγα δύο το μήνα, γούσταρα περισσότερο αυτό το φορτηγό με τις τέσσερις μονές ρόδες και τους περίεργα αραιοκατοικημένους μπακλαβάδες τους.

Ήταν Mercedes, αλλά περίεργο ρε παιδί μου.

Καταρχήν ήταν πανύψηλο! Ανέβαινες καβαλώντας δύο σκαλοπάτια και ζήτω που κάηκες έτσι και ήσουν έστω και καθ υποψίαν κοντός. Κίνηση και στους τέσσερις τροχούς και φυσικά Diesel. Η καμπίνα τέλος ήταν τετράγωνη και οι πόρτες με νεύρα απέξω!

Ε και; Θα μου πεις και δίκιο θάχεις.

Λοιπόν άκου. Κάτω από τόνους χρώμα Αεροπορικό μπλε που σκέπαζε τα πάντα, τις «πάω κι έρχομαι» τέντες θαλάμου αλλά και καρότσας, στις πόρτες πάνω αχνοφαινόντουσαν ανάγλυφα αλλά εν πολλοίς ολοκάθαρα τα εμβλήματα του Africa Corps με το φοίνικα του Ρόμελ.

Ε και; θα μου ξαναπείς και μάλλον θα ξανάχεις δίκιο.

LG315/46  λέει  εδώ το δίκτυο ότι λεγόταν το θηρίο. Πρωτοβγήκε λέει το 1956 και κυκλοφόρησε σε 8283 κομμάτια όλα 4x4 και μονότροχα.

Για να μην κολλώνει σε κανένα κατσάβραχο.

Και ρωτάω τώρα εγώ.

Αφού πρωτοκυκλοφόρησε το 56 (σαν και μένα δηλαδή) που βρήκε τους φοίνικες το ρημάδι στις πόρτες να μου αναστατώνει τη ζωή;

Μετά, σε κάποια φάση που έμεινε από φλάντζα μηχανής και βγήκαμε σε αναζήτηση κατασκευαστή με το δείγμα στο χέρι, όταν πέσαμε στα τζιμάνια της Μητροδώρου, εκεί στον Πλάτωνα, γύρισε ο Γιώργος ο Κρητικός στο Γιάννη τον Ψωμά που τον είχε συνεταίρο στο συνεργείο για τα σκατατζίδικα («Ο Πρόθυμος», ο «Μιά κι έξω», ο «Αχόρταγος», ο «Μαύρος Γάτος» για να θυμηθώ μερικά απο δαύτα τιμής ένεκεν) και είπε το αμίμητο :

-Ρε συ Ψωμά, πόσα χρόνια έχεις να δεις φλάντζα απο Κροταλία; Ναι μα την Άγια Παντόφλα, είναι από Κροταλία. Δεν είναι έτσι ρε φανταράκια;

-Έτσι είναι μάστορα έγνεψαν οι δύο Μογγόλοι (από το Μ.Ο. = μηχανικός / οδηγός) που ήταν μαζί μου.

Ο Κροταλίας ήταν τελικά απροσδιόριστος.

Ή μήπως δεν ήταν;

Ήταν φαντάρος και το γούσταρε, μόνο που δεν ξέρουμε από πότε.

Όποτε κείνο το μαραφέτι που λεγόταν «προθέρμανση» γύριζε στο να «πάρει μπροστά», τριγμοί οδυρμοί, ταρακουνήματα πετραιλεΐλα και κροταλίσματα   γυρνάγανε στα αυτιά της γαλαζογκρί μου ψυχής.

Έτσι όμως και ήσουν επάνω, ήσουν εμίρης, δε σ’ έπιανε κανείς.

Από την άλλη όμως, για στάσου.

Είτε το θες είτε όχι, διατάχτηκε να χτυπηθεί σε μια μάχη που είχε από χέρι χάσει χωρίς καν να ξεκινήσει.

Πιθανότατα το πάλεψε.

Μπορεί και όχι.

Άλλωστε, άλλοτε σου σηκώνονται οι τρίχες και άλλοτε όχι.

Το σίγουρο είναι πως στο τέλος της ζωής του, διατάχτηκε να κάνει παρέα σε κάτι μαμόθρεφτα που τα φωνάζαν REO ή Καναδέζες μπας και τα κάνει να βρωμάνε βενζίνα λιγότερο ή να λένε το μάθημα πιο γρήγορα.

Άδικος κόπος.

Κάθε που έπιανε χιόνι, βροχή, ή κατρακύλα μογγόλου, ο Κροταλίας έβγαινε στο κατόπι και τους ξεσκάτιζε για πλάκα. Γιατί εκεί που αυτός τάφερνε βόλτα αεράτα, όλοι οι προηγούμενοι κολλάγανε ιστορικά και εξ ορισμού.

