Εκλογές χωρίς αυταπάτες

του Χρήστου Λαδά

Οι εκλογές γίνονται για το ποιος θα αναλάβει την καυτή πατάτα να οδηγήσει τη χώρα στην ουσιαστική εφαρμογή της συμφωνίας. Αυτό είναι το διακύβευμα των εκλογών. 

Πίσω ή μέσα σε αυτό το διακύβευμα, θα έπρεπε να υπάρχει η ανάγκη σχηματισμού κυβέρνησης που θα συγκροτήσει επιτέλους ένα λειτουργικό κράτος με θεσμούς και θα αναδείξει και ένα διαφορετικό μοντέλο για την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας. 

Κράτος, με θεσμούς, που να υπηρετεί τους πολίτες, την ισονομία και να στηρίζει την παραγωγική οικονομία, δεν είχαμε στην Ελλάδα ούτε τα αντιμνημονιακά χρόνια, αλλά ούτε και την τελευταία μνημονιακή πενταετία. Επομένως δεν είναι θέμα μνημονίου-αντιμνημονίου, για όσους επιμένουν στην απλοϊκή αυτή διαφοροποίηση ως μέτρο πολιτικής αντίληψης. 

Έχω την εντύπωση μάλιστα ότι τις εκλογές θα τις κερδίσει αυτός που μπορεί να πείσει τον κόσμο ότι θα εφαρμόσει το πλαίσιο της συμφωνίας με όσο το δυνατόν, εννοείται, καλύτερες προοπτικές. 

Και επειδή τα νούμερα όσον αφορά τα βάρη και τους φόρους δεν θα αλλάξουν αφού η Ελλάδα έχει συμφωνήσει μηδενικά σχεδόν πλεονάσματα (0.5% για φέτος και 1% για του χρόνου) η λύση δεν βρίσκεται πλέον εκεί. Αυτά είναι τα βάρη και αυτά θα παραμείνουν. 

Η επίπονη δημοσιονομικά συμφωνία μπορεί να εφαρμοστεί μόνο αν συνοδευτεί με εθνικό σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης. Εκεί είναι το κλειδί. Ο μόνος τρόπος να εξισορροπηθούν τα οικονομικά βάρη που θα διαχυθούν στην κοινωνία είναι να τονωθεί η παραγωγή και να δημιουργηθεί πλούτος που θα διαχυθεί στην κοινωνία και θα στηρίξει το κράτος στην εξυπηρέτηση των αναγκών του.  

Η συμφωνία, όπως και όλα τα μνημόνια άλλωστε δεν είναι σε μάρμαρο γραμμένη. Έχει περιθώρια αλλαγών αλλά και ευελιξίας μέσω των ισοδυνάμων. Σε κάθε δράση, μεταρρυθμιστική ή οικονομική, των χιλιάδων σελίδων-μέτρων που έχουν υπογραφεί.

Ως συνήθως κατά την εφαρμογή των συμφωνιών-μνημονίων όλοι στην Ελλάδα, και οι πολιτικοί και οι πολίτες, συνηθίσαμε να ασχολούμαστε με το δημοσιονομικό τμήμα της συμφωνίας και όχι το μεταρρυθμιστικό, το οποίο υπογράφεται και ψηφίζεται στη Βουλή εδώ και 5 χρόνια απαράλλαχρο αλλά ουδέποτε εφαρμόζεται στην πραγματικότητα.

Αναφερόμαστε, ενδεικτικά, στον εκσυγχρονισμό του δημοσίου τομέα, το ουσιαστικό άνοιγμα των επαγγελμάτων, την καταπολέμηση των καρτέλ, την στήριξη των μέτρων του υγιούς ανταγωνισμού, τη δημιουργία ενός σταθερού νομικού και φορολογικού περιβάλλοντος για την λειτουργία των επιχειρήσεων και των παραγωγικών δυνάμεων που μπορούν να στηρίξουν την οικονομία.

Η Ελλάδα σήμερα είναι η μόνη χώρα στην Ευρώπη που αδυνατεί να χρηματοδοτήσει τις ανάγκες της από τις αγορές, άρα και εκτός των νομικών και οικονομικών περιορισμών των μνημονίων, αν και την ίδια στιγμή όλες οι άλλες χώρες που αντιμετώπισαν μνημόνια και εισήλθαν σε αυτά αργότερα από εμάς, σήμερα έχουν ήδη τη δυνατότητα να ανατροφοδοτούν τις ανάγκες τους στα πλαίσια του διεθνούς επενδυτικού περιβάλλοντος.

