Μέριλ Στριπ

Μεγάλο ατού της ταινίας του Τζόναθαν Ντεµ είναι η µουσική σκηνοθεσία της, τοµέας στον οποίο άλλωστε ο ίδιος θεωρείται αυθεντία από την εποχή του «Stop Making Sense» και των υπόλοιπων µουσικών ντοκιµαντέρ που έχει δηµιουργήσει. Ετσι, µε συνοπτικές διαδικασίες η 66χρονη Στριπ έµαθε να παίζει κανονικά κιθάρα, ενώ οι The Flash, η µπάντα της δηλαδή, αποτελείται, εκτός από τον Ρικ Σπρίνγκφιλντ, και από άλλους εξαιρετικούς µουσικούς, οι οποίοι ερµηνεύουν όλες τις συναυλιακές σεκάνς του φιλµ ζωντανά, χωρίς ίχνος voice over ή άλλη από τις συνηθισµένες διευκολύνσεις που προσφέρει σε αυτές τις περιπτώσεις το σινεµά. Για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος, το γκρουπ πέρασε δεκάδες ώρες πρόβας προκειµένου να δέσει η χηµεία µεταξύ τους και εν ολίγοις να µετατραπούν σε κανονικό ροκ µουσικό σχήµα. Επιπλέον, η ίδια η Στριπ τραγουδά µε την πειστικότητα και (κυρίως) το στυλ της ροκ σταρ, αποκαλύπτοντας άλλη µία πτυχή του σχεδόν... ενοχλητικού ταλέντου της.

Εστειλε µια επιστολή σε κάθε µέλος του αµερικανικού Κογκρέσου, παρακινώντας τους να αναθερµάνουν τη µάχη για την ψήφιση της αναθεώρησης του Συντάγµατος ώστε να κατοχυρωθεί η ισότητα µεταξύ των δύο φύλων, κάτι το οποίο ακόµη και σήµερα δεν ισχύει τυπικά στις ΗΠΑ. Στην ταινία «Η Ρίκι και η ροκ», την πρώτη από τις πολυαναµενόµενες της φετινής σοδειάς, η σπουδαία ηθοποιός υποδύεται µια µεσήλικη αποτυχηµένη σταρ της ροκ, µε µάλλον συντηρητικές αντιλήψεις (ψήφισε δύο φορές Μπους), η οποία γυρίζει µετά από χρόνια στο σπίτι της προκειµένου να αντιµετωπίσει µια οικογενειακή κρίση. Είναι ξεκάθαρο πως η κοινωνικά ευσυνείδητη Μέριλ Στριπ δεν είχε ποτέ πρόβληµα να «µεταµορφώνεται» για τους ρόλους της - το 2012 πήρε το τρίτο της Οσκαρ σε 19 (!) υποψηφιότητες ερµηνεύοντας εκπληκτικά τη Μάργκαρετ Θάτσερ, ενώ η πλούσια καριέρα της περιλαµβάνει διαφορετικούς χαρακτήρες, οι οποίοι σχεδόν πάντα «υποτάσσονται» στο υποκριτικό της δαιµόνιο.

