Έξω και μέσα φλόγες

του Φώτη Θαλασσινού

Όταν είμαι μέσα στη φύση, γράφω για τη φύση. Όταν είμαι στην πόλη γράφω για τους ανθρώπους. Καμμιά φορά χάνω το δρόμο μου μέσα στη νύχτα.  Πάντοτε αντλώ έμπνευση, όντας ένας αυστηρά νυκτιπόλος ιχνηλάτης των αρχέγονων και μαζί  παντοτινών σφυγμών των καρδιών των ανθρώπων, απ’ τη λαλιά κάποιου του γένους μου. Αναζητώ ν’ ακούσω τις αφηγήσεις των άλλων. Έμπλεες σε λύπες και χαρές. Ξεστρατίζω απ’ τον σκοπό μου μόνο για εικόνες γητεύτρες. Τον τελευταίο καιρό όλο και πιο συχνά με χάσκον στόμα στέκομαι θαυμαστής των γκραφίτι.    

Οι τοίχοι της πόλης τα τελευταία χρόνια αποτελούν πρόκληση για τους εν Ελλάδι γκραφιτάδες να απλώσουν στις επιφάνειες τους το σχεδιαστικό στίγμα τους ή άλλες φορές πιο άμεσα και ναρκισσιστικά την υπογραφή τους. Επιχειρώντας μια αυθαίρετη ιστορική αναδρομή, ο Λόρδος Βύρων ήταν απ’ τους πιο γνωστούς που υπέγραψαν πάνω σ’ ένα μνημείο. Η διαδικασία της υπογραφής είναι γνωστή στους κύκλος των b boys σαν tagging. Περιηγούμενος κανείς στην Αθήνα μπορεί να έρθει σε επαφή με καλαίσθητα και ακαλαίσθητα γκραφίτι. Το μόνο βέβαιο είναι ότι δεν μπορεί ποτέ να κατηγορηθεί ο καλλιτέχνης του δρόμου για την επιτελεστική τέχνη του. Η πόλη έχει προσωπικότητα που διαρκώς αλλάζει μορφή με τις παρεμβάσεις και τα δρώμενα που οργανώνουν στους χώρους της οι νέοι. Στήνεται ένας διάλογος μέσα από απ’ αυτό το αντάρτικο στους τοίχους και τους δρόμους. Το μπετό επιδαψιλεύει ασφυξία. Οι νέοι ανατροφοδοτούν την ασφυξία με ευφορία και μέσω των σπρέι μηνυμάτων μια ιδιαίτερη γλωσσολογία αφήνει τα σημεία της να κρατάνε τους αγαλήνευτους πολίτες αυτής της πόλης σε διαρκή αναταραχή.

Ύστερα πάλι βρίσκω τον δρόμο μου και πάω για τους ανθρώπους μου. Θα έρθει και ο καιρός της φύσης. Όταν θα κατέβω στην ιδιαίτερη πατρίδα μου την Κω. Μισή ζωή εδώ, μισή εκεί. H performance, καλλιτεχνικές δράσεις ή επιτελεστική τέχνη, επί της ουσίας είναι σύμφυτες με την ανθρώπινη δημιουργική παρουσία. Ακόμη και στις περιπτώσεις των τελετών που χωρίζουν την φαντασία απ’ την πραγματικότητα μέσα απ’ τον ομόρροπο διαμερισμό του διαστήματος σε σκηνή και πλατεία, ακόμη και τότε, η ροή μηνυμάτων απ’ το ένα μέρος στο άλλο είναι αμφίδρομη. Δημιουργείται έτσι ένα ακατάλυτο πλήθος από συμμετέχοντες. Η μέθεξη στο ακρόαμα ή το θέαμα γίνεται με την έναρξή του συμπαραγωγή του κοινού και των καλλιτεχνών. Η τέχνη είναι για όλους.

Γνώρισα τον κιθαρωδό ένα απόγευμα στο Μοναστηράκι. Ήταν φίλος ενός άλλου γνωστού μου απ’ την Πλατεία. Του Παναγιώτη. Συστηθήκαμε και ξέχασα μέσα στην κουβέντα μας το όνομα του. Είχε την κιθάρα του μέσα στη θήκη της κι εκείνη την ώρα είχα αναλάβει ασυνείδητα την προετοιμασία του μέχρι να ξεκινήσει να παίζει και να τραγουδάει. Δεν είναι λίγο να κάθεσαι δίπλα σ’ ένα οποιοδήποτε performer και να του μιλάς με γνώσεις και ενθουσιασμό για το έργο του. Ένιωθα ήδη μέρος του τρόπου που ο κιθαρωδός θα ένυσσε με τα δάχτυλά του τίς χορδές του οργάνου του. Κάποιος του έφερε δύο μπύρες. Ήταν κι αυτός μέρος του δρώμενου. Η αφετηρία μιας μουσικής παράστασης εντοπίζεται πολύ πριν αυτή ξεκινήσει. Το τέλος της σμιλεύεται σαν ένα παρέκταμα τραγουδιών μέσα στη σκέψη του ακροατή. Μπορεί να μην υπάρξει τέλος. Πάντα θυμάμαι αυτά που παρατηρώ γύρω μου. Η μνήμη δίνει αιωνιότητα στην πράξη. Ο καλλιτέχνης έκανε μια σύντομη αναφορά στο ρεπερτόριο του και τα ιδιαίτερα άγρια τραγούδια που ερμήνευε. Έμαθα πως αργά τη νύχτα άναβαν τα αίματα γύρω του. Γίνονταν καυγάδες και αναλόγως η μουσική του ακολουθούσε ρυθμούς κατευνασμού των αγριεμένων. Οι άνθρωποι διαγκωνίζονταν για να βρεθούν όσο πιο κοντά μπορούσαν στον ξεπεσμένο βιρτουόζο. Ήθελαν δόξα απ’ τη δόξα του. Ο εγωισμός των παράξενων στο Μοναστηράκι είναι γόνιμος και τελικά ψυχωφελής. Μέσα απ’ τις τριβές και τους αγώνες υπέρ της πολυχρωμίας της πλατείας η φιλοδοξία γίνεται αγαθό για όλους να κάνουν το σόου τους όσο πιο υψηλής ποιότητας γίνεται.

