Theatrale: Τσικνίστηκα με τον «Αίαντα» του Σοφοκλή

του Τάσου Θεοδωρόπουλου

Ο ΤΑΖ ανακαλύπτει πως γιορτάζανε το βλάχικο γάμο στην αρχαία Ελλάδα, και χορεύοντας και τραγουδώντας πριν πέσουν στο Ζάλογγο.
Για να είμαι δίκαιος, να το κάνεις όλο αυτό Σοφοκλή  - Mπάρμπρα Στρέϊζαντ τσιγγάνικο μιούζικαλ, χρειάζεται τέχνη.

Το αισθάνομαι συχνά, ειδικά όταν η γνώμη που πρόκειται να ακολουθήσει για μια καλλιτεχνική προσπάθεια δεν είναι ιδιαίτερα ευγενική, αλλά στον “Αίαντα” του   Σοφοκλή από τον Βαγγέλη Θεοδωρόπουλο, μου βγαίνει ακόμα πιο έντονο. Αυτός ο δισταγμός, η αμηχανία και ένα αίσθημα ενοχής απέναντι στον κόπο τόσων πολλών και αξιόλογων ανθρώπων που δούλεψαν για την πραγματοποίηση μιας παράστασης. Και δούλεψαν με καλές προθέσεις, δεν έχω λόγο να το αμφισβητήσω αυτό, όμως δεν αρκούν πάντα οι προθέσεις.  Ειδικά όταν η “ανάγνωση” ενός έργου, δεν είναι προσωπική σου υπόθεση, αλλά εκτίθεται δημόσια.

Η πρώτη από τις τραγωδίες του Σοφοκλή, κουβαλάει μια ιδιαίτερη γοητεία μέσα της, έναν μύθο που προκύπτει από πολλούς λόγους. Πρόκειται για ένα έργο που δεν ανήκει στα “best seller” των ανεβασμάτων ελληνικής τραγωδίας επομένως το ευρύ κοινό δεν έχει την εξοικείωση μαζί του που έχει με άλλα έργα ούτε το ανάλογο μέτρο σύγκρισης. Είναι η αρχαιότερη σωζόμενη τραγωδία του Σοφοκλή και επίσης μία από τις πιο ιδιαίτερες όσον αφορά την καταστροφική γοητεία του ήρωά του, τα τεχνάσματα της, το μύθο της και τις ποικίλες αναφορές της. Ενώ ταυτόχρονα, θα μπορούσε κάποιος να πει, κι αυτό φαντάζομαι ήθελε και ο σκηνοθέτης Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος να δείξει, ότι πρόκειται για μια από τις πλέον μοντέρνες και σύγχρονες.

Κάτι που συχνά αποδεικνύεται παγίδα  στην σκηνοθετική προσέγγιση, με αποτέλεσμα, όπως στη συγκεκριμένη παράσταση, να ισοπεδωθεί η ουσία που είναι το πάθος. Και η τραγικότητα να μείνει μετέωρη ανάμεσα στη σκηνή και το κοινό, σαν ένα πέπλο που παρά τις φιλότιμες προσπάθειες θολώνει τον παλμό των ηρώων και των καταστάσεων. Που στη συγκεκριμένη προσπάθεια, διασώζονται κυρίως από την αμεσότητα και την καθαρότητα της μετάφρασης του Δημήτρη Μαρωνίτη που επικοινωνεί το κείμενο με ευθύβολη και όχι περιττή, φραμπαλά ποιητικότητα. Όταν ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος ακολουθεί σκηνοθετικά τις αισθητικές επιταγές της μετάφρασης, κάτι από το μύθο κατορθώνει να βρει το κέντρο του.

Όταν όμως προσπαθεί να αναλύσει την πολυπλοκότητά του, συνδέοντας τη με το παρόν, χάνει πόντους  υπεραπλουστεύοντας αυτό που εκείνος νομίζει ότι αναδεικνύει ως σύνθετο. Μετατρέποντας το σε ενήλικο καρτούν και προσπαθώντας να το απογειώσει, ενώ αυτό, το έργο, επιμένει όσο πιο πολύ το ζορίζει ο σκηνοθέτης, σαν αντίσταση να προκύπτει όλο και πιο στατικό. “Αδειάζοντας” τα ευρήματα του ως άστοχα, όπως το ντύσιμο του χορού με φουστανέλες ή  τη ζωντανή μουσική. Ευρήματα που δεν είναι τυχαία, έχουν συγκεκριμένο στόχο, απλώς δεν τον πετυχαίνουν.