Εδώ πάντως συναντά ξανά µετά από πολλά χρόνια στη µεγάλη οθόνη τον Κέβιν Κλάιν (υποδύεται τον πρώην σύζυγό της), µε τον οποίο είχαν συµπρωταγωνιστήσει και στη συγκινητική «Εκλογή της Σόφι» του 1983. «Πάντα λάτρευα να δουλεύω µε τη Μέριλ, τόσο στο θέατρο όσο και στον κινηµατογράφο. Πρόσφατα παίξαµε τον Ρωµαίο και την Ιουλιέτα, σε µια επί σκηνής ανάγνωση του έργου για το Φεστιβάλ Σαίξπηρ της Νέας Υόρκης. Αυτή ήταν για µένα κορυφαία στιγµή στη µακρά σχέση συνεργασίας µας», είπε πρόσφατα σε συνέντευξή του ο Κλάιν, δηλώνοντας εξίσου χαρούµενος για το αντάµωµά του µε τον σκηνοθέτη Τζόναθαν Ντεµ («Η σιωπή των αµνών») και τη σεναριογράφο του «Juno» Ντιάµπλο Κόντι. Η τελευταία ανέλαβε να δηµιουργήσει τον ιδιότυπο χαρακτήρα της Ρίκι Ρεντάζο, µιας δυναµικής γυναίκας που ακολούθησε το όνειρό της να γίνει ροκ σταρ κόντρα στις δυσκολίες και τις υποχρεώσεις της συµβατικής ζωής. Μεσήλικη πια, η Ρίκι, η οποία δουλεύει σε σούπερ µάρκετ για να πληρώνει τους λογαριασµούς, αναγκάζεται να επιστρέψει στο σπίτι του πρώην συζύγου της, Πιτ, προκειµένου να στηρίξει ψυχολογικά την πρόσφατα χωρισµένη κόρη της - το ρόλο της ερµηνεύει η πραγµατική κόρη της Στριπ, Μάµι Γκάµερ. «Ολοι πρέπει να ζούµε µε τα λάθη µας. Πιστεύω πως [η Ρίκι] εύχεται να τη συµπαθούσαν περισσότερο τα παιδιά της και να την καταλάβαιναν, όµως βλέπει τα πράγµατα ξεκάθαρα. Ζει για τη στιγµή - δρα µε µια παρόρµηση που µοιάζει σχεδόν προστακτική για εκείνη. Είναι ανακούφιση να παίζεις κάποια που δεν αντιδρά µε τον τρόπο που οι άνθρωποι περιµένουν από εκείνη», αναφέρει η Στριπ.

Η πολύπλευρη ιδιοσυγκρασία της Ρίκι δίνει και στη Μέριλ Στριπ κάτι για να «παίξει». Ετσι, από τη µία έχουµε την ονειροπόλο καλλιτέχνιδα που τραγουδά µε πάθος τους ροκ ύµνους του παρελθόντος  και από την άλλη τη µητέρα που σπεύδει να βοηθήσει την κόρη της (αν και δεν ξέρει ακριβώς µε ποιον τρόπο να το κάνει). Εκεί θα βρεθεί επίσης αντιµέτωπη µε έναν οµοφυλόφιλο γιο -κι έναν άλλο χορτοφάγο- καθώς και τον πρώην σύζυγό της που φαίνεται να τρέφει ακόµα αισθήµατα για εκείνη. Ο Κέβιν Κλάιν δίνει τη δική του ερµηνεία επί τούτου: «Νοµίζω πως εξαρτάται από το κοινό να το αποφασίσει αυτό. Η δουλειά του Πιτ (µπίσνεσµαν) περιλαµβάνει διαχείριση ρίσκου. Αν αυτό µας λέει κάτι για την ικανότητά του να αγαπήσει ή την πιθανότητα να φανεί άπιστος στη νυν σύζυγό του, είναι καθαρά υποκειµενικό θέµα».

Παρά το ενδιαφέρον της πλοκής, τα σεναριακά κλισέ -ειδικά στο κοµµάτι των οικογενειακών σχέσεων- δεν λείπουν. Εκεί όµως αναλαµβάνει δράση το καστ: δίπλα στην εξαιρετική Στριπ προστίθεται η ερµηνεία της Μάµι Γκάµερ, η οποία αποδεικνύει ότι δεν µοιάζει µόνο εµφανισιακά µε τη µητέρα της. «Η Μάµι είχε πάντα το δράµα µέσα της, από τριών χρόνων - ή ίσως τριών µηνών. Θαυµάζω την τόλµη της. Είναι δύσκολο να µπεις σ’ αυτήν τη δουλειά µε µια τόσο καταξιωµένη µητέρα, όµως τα παιδιά έχουν µια µοναδική οπτική των γονιών τους κι αυτή δεν είναι να τους τοποθετούν σε κάποιου είδους βάθρο. Ετσι, το να βρει τρόπο να είναι θυµωµένη µαζί µου, να παράγει κανονική οργή, δεν ήταν καθόλου πρόβληµα», δηλώνει χιουµοριστικά η περήφανη µαµά. Επιλογή-κλειδί, τέλος, αποτελεί ο Ρικ Σπρίνγκφιλντ, µεγάλος σταρ της δεκαετίας του ’80, µε µουσική όσο και κινηµατογραφική καριέρα, ο οποίος εδώ υποδύεται τον κιθαρίστα boyfriend της Ρίκι, χαρίζοντας στυλ και αυθεντικό ροκ χαρακτήρα στο φιλµ.

(Του Αιμίλιου Χαρμπή για το περιοδικό Κ της " Καθημερινής")