«Ει δε Σύρος, τι το θαύμα;»

Του Παντελή Μπουκάλα

Πάνε χρόνια τώρα. Σε ταξί. Από το ραδιόφωνο, ανάμεσα στις υπόλοιπες ειδήσεις, ακούγεται κάτι για την Αραβική Ανοιξη. «Μόνο εμείς δεν κάνουμε τίποτα», ακούω τον ταξιτζή, μεσογειακή θωριά, μάλλον να μονολογεί παρά μου απευθύνεται. Τα ελληνικά του, χωρίς τίποτε το ξενικό στην προφορά τους, υπαγόρευσαν το ερώτημά μου: «Εμείς; Εδώ; Στην Ελλάδα;». «Οχι. Εμείς εκεί. Στη Συρία. Στην πατρίδα μου», απαντά, δίνοντας με λίγες λέξεις τη γεωγραφία της πίκρας του. Προσπάθησα να τον πείσω, ξένος εγώ και μακρινός, πως η Ιστορία δεν έχει αφήσει απέξω τη Συρία και πως η τυραννία του Ασαντ θα βρει τους τιμωρούς της. Επέμενε. «Οχι. Δεν ξέρεις. Οι μισοί είμαστε φοβισμένοι κι οι άλλοι μισοί βολεμένοι. Και πολλοί φεύγουν. Οπως εγώ». Δεν είχα πολλά να προσθέσω.

Μπορεί να γύρισε στην πατρίδα του ο Σύρος ταξιτζής, για να πολεμήσει για την ελευθερία της, όταν ξέσπασε ένας εμφύλιος που ακόμα κρατάει, φονικότατος, και τόσο πλουτοφόρος για τις χώρες που εμπορεύονται («νομίμως» και εκνόμως) όπλα. Και να μπλέχτηκε έπειτα στον εμφύλιο μες στον εμφύλιο, με αντικαθεστωτικούς εναντίον αντικαθεστωτικών, τη μια φυλή ή φατρία κατά της άλλης, και με το αίμα να προκαλεί μια μέθη πολύ βαρύτερη από τη μέθη οποιασδήποτε ουσίας. Κι ίσως να ξαναπήρε τον δρόμο της προσφυγιάς, με την απελπισία μοναδικό εφόδιό του πια, όταν η βαρβαρότητα του Χαλιφάτου απέδειξε καλοκάγαθα τα λεγόμενα θηρία. Κι όταν η εδώ βασιλεύουσα μικρόνοια κήρυσσε από τηλεοράσεως πως η έξοδος των μυρίων έγινε επειδή οι άνθρωποι αυτοί, πένητες «ιδιοκτήτες» μιας γυμνής, γυμνότατης ζωής, πήραν το ρίσκο της προσφυγιάς δελεασμένοι τάχα από τα προσκλητήρια του ΣΥΡΙΖΑ· και όχι επειδή τους καταδίωκαν οβίδες, χημικά και μαζικές εκτελέσεις μπροστά στην κάμερα, σκηνοθετημένες από τη φασιστική μανία του «Ισλαμικού Κράτους».

Να βρέθηκε στην Κω στον εικαζόμενο δεύτερο ξενιτεμό του ο ταξιτζής από τη Συρία; Ας το δεχτούμε κι αυτό, αυθαίρετα, όπως και τα υπόλοιπα. Χιλιάδες συμπατριώτες του άλλωστε βρέθηκαν στο νησί αυτό, όπου η στάση των δημοτικών αρχόντων, εκμεταλλευόμενη και την κυβερνητική απρονοησία, διευκόλυνε τη σπορά αν όχι της μισαλλοδοξίας, σίγουρα πάντως της αδιαφορίας για τα οικουμενικώς αναγνωρισμένα δικαιώματα των προσφύγων. Ας πάμε όμως πίσω στον χρόνο για να θυμηθούμε τον πιο διάσημο Σύρο που βρέθηκε ποτέ στην Κω. Εναν ποιητή και λόγιο που η ελληνική γλώσσα και λογοτεχνία δεν του χρωστάνε λίγα. Οχι μόνο για τα λαμπρά ερωτικά επιγράμματά του και τις λαϊκοφιλοσοφικού χαρακτήρα σάτιρές του. Ούτε μόνο για την απόφασή του να απαρτίσει το 70 π.Χ. έναν «Στέφανο», μια συλλογή επιγραμμάτων, την πρώτη τού είδους της, με αλφαβητική κατάταξη των ανθολογούμενων. Δηλαδή, όχι μόνο επειδή διέσωσε τη φωνή αρκετών ποιητών που θα τους κατατάσσαμε στην καρυωτακική κατηγορία «άδοξοι που ’ναι». Αλλά και επειδή, σαν κοσμοπολίτης ή σαν διπλός πολίτης, ένας καβαφικός Ελληνοσύρος, έδωσε με λίγους στίχους ένα συναρπαστικό διεθνιστικό (ουμανιστικό καλύτερα) μανιφέστο που περιγελάει τον φανατισμό των αιματολάγνων.