Στην τραγωδία του Αίαντα, ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος ψάχνει να βρει αναλογίες με τη νεότερη ελληνική ιστορία και πραγματικότητα, από την επανάσταση του 21 ως το σήμερα. Ο ίδιος αναφέρεται ενδεικτικά στο σημείωμα του προγράμματος, στον Οδυσσέα  Ανδρούτσο. Και ταυτόχρονα επιχειρεί να μετατρέψει τη μοίρα του ήρωα, σε ένα λυρικό ποίημα, ένα θρήνο, μια μελωδική αλλά σπαρακτική συναισθηματικά κραυγή, χρησιμοποιώντας τη μουσική του Νίκου Κηπουργού και το χορό ως ζωντανή ορχήστρα. Εξαιρετικά ενδιαφέρουσες προθέσεις και ιδέες που πιθανότατα με ένα άλλο “δέσιμο” να λειτουργούσαν, εδώ όμως καταλήγουν τουλάχιστον αδιάφορες.

Στην τραγωδία του Σοφοκλή, ο ήρωας χάνει τα όπλα του Αχιλλέα που δικαιωματικά του ανήκουν με τους αντιπάλους  του να μεροληπτούν υπέρ του Οδυσσέα. Θιγμένος από την αδικία, επιχειρεί να επιτεθεί στις σκηνές τους με φονική μανία. Όμως η Αθηνά του θολώνει το μυαλό, κι ενώ αυτός πιστεύει ότι σκοτώνει ανθρώπους, σφαγιάζει το κοπάδι τους. Όταν συνειδητοποιήσει την πράξη του, αποφασίζει να αυτοκτονήσει από ντροπή, παίρνοντας μαζί του συμβολικά και μια ολόκληρη εποχή, έναν κόσμο άλλου ήθους που ανήκει πλέον στο παρελθόν. Μόνο που ο Αγαμέμνονας και ο Μενέλαος, θα προσπαθήσουν να εμποδίσουν την ταφή του από τον αδελφό του, τον Τεύκτρο με τον Οδυσσέα μεσολαβητή να προσπαθεί να αποτρέψει την απόφαση των δύο ηγετών και την σύζυγό του Τέκμησα,  (με διαφορά η καλύτερη από όλο το θίασο η Μαρία Πρωτόππαπα), να παρακολουθεί πλέον βουβά.

Καλύτερη επειδή κατάφερε να συνδυάσει σαν λόγος και σαν παρουσία, τον πόνο και το πάθος, στους διαλόγους της με τον Αίαντα, πατώντας με ιδιαίτερη χαρακωμένη χάρη, ανάμεσα στον “κλασσικό” τρόπο ερμηνείας αρχαίου δράματος, και την σύγχρονη, απαλλαγμένη από υπερβολές, προσέγγιση ενός χαρακτήρα αντιμέτωπου με τη μοίρα. Σε ένα έργο, που όλοι του σχεδόν οι χαρακτήρες, διακρίνονται από το ανθρώπινο δισυπόστατο και το ηθικά αμφιλεγόμενο, τοποθετημένοι από τους Θεούς, την ιστορία και την Ιστορία, πάνω σε ένα φλεγόμενο βωμό. Δυστυχώς, το μόνο σε φλεγόμενο βωμό που μπόρεσα να “μυρίσω” στο κατάμεστο Ηρώδειο το Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου (χωρίς το ανάλογο χειροκρότημα στο τέλος) ήταν μια περίεργη τσίκνα από τα υπαίθρια σουβλατζίδικα στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου. (Η μάνα μου λέει ότι ήταν ιδέα μου λόγω της φουστανέλας).

