Τι λένε, στ' αλήθεια, οι δημοσκοπήσεις;

Του ΠαύλουΤσίμα

Όταν αναγγέλθηκαν οι εκλογές, ήταν διάχυτη η αίσθηση ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα είχε μια σχετικά εύκολη νίκη. Είχε μαζί του τις δημοσκοπήσεις, την πολιτική κυριαρχία του- τραυματισμένου έστω- Τσίπρα και την εκλογική ιστορία. Ποτέ ως τώρα κυβέρνηση που προκάλεσε πρόωρες εκλογές δεν τις έχει χάσει.

Φάνηκε γρήγορα ότι η εκλογική αναμέτρηση θα ήταν δυσκολότερη του αναμενομένου. Η αίσθηση αποτυπώθηκε στο πρώτο κύμα των δημοσκοπήσεων, που έδιναν ένα μικρό προβάδισμα στον ΣΥΡΙΖΑ. Κι έπειτα, ένα δεύτερο κύμα, αυτές τις ημέρες, μηδενίζει το προβάδισμα και δίνει ισοπαλία στη μάχη της πρωτιάς. Τι σημαίνει αυτό; Πώς ερμηνεύεται; Πόσο προλέγει το αποτέλεσμα της κάλπης;

Το τελευταίο αυτό ερώτημα είναι εκείνο που έχει ευκολότερη απάντηση: Όχι, δεν προλέγουν το αποτέλεσμα οι δημοσκοπήσεις των ημερών. Πρώτον, γιατί δύο εβδομάδες μπορεί να είναι αιώνας στην πολιτική. Δεύτερον, γιατί η συμπεριφορά των «αναποφάσιστων» ή «μισο-αναποφάσιστων» είναι τώρα πιο ευμετάβλητη και δυσπρόβλεπτη παρά ποτέ. Και τρίτον, γιατί πάνω από τις δημοσκοπήσεις πλανάται μια σκιά αμφιβολίας. Γιατί απέτυχαν να ανιχνεύσουν την έκταση της νίκης του «όχι» στο δημοψήφισμα, οι τηλεφωνικές δημοσκοπήσεις που διεξέχθησαν την ίδια την ημέρα της ψηφοφορίας; Τεχνική αστοχία; Ή μήπως, στα χρόνια της κρίσης, σχηματίστηκε εκεί έξω μια χαμένη κοινωνική Ατλαντίδα, ένα τμήμα του εκλογικού σώματος που περνά αόρατο κάτω από τα ραντάρ των δημοσκόπων;

Κατά τα άλλα, ο κυματισμός των δημοσκοπήσεων, ακόμη κι αν δεν αποτυπώνει ολόκληρη την εικόνα, κάτι πραγματικό καθρεφτίζει. Μια πραγματική τάση καταγράφει. Κι ένα πραγματικό πρόβλημα αναδεικνύει: Το πρόβλημα του κόμματος που προκάλεσε τις εκλογές.

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως, όταν μια κυβέρνηση διακόπτει την θητεία της (οκτώ μήνες μάλιστα από την εκλογή της) και προκαλεί πρόωρες εκλογές, επιβάλλει ως διακύβευμα των εκλογών τον εαυτό της τον ίδιο. Θέτει στους πολίτες το ερώτημα: να συνεχίσω ή όχι; Και, συνεπώς, αυτή κυρίως κρίνεται και συγκεντρώνει όλα τα φώτα επάνω της.

Στην περίοδο, λοιπόν, που όλα τα φώτα ήταν στραμμένα επάνω του, ο Αλέξης Τσίπρας έκανε τρία κρίσιμα λάθη.

Πρώτον, μιλούσε στο έθνος σα να μιλά στο συνέδριο του κόμματος, σα να συνομιλούσε με τον Παναγιώτη Λαφαζάνη, σα να απολογείται διαρκώς για την διάψευση της αντιμνημονιακής ρητορικής. Υπερβολική έμφαση σε κάτι που δεν αφορά παρά έναν στενό κύκλο μυημένων.

Δεύτερον, συνομολογούσε την κριτική της αντιπολίτευσης για την συμφωνία της 12ης Ιουλίου και την υπερακόντιζε, αντί να υπερασπίζεται το αποτέλεσμα της προσπάθειάς του. Αλλά αν η συμφωνία είναι πράγματι τόσο κακή και επαχθής, ένα άθλιο προϊόν εκβιασμού, αυτό σημαίνει ότι όλη η προσπάθεια επτά μηνών διαπραγμάτευσης πήγε στο βρόντο αφήνοντας πίσω της μόνο κόστος (βαρύ κόστος) και κανένα όφελος. Ποιος ψηφίζει κάποιον που ομολογεί δημόσια την αποτυχία του, επειδή τον συγκινεί η ειλικρίνειά του;

Και, τρίτον, επέμενε να κάνει μια καμπάνια αυτοδυναμίας, ενώ όλα γύρω βεβαιώνουν ότι η συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών ούτε πιστεύει ότι μπορεί να προκύψει αυτοδύναμη κυβέρνηση από τις κάλπες, ούτε και το επιθυμεί. Κι όμως. Ο Αλέξης Τσίπρας επέμενε να χαράζει τη νέα διαχωριστική γραμμή, το νέο «εμείς ή αυτοί» (που αντικαθιστά το μνημόνιο-αντιμνημόνιο) στον άξονα «παλιοί-νέοι», «υπηρέτες του κατεστημένου- μαχητές της αλλαγής», και έθετε πέραν της γραμμής, αποσυνάγωγους, όλους τους πιθανούς εταίρους του σε μια κυβέρνηση προοδευτικής συνεργασίας. Κι έτσι, χωρίς να το θέλει, υπονόμευε την προοπτική της πρωτιάς του στην κάλπη. Την εμφάνιζε ως παράγοντα αβεβαιότητας, σε μια περίοδο που το κυρίαρχο αίτημα ενός κουρασμένου και αποκαρδιωμένου ακροατηρίου είναι η σταθερότητα.

Τρία λάθη- συν η τάση αποστράτευσης ζωτικών δυνάμεων του ΣΥΡΙΖΑ- εξηγούν τον κυματισμό των δημοσκοπήσεων. Αλλά δεν προλέγουν το αποτέλεσμα. Για όλους τους γνωστούς λόγους και για έναν ακόμη. Γιατί οι δημοσκοπήσεις που ανατρέπουν την πεποίθηση προβαδίσματος του ΣΥΡΙΖΑ δημιουργούν ένα εντελώς νέο περιβάλλον. Κανείς, αυτήν την ώρα, δεν μπορεί να προβλέψει αν θα δημιουργήσουν δυναμική περαιτέρω αποσυσπείρωσης της εκλογικής βάσης του ΣΥΡΙΖΑ υπέρ της ΝΔ ή το ακριβώς αντίθετο. Αλλά είναι εύκολο να προβλέψει κανείς ότι τα φώτα των προβολέων τώρα θα μετακινηθούν. Δεν θα λούζουν πια στο σκληρό τους φως μόνον τον Τσίπρα, αλλά και τον αντίπαλό του, τον Μεϊμαράκη. Και μένει να δούμε ποιος από τους δύο θα εκμεταλλευτεί, στις δύο εβδομάδες που απομένουν, καλύτερα τη φωτισμένη θέση του επί σκηνής.