Άποψη

του Νίκου Παναγιωτόπουλου

Καλησπέρα κύριε.

Γιατί με κοιτάτε;

Ναι, πέρασε πια η μπογιά μου.

Χάθηκε πια και η εποχή μου.

Αν μιλούσα παραπάνω φοβάμαι ότι θα γινόμουν γραφική.  

Κάποιοι από την παρέα μου, που κάποιοι αποκαλούν με ονόματα όπως

παράθυρα, γρίλιες, πόμολα  και τζάμια

μας λένε ήδη χαμένους στο πίσω, το παλιό, το μάλλον παραμύθι.

Ξέρεις, σαν αυτό  που αργόσερναν ψιθυριστά  οι γιαγιάδες αγκομαχώντας που και που νυχτερινά.

Κάτι που μπερδευόταν με φαγητό ζεστό, με αγάπες μακρινές και γάτες χουρχουράτες.

Ενίοτε όμως και σιωπάμε.

Από σεβασμό ίσως σε αυτούς και αυτές που κάποτε μας αγάπησαν.

Ελάχιστη τιμή στα βλέμματα της βροχής, στην περισυλλογή της στιγμής και το φεύγα της ώρας όσων επάνω μας θεληματικά ή τυχαία το μέσα τους αφουγκράστηκαν.

Μη μας κοιτάς με λύπηση.

Για μας και τη γενιά μας, καλύτερα να κάνεις παρέα σε μια σκουριά που σε βρήκε με τη βροχή, παρά σε πρώιμα σκουριασμένους που δεν κατάλαβαν ποτέ  με ποιόν και τι βροχή μοιράζονται.....

Βάλτε μου μια αλυσίδα κύριε.

Θα παραμείνω σε ότι είχα.

Δεν θέλω άλλο..

(Η Ελισάβετ, φίλη πιά, συνηθίζει να ανεβάζει στο διαδίκτυο ότι φυλακίζει με το κινητό της σε ανύποπτους χρόνους με μορφή φωτογραφίας. Εγώ  φιλαράκι, πέφτοντας πάνω στη φωτο της καθαρά από τύχη, δεν κρατήθηκα και έκανα ότι στιγμιαία μου βγήκε. Να ντύσω  απλά τη μουσική της με στίχους. Άλλωστε,  ένας απλός καημός, αλλά ακόμη και ένα ετεροχρονισμένο «γαμώτο»,  δικαιούται  να θεωρεί τον εαυτό του σαν  Άποψη. Το να λάμνεις βέβαια στη θάλασσα της αξιοπρέπειας μέσα σε αυτό το άχρωμο σήμερα, μάλλον γράφει από μακρυά σαν παραλογισμός, για να μην πω σαν ανυπαρξία. Επειδή όμως ξέρεις και ξέρω πως δεν θάπρεπε νάναι έτσι, βρες και συ τους καθημερινούς σου στίχους πίσω από την όποια μουσική και στείλτους στον ανοιχτό ή κλειστό σου περίγυρο. Ίσως έτσι αρχίσουμε να αναπνέουμε όλοι λίγο πιο εύκολα. Για δες το φιλαράκι). ..