Μια από τις επόμενες μέρες ξαναβρέθηκα στην πλατεία και είδα από μακριά έναν άνθρωπο να παίζει με κάτι φλόγες, προικισμένος στο σώμα του με κάποια ιδιότητα αφλογιστίας ή πιο σωστά ακαϊας. Ήταν νύχτα. Ο ζογκλέρ έφερε στα χέρια του αλυσίδες που στις άκρες τους έκαιγαν περίλαμπρες, με πυροπόρφυρες φλόγες, μικρές φωτιές. Ήταν μια έκσταση να κοιτάς μες στο σύθαμπο της βρώμικης πλατείας, πυριφλεγείς και αιωρούμενες σφαίρες που η εμβέλεια απ’ το φως τους χρωμάτιζε ξεχωριστά τα πλακόστρωτα. Πλησίασα και στάθηκα να θαυμάσω το γεγονός. Εκείνο το διάστημα   διάβαζα τον πολεμοχαρή Νίτσε και με είχε συνεπάρει σε μια παρόμοια διάθεση. Όλα κράτησαν λίγο. Για όσο διήρκησαν, ήμουν κι εγώ ένας υπεράνθρωπος. Είχα διατηρήσει ανέπαφη την ευσπλαχνία μου. Την πεποίθηση μου πως όλοι οι άνθρωποι είμαστε δυνατοί. Ακόμη και ως αδύνατοι διατηρούμε το σπάνιο χάρισμα να βλέπουμε τον κόσμο με τον δικό μας ξεχωριστό τρόπο. Κι αυτός ο τρόπος είναι η ρηξικέλευθη επιρροή μας στο γίγνεσθαι. Οι φλόγες του ζογκλέρ εισέδυσαν στον κόσμο μου σαν εχέγγυα της δύναμης μου. Το έργο παιζόταν με αλλιώτικο τρόπο στην ψυχή μου. Τύμπανα πολέμου και ιαχές συνηχούσαν στη σκέψη μου μαζί με το πλήθος που είχε κυκλοτερώς μαζευτεί γύρω απ’ τον performer. Ας κλείσω αυτό το κείμενο με μερικές γραμμές του Νίτσε: Τεντωμένα κορμιά, μυώνες μες στην άψη του μίσους, την υπεροψία του θριάμβου και στις σουβλιές του πόνου, σφαδάζουν πληγωμένα, βουτηγμένα στο θάνατο, ξεψυχάνε…Τρομακτικά ηχεί το ασημένιο τόξο του, έρχεται σκοτεινός σαν τη νύχτα ο Απόλλων. Πρώτα ρίχνει τα βέλη του στα μουλάρια και τα σκυλιά. Έπειτα παίρνει στο κυνήγι και τους ανθρώπους, και πέρα ως πέρα καίνε φωτιές πυκνές από κουφάρια!...

Κι έπειτα ήταν εκείνη η ποιήτρια χθες που απήγγειλε κάτι υπέροχα ποιήματα της. Συλφίδα, μικροκαμωμένη, ήταν δεν ήταν 45 κιλά. Την βρήκα στην πλατεία Ηρώων στη γειτονιά του Ψυρρή.  Είχε όμορφα μάτια και το σώμα της μες στο κατακαλόκαιρο έτρεμε σαν από άγχος πολύ. Ή σαν από ανάγκη να το αγκαλιάσουν. Όταν μιλήσαμε, για κάποιες εκλάμψεις-στιγμές νόμισα πως ήταν τόσο ευαίσθητη που ήταν θέμα λεπτών να τσακιστεί από κάποιον αφανέρωτο εσωτερικό της σπαραγμό. Ακόμη και η φωνή της είχε ένα ιδιαίτερο ηχόχρωμα. Μπαλαντζάριζε πότε σε ελεγειακούς μινυρισμούς και πότε σε διαυγείς κορώνες. Κάποιοι της πήγαιναν ποιήματα γνωστών ποιητών για να διαβάσει, να τα απαγγείλει κάνοντας τις μαγείες της με τους ιδιότυπους λαρυγγισμούς της. Ο ποιητικός λόγος, ως ουσία του περιέχοντός του, δεν εκφωνείται, αναδύεται από λυρικά όργανα  της ψυχής.    

Κείμενο και φωτογραφίες: Φώτης Θαλασσινός.