Μελέαγρος το όνομα του Σύρου-Ελληνα ποιητή. Η «Παλατινή Ανθολογία», όπου ανήκει και η δική του συλλογή, περιλαμβάνει 130 επιγράμματά του που πιστοποιούν τη γλωσσική και ποιητική αξιοσύνη του. Καταγόταν από τα Γάδαρα της Συρίας. Τα πρώτα του χρόνια τα έζησε στην Τύρο και τελείωσε τον βίο του ως πολίτης της Κω· «με γηροτρόφησε η Κως, σαν θετό συμπολίτη των Μερόπων», έγραψε ο ίδιος. Ετσι έλεγαν τους κατοίκους του νησιού, από το όνομα του βασιλιά Μέροπα. Η λέξη «μέροπες» έχει την ιστορία της στη γλώσσα μας. Για «μέροπες ανθρώπους» μιλάει ο Ομηρος στην «Ιλιάδα», το ίδιο ο Ησίοδος στη «Θεογονία». Η ακριβής ετυμολογία της λέξης μένει σκοτεινή. Πιθανότατα ως «μέροπες» δηλώνονταν οι έχοντες έναρθρη φωνή. Γι’ αυτό σταδιακά το επίθετο έγινε ουσιαστικό και το «μέροπες» το χρησιμοποιούσαν πια σαν ταυτόσημο των ανθρώπων· των εφήμερων ανθρώπων, για ν’ αφήσουμε τον ήχο («μερ-») να μας καθοδηγήσει. Και να μας θυμίσει το κατά Νίκο Εγγονόπουλο «τερατώδες κοινό γνώρισμα τ’ ανθρώπου» (στο αντιχιτλερικό ποίημα «Essai sur l’inegalite des races humaines»): «το εφήμερο της παράλογης ζωής του».

Σε τρία επιτύμβια επιγράμματά του (αρ. 417-419 στο Βιβλίο Ζ΄ της «Παλατινής») ο Μελέαγρος αυτοβιογραφείται σαν ένας ξένος που έγινε αποδεκτός και που, εξομοιωνόμενος δίχως να αποκηρύξει την καταγωγική του διαφορά, είδε καθαρά, καθαρότατα, ένα άλλο κοινό γνώρισμα της ανθρωπότητας, διπλό τώρα: την κοινή καταγωγή της (από το Χάος) αλλά και την κοινή πατρίδα της, τον κόσμο. Μεταφράζω εδώ τους έξι αρχικούς στίχους του επιγράμματος Ζ 417, προσημειώνοντας ότι ο αναφερόμενος Κυνικός φιλόσοφος Μένιππος, του 3ου αιώνα π.Χ., ήταν επίσης Γαδαρεύς, πέθανε όμως ως πολίτης της Θήβας· για να διαδώσει τις ιδέες του με τον τρόπο της σάτιρας, εισήγαγε μια νέα λογοτεχνική μορφή, μείγμα ποιητικού και πεζού λόγου, την οποία και ενστερνίστηκε ο συμπατριώτης του ο Μελέαγρος. Οσο για την Τύρο, ο ποιητής την αποκαλεί «νήσον» επειδή ήταν χτισμένη πάνω σε δύο νησίδες κοντά στη στεριά:

«Η νήσος Τύρος με ανέθρεψε. Γενέτειρα πατρίδα μου / τα Γάδαρα, των Ασσυρίων η Αθήνα. / Ο Μελέαγρος είμαι, του Ευκράτη βλαστός. / Με των Μουσών τη συνδρομή, πρώτα στου Μένιππου την τέχνη δόθηκα. / Κι αν είμαι Σύρος, πού το περίεργο; / Κοινή πατρίδα κατοικούμε, φίλε μου, τον κόσμο μας. / Και τους θνητούς, όλους εμάς, το Χάος μάς γέννησε». Οι κρίσιμοι στίχοι στο πρωτότυπο: «Ει δε Σύρος, τι το θαύμα; μίαν, ξένε, πατρίδα κόσμον / ναίομεν, / εν θνατούς πάντας έτικτε Χάος».

Στο τρίτο αυτοεπιτύμβιό του ο Μελέαγρος παρακαλεί τον περαστικό να σιγανέψει το βήμα του, για να μην του ταράξει τη νεκρική γαλήνη. Και χαιρετάει τον διαβάτη σε τρεις γλώσσες: «Αλλ’ ει μεν Σύρος εσσί, “Σαλάμ”, ει δ’ ουν συ γε Φοίνιξ, / “Αυδονίς”, ει δ’ Ελλην, “Χαίρε”, το δ’ αυτό φράσσον». Δηλαδή: «Αν είσαι Σύρος, “Σαλάμ”. Αν πάλι Φοίνικας, “Αυδονίς”. / Και “Χαίρε” αν είσαι Ελληνας. Και πες κι εσύ το ίδιο». Σαν να θέλει να δείξει ο ποιητής, όντας πια πολίτης του Κάτω Κόσμου, πως η ποικιλογλωσσία πρέπει να γίνεται λόγος συνεννόησης, άρα και συνύπαρξης, όχι αιτία βαβελικής διχογνωμίας και έριδας. Ο λόγος του, ειπωμένος από τον κόσμο της μεταθανάτιας ισότητας, όπου δεν χωρούν έθνη, θρησκείες και φυλές, αποκτά ξεχωριστή βαρύτητα.

Ας τους ακούσουμε τους Σύρους. Τους πρόσφυγες όλους. Εστω και την εκ τάφου φωνή τους, όπου κι αν πεθαίνουν – στη θάλασσα, στα φορτηγά της ασφυξίας, στα συρματοπλέγματα.