Όλιβερ Σάκς

«​Εδώ κι ένα μήνα ένιωθα γεμάτος υγεία, άτρωτος. Στα 81 μου χρόνια κολυμπώ ακόμη ένα μίλι την ημέρα».

Ετσι ξεκινάει το κείμενο του Ολιβερ Σακς που δημοσιεύθηκε στις 19 Φεβρουαρίου του 2015 στους New York Times με τίτλο «Η δική μου ζωή», τίτλος συνειδητά πανομοιότυπος με τον αντίστοιχο που χρησιμοποίησε ο Ντέιβιντ Χιουμ το 1776 όταν ο μεγάλος φιλόσοφος πραγματεύτηκε τον βίο του μέχρι να ακούσει μια καταδικαστική διάγνωση των γιατρών στα 65 του χρόνια.

Ο Ολιβερ Σακς ήταν από τους άτυχους. Εφυγε από τη ζωή την περασμένη Κυριακή. Εννέα χρόνια πριν, οι ακτινοβολίες και τα λέιζερ είχαν κατορθώσει να εξολοθρεύσουν ένα σπάνιο οφθαλμικό μελάνωμα από το μάτι του. Οι πιθανότητες για μελλοντική μετάσταση ήταν ακριβώς στη μέση (50-50), και παρά τα ιδιαίτερα, θετικά, χαρακτηριστικά της δικής του περίπτωσης, ο καρκίνος επέστεψε, αυτή τη φορά στο συκώτι.

«Εξαρτάται από μένα τώρα να επιλέξω πώς θα ζήσω τους μήνες που μου απομένουν. Πρέπει να ζήσω με τον πληρέστερο, ουσιαστικότερο και πιο παραγωγικό δυνατό τρόπο. Μ’ ενθαρρύνουν σ’ αυτό τα λόγια ενός από τους πιο αγαπημένους μου φιλοσόφους, του Ντέιβιντ Χιουμ, ο οποίος, όταν στα εξήντα πέντε του χρόνια έμαθε πως έπασχε από ανίατη ασθένεια, έγραψε μια σύντομη αυτοβιογραφία μέσα σε μία μέρα, τον Απρίλιο του 1776». Οι Ελληνες αναγνώστες έχουν την τύχη να βρουν και τα δύο κείμενα σε μια κοινή έκδοση της «Αγρας», εκδοτικού οίκου που έχει μεταφέρει στα ελληνικά άλλα έξι βιβλία του καινοτόμου νευρολόγου.

H εικόνα για τον διάσημο νευρολόγο και συγγραφέα, σε μεγάλο βαθμό φιλτραρισμένη μέσα από τη φυσιογνωμία του Ρόμπιν Ουίλιαμς που τον υποδύθηκε στην ταινία «Ξυπνήματα», είναι αυτή του αφοσιωμένου επιστήμονα που ανοίγει νέους θεραπευτικούς δρόμους. Ταυτόχρονα, όμως, η ζωή του Σακς υπήρξε εξαιρετικά πλούσια και μακριά από τα πανεπιστημιακά έδρανα, τα ερευνητικά ή θεραπευτικά κέντρα. Εθισμός σε ουσίες, ανώνυμο σεξ, συγκρούσεις με τη θεοσεβούμενη Εβραία μητέρα του που δεν μπορούσε να αποδεχθεί την ομοφυλοφιλία του γιου της.

«Η γενιά μου αποχωρεί και βιώνω τον κάθε θάνατο σαν μια αποκόλληση, μιαν απόσχιση ενός μέρους του εαυτού μου. Δεν θα υπάρχει κανείς σαν εμάς όταν θα έχουμε πια φύγει, αλλά έτσι κι αλλιώς ποτέ δεν υπάρχει κανείς σαν κάποιον άλλον. Οταν οι άνθρωποι πεθαίνουν δεν αντικαθίστανται. Αφήνουν κενά που δεν γεμίζουν, διότι είναι η μοίρα -η γενετική και νευρωνική μοίρα- κάθε ανθρώπινου όντος να είναι ένα μοναδικό άτομο, να βρίσκει τον δικό του δρόμο, να ζει τη δική του ζωή, να πεθαίνει με τον δικό του θάνατο».

(Του Δημήτρη Ρηγόπουλου/Kathimerini.gr)