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν ακολουθούν δημοσιονομικούς περιορισμούς ούτε ότι δεν επιλέγουν να δανειστούν το μεγαλύτερο μέρος των οικονομικών τους αναγκών από την ομπρέλα της Τρόικα και ιδίως του Ευρωπαϊκού της τμήματος (ΕΚΤ, ESM) αφού εν τέλει ο δανεισμός είναι φτηνότερος και πιο σταθερός. 

Στην Ελλάδα σπαραχτήκαμε 5 χρόνια για να καταλάβουμε ότι η ευνοϊκότερη και σταθερότερη πηγή χρηματοδότησης της χώρας είναι οι Ευρωπαϊκοί θεσμοί και όχι οι Κινέζοι, οι Ρώσοι ή οποιοσδήποτε άλλος. Χρήσιμο ήταν αν και επίπονο το μάθημα. Ιδίως για τον ΣΥΡΙΖΑ. Οι μύθοι των μονομερών διαγραφών του χρέους ή της κατάληψης της Τράπεζας της Ελλάδος και του νομισματοκοπείου ως εναλλακτική προοπτική με τον Τόμσεν φυλακή, ευτυχώς, απασχολούν πλέον λίγους και όχι σε επίπεδο κυβερνησιμότητας. 

Χωρίς αυταπάτες λοιπόν σε αυτές τις εκλογές. 

Το διχαστικά κάλπικο δίλημμα λοιπόν μνημόνιο - αντιμνημόνιο πέφτει. Το λέγαμε και το γράφαμε άλλωστε και παλαιότερα. Το μνημόνιο ήταν το άλλοθι της φαυλοκρατίας. Τα επαγγελματικά κόμματα εξουσίας είχαν βρει τον τρόπο να νομοθετούν μνημονιακά αλλά να εφαρμόζουν την πολιτική που ήθελαν στο εσωτερικό. Γι αυτό επί 5 χρόνια δεν έχει υλοποιηθεί καμία ουσιαστική μεταρρύθμιση. 

Υπέγραφαν ότι τους έδιναν αφού ήξεραν ότι χωρίς μνημόνιο δεν υπάρχει χρηματοδότηση, ακολουθούσαν τους δημοσιονομικούς περιορισμούς που διατηρούσαν μάλιστα σε οριζόντιο επίπεδο, αλλά δεν ακολουθούσαν ποτέ το μεταρρυθμιστικό τμήμα των μνημονίων που ευνοούσε την αλλαγή των συσχετισμών υπέρ των μικρομεσαίων και κατά της κρατικοδίαιτης ιδίως επιχειρηματικής ελίτ στις οποίες υπάγονται και οι τράπεζες ή οι εταιρείες και οικογένειες που ελέγχουν την ενημέρωση στη χώρα. 

Κανένα μνημόνιο δεν είχε ως στόχο αυτήν την πραγματικότητα. Απεναντίας, η εργαλειοθήκη του ΟΟΣΑ και το πλαίσιο των μέτρων της που ευνοούσαν τον υγιή ανταγωνισμό φαλκιδεύτηκε, για να μην πούμε πλαστογραφήθηκε από τον Χατζηδάκη, που παρουσίασε έναντι αυτής ένα δικό του κείμενο με μέτρα μάλιστα τα οποία ούτε κι αυτά ουδέποτε εφαρμόστηκαν. 

Και το ζήτημα του νομίσματος ξεκαθαρίστηκε όμως πλέον. Η προοπτική της τύπωσης εθνικού νομίσματος, σήμερα, όπου το 87% των αναγκών μας εξαρτάται από τις εισαγωγές, δεν είναι λύση. Μιλάμε για το σημερινό πλαίσιο. 

Μέχρι και ο Γλέζος μίλησε κατά του εθνικού νομίσματος, το ΚΚΕ επανέλαβε πάγια όσα λέει από το 2012, ότι το μνημόνιο της δραχμής δηλαδή είναι χειρότερο από αυτό του ευρώ ενώ ακόμα και ο πολλά βαρύς Μιχαλολιάκος είπε σε συνέντευξη του ότι αυτή τη στιγμή η Ελλάδα είναι αναγκασμένη να ακολουθήσει το ευρωπαϊκό νόμισμα. 

Εκλογές χωρίς αυταπάτες λοιπόν. Για όλους. Και για τα κόμματα και για τους πολίτες. Και όποιος αντέξει στο τέλος. Το αποτέλεσμα άλλωστε θα ισχύσει και έναντι όλων. Και θα επιβάλλει συνεργασίες σε μια διαιρεμένη και κουρασμένη ελληνική κοινωνία που ακόμα αναζητά τις διεξόδους όντας όμως τουλάχιστον πιο συνειδητοποιημένη.