Από τον Αίαντα του Σοφοκλή εκείνη την ημέρα στο Ηρώδειο, έμαθα ότι ο Νίκος Κουρής που υποδύεται τον ήρωα, ετοιμάζεται για καριέρα στο εξωτερικό στο ρόλο του Ταρζάν με εντυπωσιακά αποτελέσματα όταν πιλαλάει πάνω κάτω από την καλύβα του σκηνικού. Αν το λες σκηνικό, εφ’ όσον στην προσπάθειά του να κρατηθεί λιτό αλλά εξοτίκ έμοιαζε με παρατράγουδο βιντεοκασέτας. Ο Μενέλαος κι ο Αγαμέμνονας ήταν μεγάλοι μαλάκες (όχι σαν ηθοποιοί αλλά σαν χαρακτήρες από ότι ξέρουμε κι από άλλες τραγωδίες) μόνο που εδώ ο Μενέλαος ήταν τόσο μαλάκας που έπαιζε και τρομπόνι (δεν ήταν τρομπόνι, κάτι άλλο ήταν αλλά έτσι το αισθάνθηκα). Η εκφορά του λόγου τους και το στήσιμο τους θεατρικά,  από τους Γιάννη Κλίνη και Δημήτρη Παπανικολάου έμοιαζε με ντελάλη που πουλάει πραμάτεια στο χωριό.

Ο Οδυσσέας  Γιάννης Τσορτέκης για να παίξει στην παράσταση την κοπάνησε δέκα λεπτά από ένα gay bar φορώντας ξώβυζα το δερμάτινο παλτό του από το πάρτι και η θεά Αθηνά όπως την κατάλαβα από την σκηνοθετική καθοδήγηση της ηθοποιού Ελένης Ουζουνίδου είναι μια καραπουτανάρα κι αυτό φαίνεται όχι μόνο από τις πράξεις και το στήσιμο της αλλά κι από το ντύσιμο καλλιστεία Μις Κατσικοχώρι. Το οποίον όπως και τα σκηνικά χρεώνονται στην Ελένη Μανωλοπούλου.  Επίσης στην Αρχαία Ελλάδα φορούσαν φουστανέλες κάτι για το οποίο δικαιολογώ το σκηνοθέτη κύριο Θεοδωρόπουλο για να εντάξει στην ατμόσφαιρα του έργου την τσίκνα από τις ψησταριές έξω από το θέατρο. Όσο για τον αρχαίο χορό, που εμπνεύστηκε σε μια στιγμή κοινωνικής ευαισθησίας η ταλαντούχα (όχι εδώ) Αγγελική Στελλάτου, τον εφηύρε μουσικά ο Γκόραν Μπρέγκοβιτς δια χειρός Νίκου Κυπουργού κι εκτελεσμένο για λόγους κοινωνικής ευαισθησίας από τσιγγάνους παραπληγικούς πρόσφυγες. Με φουστανέλα. Α κι επίσης κατάλαβα, ότι τελικά τα χειρότερα μιούζικαλ που έχω δει δεν είναι αυτά με την Μπάρμπρα Στρέϊζαντ, ο Σοφοκλής σύμφωνα με τη συγκεκριμένη παράσταση, το τσάκισε το θέμα.

Είμαι κακός (για να επανέλθω στο ερώτημα της αρχής του κειμένου); Ναι, ίσως, μάλλον. δεν ξέρω. Ήταν η παράσταση κακή; Μακάρι να ήταν ειλικρινά. Γιατί καλλιτεχνικά, μέσα στο κακό, την αποτυχημένη προσπάθεια, ανακαλύπτεις κάτι ιδιοφυές, μια σπίθα. Εδώ, ενώ υπήρχε προσπάθεια και δουλειά, εντελώς όμως αποτυχημένη εκ του αποτελέσματος, από σπίθα ανακάλυπτες μόνο αποκαΐδια  βλάχικου γάμου. Εντάξει, και μια αφίσα τύπου “προχώ”  με τον Αίαντα τεκνό ημίγυμνο και αιματοβαμμένο να κουβαλάει στους ώμους του μια σφαγμένη προβατίνα (φταίω εγώ πάλι να μιλήσω για την τσίκνα;).

Δεν ήταν κακή η παράσταση. Ήταν υπέρ του δέοντος προβλέψιμη μέσα στο απρόβλεπτο που οραματίστηκε ο “ενορχηστρωτής” της.  Παρ’ όλα αυτά κι επειδή θέλω να είμαι αισιόδοξος, έμεινε κάτι κι αυτό είναι στα συν. Η επιθυμία του θεατή να διαβάσει ξανά τον  Αίαντα στην υπέροχη μετάφραση του Μαρωνίτη κι η επιθυμία ενός άλλου σκηνοθέτη να τον φέρει ξανά πάνω στη σκηνή.

***Ακολουθήστε τον ΤΑΖ στο https://www.facebook.com/tazthebuzz