Γύρναγες βράδυ στα παρκαρισμένα αμάξια της μονάδας και έβλεπες τον Κροταλία πρακτικά εν τέλει μόνο του, περιτριγυρισμένο από άλλους που ίσως και νάχε πολεμήσει στην άμμο της Αφρικής.

Και που πιθανότατα δε γούσταρε.

Αλλά από δαύτους έγραψε τελικά η ιστορία ότι είχε χάσει.

Τον έκαναν να χάσει, λέω γω.

Γι’ αυτό και μέσα σε αυτόν διάλεξα να κλάψω μόνος μου το κλάμα του φαντάρου.

Να καπνίσω το τσιγάρο της αναμονής και της ανημποριάς του «μέσα».

Για ένα γαμώτο που τότε φάνταζε βουνό και σήμερα το ακούω ακόμη να ρωτάει :

-Έκανα καλά;

Ποιός ξέρει.

Εδώ δεν μάθαμε ποτέ αν ο Κροταλίας πολέμησε, τις δικές σου κλάψες θα σκεφτούμε;

-Τότε καλά ή σήμερα; Πότε η μάχη πότε ο πόλεμος;

Τότε; Σήμερα; Αύριο; Στην άμμο; Στα χιόνια; Στις βροχές;

-Μπα, στα ΑΤΜ και τις Εφορίες.

Στις Ευρώπες και τις ληστοσυμμορίες τους.

Στις «Ο Πρόθυμος», ο «Μιά κι έξω», ο «Αχόρταγος», ο «Μαύρος Γάτος» Τράπεζες και στα μούτρα τους.

Ξέρεις πιά.

Αυτά που ο Κροταλίας διατάχτηκε να πολεμήσει ξέροντας  από την αρχή ότι θα χάσει αν και καλύτερος. Λες νάναι ο τελικά ο μπαγάσας του 56 και μας δουλεύει ψιλό γαζί;

Μήπως δεν είμαστε όλοι εμείς του 56 του 1956 αλλά και πιο κουρασμένοι ακόμα;

Ή μήπως όχι;

Μέσα σε κείνο το άνοιγμα το χωρίς χόρτα και με σκόρπιους εδώ κι εκεί τους λεκέδες - κλάματα από τα λάδια στο χώμα,  φάνταζε πάντα τα βράδυα ανάμεσα στις λιμές των άλλων φιγούρες τόσο μόνος, μα τόσο μόνος...

Μες τις Ευρώπες πάντως φίλε μου και κατά τις γραφές,

8283 Κροταλίες μόνο μας φτιάξαν.

Μπορεί και νάναι αλήθεια...

Δεν ξέρω αν μετά απ’ αυτά σηκώνονται σε σένα ουρά και τρίχες ή όχι.

Εδώ και κάτι χρόνια πάντως, γαυγίζουμε στο ίδιο σκυλόσπιτο ξέρεις...

Ναι, αυτό που γέμισε ποντίκια.

Γιατί ο περίγυρος λέει είναι κουφός και οι Κροταλίες χαθήκαν.

Ή μήπως όχι;

 

Μετά το ντιμπέϊτ παραμύθι της Χιονάτης με τους επτά νάνους και περιμένοντας  χωρίς καθόλου αγωνία - σε διαβεβαιώ - τό πιθανό καρτούν Συλβέστρου και Τουήτι (όπου ευελπιστώ στο ρόλο της Γιαγιάς να μην ξαναπαίξει η Χιονάτη γιατί δεν θα το αντέξω), είναι βέβαιο τελικά ότι το πρόβλημα έχει επιεικώς αχαρακτήριστες ρίζες, αλλά καταντά και ιδιαίτερα κουραστική η περαιτέρω ενασχόληση μαζί του.

Είναι στοιχειωδώς θέμα αισθητικής χωρίς να ξεχνάμε ότι και η όποια ανοχή έχει κι αυτή τα όριά της.

Προσωπικά, βαρέθηκα τα «Πέρασαν αυτοί καλά αλλά εμείς την πληρώνουμε», ή ακόμη και την αποχώρηση υπο καθεστώς ηλιοβασιλέματος του βασικού μας ήρωα μπας και κλείσει η ιστορία με την Καλάμιτυ και αρχίσει η νέα με τους Ντάλτον.

Άκου Ραν Ταν Πλαν, μου λένε όλοι με θράσος, κοιτώντας με απ’ το παράθυρο.

Σκυλί που γαυγίζει δεν το φοβάσαι.

Εγώ, ο Ραν Ταν Πλαν της ιστορίας, ένα μονάχα θα σας πω και να το θυμάστε.

Όλοι.

Ξέρω πολύ καλά να δαγκώνω.

Μόνο που δε βρέθηκε ακόμη κάποιος ψηλός και μονότροχος για να μου πεί «Κάντο».