Στους τρίτους ορόφους

του Κάπα-Κάπα Μοίρη

Σκέψεις ως συνήθως χαοτικές, ερήμην ειρμού.

Οκτώ παρά τέταρτο το πρωί, φορτηγό ξεφορτώνει φοιτητική πραμάτεια στην απέναντι οικοδομή. Μπαμπάς, μάνα, γιός, κόρη, μάλλον, σίγουρα. Ένας απ’ τους δυο πέρασε, το αγόρι είναι εμφανώς νεότερο και με ακόμη πιο εμφανή ακμή, άρα αυτό, θεέ μου, πόσο παιδιά είναι ακόμη τα δεκαοχτάχρονα. Ίσως, βέβαια, περάσαν όλοι. Ελληνική πατέντα.

«Πέρασε». Περίεργη, ύπουλη λέξη.

Ο μπαμπάς μοιάζει μεγαλύτερός μου. Μπορεί και να σφάλλω αλλά το αποψιλωμένο κρανίο πάντα είναι κακός σύμβουλος. Κουρασμένος δείχνει, ούτε οι χρονιές που πέρασαν ήταν εύκολες, ούτε τώρα το ψάξιμο, τα νερά, το ρεύμα, τα τρέχα, τα ανεβοκατέβα σε ταμεία, γκισέ και άδεια ή μισοάδεια σπίτια. Η μαμά ανάμεσα σαρανταπέντε και πενηνταμείον. Φαίνεται ωραία, ακούγεται τσαούσα, αυτή καθοδηγεί την εκφόρτωση, «αλλιώς σε παρακαλώ τον καναπέ, δεν σε παίρνει έτσι». Θα ήταν πρώτη φίρμα σε ρωμαϊκή γαλέρα. Τα μαλλιά της πιασμένα πίσω (έστω κι από δω που βλέπω, φαίνεται πως έχει λαχταριστό λαιμό και ακόμη πιο ωραίους ώμους), φοράει μαύρα γυαλιά, στενή γαλάζια φόρμα και άσπρο μπλουζάκι με τιράντες. Η δουλειά δουλειά αλλά εκτός από φοιτητομάνες είμαστε και γυναίκες. Εύγε.

Πέντε χρόνια, βάλε και άλλο ένα αν είναι μετρίως διαβαστερός, έχει μέλλον το πηγαινέλα τους στην πόλη. Δεν ξέρω από πού έρχονται και δεν με νοιάζει, νοιάζει όμως αυτούς. Η χαρά χαρά, οι αριθμοί όμως δεν χαμπαριάζουν από τέτοια. Τώρα όμως χαρά, επιμένω. Τους αριθμούς βρίσκουμε τρόπο και τους βολεύουμε προς το παρόν -πόσο μακριά πάει αυτό το ‘παρόν’ άραγε; – κάποιοι τυχεροί.

Καλό μέρος διαλέξατε, τους λέω από μέσα μου. Φαρμακείο στη γωνία, μπακάλικο στα πενήντα μέτρα, τσιγαράδικο/γαλατάδικο που διανυκτερεύει στα εκατό, φρούτα στην πάνω γωνία, η σχολή δέκα λεπτά με τα πόδια, ούτε καν δέκα. Καφέδες και μπίρες παντού. Μικροί τόποι, pocket sized. Καλό, κακό, αυτό είναι.

Κάτι φουρφουρίζει μέσα μου, σκέφτομαι τα -παλιά- δικά μου, σκέφτομαι των παιδιών μου, ωραίο και παράξενο συναίσθημα να μπαίνουν στο πρώτο «δικό τους» σπίτι. Τα ‘ παμε αυτά, τα γράψαμε, τα ζήσαμε, ας τα ξαναγράψει και κανένας άλλος.

Το βράδυ ποτίζω βασιλικούς, μέντες και κέντιες. Τους βλέπω και τους τέσσερις απέναντί μου, στον τρίτο. Κουρτίνες δεν μπήκαν ακόμη, στόρια δεν κλείνουν με τέτοια ζέστη, είναι ανυπεράσπιστοι μπρος στα αδιάκριτα βλέμματα. Κάναν, ήδη, τα πρώτα σχέδια. Είπαν ο ένας στον άλλον τα ίδια πράγματα που άλλοι χιλιάδες έχουν πει πριν απ’ αυτούς, αλλά πάντα είναι μοναδικά, σπάνια και πρωτότυπα. Είμαι σίγουρος πως φτάσαν κιόλας στην διπλωματική και σχεδιάζουν το μεταπτυχιακό, «έξω αν τα πράγματα στρώσουν, αλλιώς βλέποντας και κάνοντας». Μετά, ικανοποιημένοι που μπήκε μια τάξη στο εντός τους και εκτός χάος, χαλαρώνουν. Στον καναπέ-κρεβάτι μάνα και κόρη, στην τσίλικη μαύρη (γιατί ρε αγόρι μου δεν αντιστάθηκες; ) καρέκλα του γραφείου ο γιος, ο μπαμπάς φοράει μόνο μια φαρδιά βερμούδα, βιδώνει μια λάμπα στο πίσω δωμάτιο. Φως! Well done lad! Η μάνα έχει ρίξει το κεφάλι πίσω και καπνίζει, η κόρη -με κάμποσα κιλάκια παραπάνω απ’ τη μάνα- έχει πάρει αγκαλιά το σμάρτφον. Πάω στοίχημα ότι κάποια στιγμή θα γίνει και το αντίθετο, μόλις απομακρυνθούν από αδιάκριτα μάτια. Της οικογένειάς τους, όχι τα ξένα. Ένα στριφτό η μικρή, ένα sms η μεγάλη. Σενάρια φτιάχνω αλλά οι άντρες είμαστε πολύ χαφίφηδες, πολύ σαψάληδες εν τέλει.

Tους αφήνω στην ησυχία τους. Μη μας πουν και αδιάκριτους, τους ντόπιους.

Βγαίνω απ το μπάνιο, θέλουν και οι άνθρωποι πότισμα, όχι μόνο τα γιασεμιά. Στη γωνιά μου – κάτω απ’ τον τρίμετρο πλέον φύκο- ανοίγω την οθόνη. Τριγυρνάω άσκοπα, πέφτω πάνω σ’ αυτό, η ζωή δέκα και βάλε χρόνια μετά:

Suddenly very much missing your family and your home, suddenly very much feeling like this ain’t the city for you, because you’re just playing at being a grown up, aren’t you? You’re just a child, lost and alone and sitting in the dark in a locks-from-the-inside shed, and you think you’re independent but you’re not, and your job didn’t turn out as good as you thought it would be, did it, and nothing really worked out how you envisioned it, and the nights are drawing in – close and dark and cold – and it’s just you, in your Sonic pyjamas, trying not to alert your housemates to the fact that you’re trying to escape the doom with a cheeky shed-wank, trying not to move the mattress around too much as you try to manipulate your genitals because the mattress makes a sort of creaking sound against the side of your shed and they know, they know. Your parents were married by this age, had kids. They were eight years away from paying their mortgage off. They knew how to drive and both had a car. They had skills and read books. You’ve only just broken 100 followers on Twitter and 800 friends on Facebook. Life. Life. It’s shit.

To κλείνω έντρομος πριν αποδράσει και βρει καταφύγιο στα μάτια των απέναντι. Μόλις ήρθαν οι γείτονες, είμαστε φιλόξενη ράτσα οι ντόπιοι, δεν είναι πρέπον να τους γαμάμε τα όνειρα μπολιάζοντάς τα με τους εφιάλτες αλλωνών.

...