Ας ψάχνουμε για βάρκα

του Γιάννη Μακριδάκη

Έφευγαν οι Χιώτες με βάρκες να γλυτώσουν από την πείνα και την Κατοχή. Κάποιοι βαρκάρηδες, ενώ τους είχαν πάρει τα χρυσαφικά, βούλιαζαν τα καΐκια και τους έπνιγαν. Οι Τούρκοι του έπιαναν, τους έδερναν και τους γύριζαν πίσω. Όλα ίδια, σαν ρεπορτάζ σημερινό, με μόνη διαφορά στην κατεύθυνση.

«...Ήτανε Απρίλης του '42... και δώσαμε όλα μας τα χρυσά, τα πήρε ο θείος και τα ’δωσε στον άνθρωπο που έπρεπε να τα δώσει και την άλλη μέρα το πρωί ήρθε ένα κάρο. Μαζέψαμε δυο τρεις αλλαξιές ο καθένας μας ρούχα, τα βάλαμε σε κάτι τσουβάλια της ζάχαρης, άσπρα, θαρρώ πως τα βλέπω και αφού τα φορτώσαμε αυτά το κάρο δεν μας φόρτωνε εμάς (...) και φτάσαμε στην Κώμη, στην παραλία αργά το βραδάκι. Και τι να δούμε! Όλη η παραλία εκεί ήτανε άνθρωποι που περιμένανε να νυχτώσει, να ’ρθουνε οι βάρκες να μας πάρουνε. Στην αρχή, όταν επήγαμε είχε κύμα η θάλασσα κι εμείς ταξιδεύαμε με ψαρόβαρκες, με πανί και με κουπιά... Και περιμέναμε να καλμάρει λίγο η θάλασσα. Κι ερχότανε οι γυναίκες και βάζανε εικόνες μες στη θάλασσα, να γαληνέψει η θάλασσα, να μπορούμε να ταξιδέψομε. (...) Και ξεκινούμε κατά τις εννιά η ώρα γιατί έπρεπε να νυχτώσει. Eμείς είμαστε η τελευταία βάρκα. Καμιά εικοσαριά ανθρώποι μέσα και τέσσερις στο κουπί. Εν τω μεταξύ η αδερφή μου μωρό, το ’χε τυλιγμένο σε ένα χράμι η μαμά μου και αυτό ζαλίστηκε, φαίνεται, με τη θάλασσα και άρχισε να κλαίει, να κλαίει γοερά και να φωνάζουνε μες στη βάρκα πετάξτε το παιδί στη θάλασσα, θα μας πιάσουνε οι Γερμανοί!...». Εύχαρις Κοκκάλη Ακαβάλου
 
«Μπαίνομε μες στη βάρκα κι εφύγαμε. Φεγγάρι, γάργαρο. Τα παιδάκια τα ’χα κάτω από την πλώρη καθισμένα και ήρθανε ίσα με το στήθος μες τα νερά. Ύστερα τα νερά λιγοστέψανε. Εγώ βαστούσα έναν νεμπότη και έβγαζα τα νερά. Ο γιος της Βεργετήδαινας γύρευε ψωμί. Θέλω ψωμί, θέλω ψωμί... Απάνω που ήτανε να φτάσομε στην Τουρκία. Με τις φωνές πέφτομε απάνω σε ένα φυλάκιο, ακούνε οι Τούρκοι κατεβαίνουνε κάτω και μας πιάνουνε. Πήγαμε να βγούμε όξω, ήτανε τα νερά γλυστερά. Επήγα εγώ να δω αν πατώνω, να βγω όξω, γλυστρώ και πέφτω μες στη θάλασσα. Βαστούσα τα ρούχα μου, εμουλιάσανε...». Σταματία Βαλιδάκη
 
«Ξεκινήσαμε να φύγομε, σιγά σιγά επηγαίναμε. Η αδερφή μου ήτανε έντεκα χρονώ, έβγαζε νερά από τη βάρκα, από εδώ που ξεκινήσαμε μέχρι την Τουρκία. Στο δρόμο που πηγαίναμε και φτάσαμε στα μισά πια, άκουε ο βαρκάρης ένα ντούκου ντούκου, ντούκου ντούκου, λέει έρχεται η Καταδίωξη. Αν έρθει πιο κοντά και δούμε ότι είναι η Καταδίωξη θα βγάλω το φελλό. Το φελλό θα βγάλεις; Έτσι και σε δω και σκύψεις να βγάλεις το φελλό θα σε πετάξω στη θάλασσα και θα την πάω εγώ τη βάρκα, του λέει ο πατέρας μου. Στο τέλος, κούτσα κούτσα, τα ξημερώματα, φτάνομε στα Άσπρα Χώματα, απέναντι...». Γιάννης Ξυντάρης
 
«Πραγματικά πείνασα τις δέκα μέρες που κάμαμε μέσα στο καΐκι. Το ταξίδι ήτανε για τρεις μέρες. Τη μέρα εκαθούμαστε και τη νύχτα εβαδίζαμε, διακόσιες δέκα έξι ψυχές μέσα και σκεπασμένο με ένα καραβόπανο. Ψείρες, βρόμα, άστα... Πέθανε ένα μωρό και το ’βαλε η ίδια η μάνα του σε ένα τσουβάλι και το ’ριξε στη θάλασσα. Μας δώκανε πατάτες βραστές, ελιές και σύκα και νερό από βαρέλια που είχαν πετρέλαιο μέσα, ήτανε κόκκινο και βρομούσε πετρέλαιο (...) Ήτανε και Μεγάλη Βδομάδα. Τη Μεγάλη Παρασκευή το βράδυ τους έψαλα τον Επιτάφιο μες στο καΐκι. Αυτοί είχανε σκοπό να μας πνίξουνε, γιατί είχανε πνίξει ορισμένα καϊκια...». Ζαχαρένια Γεώργαλου
 
Δεν έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε που μάζεψα αυτές και πολλές ακόμη μαρτυρίες Ελλήνων προσφύγων στη Μέση Ανατολή το 1941-42, οι οποίες δημοσιεύονται στο βιβλίο «Συρματένιοι ξεσυρματένοι όλοι», εκδόσεις Εστία 2010. Και μέσα σε μισόν αιώνα γίναμε όπως γίναμε, Ευρωπαίοι που πνίγουν μεσανατολίτες πρόσφυγες για να μην εισέλθουν στη χώρα τους... 

Κοντοζυγώνει όμως και πάλι η ώρα μας. Η ώρα που θα φεύγουν τις νύχτες με βάρκες οι εξαθλιωμένοι Έλληνες και θα πηγαίνουν απέναντι, εκτός της Ε.Ε., για να μπορέσουν να ζήσουν. Η Ιστορία δεν σταματάει στο σήμερα, ούτε καν καθυστερεί. Ιδίως γι’ αυτούς που κάθονται αμέτοχοι και την κοιτούν να συμβαίνει στους άλλους. Καλά κουράγια εύχομαι για την ανατροπή. Αλλιώς, ας βρούμε βάρκα.