Του Παύλου βασιλέως

του Νίκου Παναγιωτόπουλου

To Μάρτιο του 64, ήμουνα δεν ήμουνα 8.

Από το ραδιόφωνο που ζούσε μέρες δόξας στο σπίτι των παιδικών μου χρόνων, άκουγα ένα

«Ο Βασιλεύς απέθανε, ζήτω ο Βασιλεύς», αλλά δεν πολυκαταλάβαινα τι έλεγε αυτός ο τύπος που ακουγόταν δυνατά – σε κάτι που βαρετά φώναζαν ειδήσεις- αλλά ποτέ σαν πρόσωπο δεν φανερωνόταν.

Κι αυτό πάλι να πεθάνει ο Βασιλιάς, που το πας;

Τελικά πεθαίνουν οι βασιλιάδες;

Και οι πανοπλίες που πάνε;

Οι κορώνες που στέκονται;

Περίεργα πράγματα λένε αυτοί που δε φαίνονται αλλά τους λένε «ειδήσεις».

Όταν η μάνα μου μού είπε ότι θα πηγαίναμε Ομόνοια, πέταξα τη σκούφια μου.

Συνήθως το συνδύαζα με κάτι σε Matchbox αυτοκινητάκι απο το Λαμπρόπουλο και χαράς Ευαγγέλια με τη φρέσκια μπογιά που μύριζε, αλλά και μεγάλωνε περίτεχνα στα μάτια μου, καβάλα σε κρεβάτια και πεζούλια κατά προτίμηση με λακκούβες.

Περιπέτειες σου λέω!

Αν βέβαια περίσσευαν 15 δραχμές που τα μικρά αυτοκινητάκια κόστιζαν τότε.

Τελικά όμως στην Ομόνοια, μετά τις δουλειές που τρέξαμε, δεν περίσσεψαν οι 15 δραχμές. Μπροστά στα κλάματα και τα παιδικά μου πείσματα η μάννα μου αντιγύρισε ένα

«Θες να πάμε να δούμε το Βασιλιά;»

Κόκκαλο εγώ. Το Βασιλιά; Πως; Τον βλέπεις; Βλέπεται; Πως είναι; Η κορώνα, η πανοπλία;

«Θα πάμε να προσκυνήσουμε» μου λέει.

« Όλοι θα πάνε. Θες να πάμε κι εμείς;»

«Ναι, να πάμε» είπα και μέσα μου άρχισα να σκέφτομαι χρυσάφια, νεράϊδες, κράνη, ακόντια, μάγισσες και ένα σωρό αληθοφανή μες το μυαλό μου παραμύθια σε μία υπόσταση κατά το μάλλον ήττον Matchbox κοντινή.

Άλλωστε, θα πηγαίναμε στη Μητρόπολη. Πολύ μακρυά.

Που να είναι τελικά αυτό;

Οι βασιλιάδες πεθαίνουν ανάμεσα στ’ άλλα και πολύ μακρυά.

Άκου να δεις....

Δε θυμάμαι μέχρι που φτάσαμε, σίγουρα δεν είδα καμία μεγάλη εκκλησία που να τη λένε ή να γράφει απέξω  Μητρόπολη, αλλά ξαφνικά πάντως σταματήσαμε.

Κόσμος πολύς μαζεμένος,  ρούχα γκρί και χέρια πολλά μαζεμένα σε πόδια αμέτρητα στέκαν μπροστά κόβοντάς μας το δρόμο.

Άσε που ήταν και όλοι αμίλητοι κοιτώντας ο ένας την πλάτη του άλλου.

«Δεν μπορούμε να πάμε πιο κοντά» μου λέει η μάννα μου.

«Έχει μεγάλη ουρά».

Σιχαμένη μέρα.

Ούτε Λαμπρόπουλος ούτε Βασιλιάς.

Πονούσαν αφόρητα και τα πόδια μου.

Άντε τώρα να αντέξεις χωρίς λάφυρα επιστροφή.

Τουλάχιστον όμως, έμαθα πως οι βασιλιάδες βλέπονται δύσκολα, πεθαίνουν σπάνια αλλά καπάκι κάτι γίνεται – ρε φίλε - και αυτός που λένε πέθανε, δεν πέθανε, αλλά τα ραδιόφωνα έχουν κάτι σε ψύχωση με  τις κορώνες και τα παραφερνάλιά τους.

Τέλος, αυτό που επί χρόνια επιμελώς μου έκρυβαν, δεν ξέρω τελικά αν ήταν δική μου έλλειψη αντίληψης ή ολονών σκευωρία, αλλά όλοι οι βασιλιάδες για να γίνουν βασιλιάδες διαφέρουν τελείως από σένα και μένα.

Είναι καταρχήν πολύ δυνατοί μια και μπορούν να στέκονται όρθιοι ατελείωτες ώρες χωρίς να κουράζονται.

Αυτό όμως που ξεπερνά κάθε φαντασία, είναι τελικά πού και πώς κρύβουν τόσο καλά την ουρά.  Όταν μάλιστα - κατά τη μάννα μου - είναι και τόσο μεγάλη...