Θέλει ή δεν θέλει δραχμή ο Λαφαζάνης;

Του Δημήτρη Ραπίδη

Ανεξάρτητα από τα όσα δημοσίως δήλωναν και δηλώνουν στελέχη και βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ, το ζήτημα του νομίσματος απασχολούσε το κόμμα μέχρι και πριν από δύο εβδομάδες όταν ήταν όλοι κάτω από την ίδια στέγη. Ήδη από το 2011 και τις πρώτες οδυνηρές συνέπειες του πρώτου μνημονίου, η συζήτηση είχε αναπτυχθεί στα κομματικά όργανα, με πρωτοβουλία της Αριστερής Πλατφόρμας κυρίως, προκαλώντας το ενδιαφέρον όλων των συνιστωσών. Στο κείμενο του ιδρυτικού συνεδρίου του 2012 δεν υπήρχε βέβαια ξεκάθαρη αναφορά στην επιστροφή σε εθνικό νόμισμα, ωστόσο να μην ξεχνάμε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν ήδη αξιωματική αντιπολίτευση και τέτοια ευαίσθητα για την εποχή διλήμματα, με γνώμονα και τον απώτερο στόχο διακυβέρνησης, έπρεπε να αποφεύγονται.

Η κυβέρνηση επέλεξε τελικά να αποφύγει την επιλογή της ρήξης και έφερε το τρίτο μνημόνιο. Η αποχώρηση της Αριστερής Πλατφόρμας προέκυψε από την άρνηση να ψηφίσει το μνημόνιο, χωρίς όμως, ακόμα και πριν γίνει το σχίσμα, να είναι απόλυτα σαφής ως προς το εθνικό νόμισμα. Ακόμη και ο Λαπαβίτσας, από τους θερμότερους υποστηρικτές της επιστροφής στη δραχμή, δεν ήταν διατεθειμένος να μιλήσει για το πλάνο, τα πρώτα βήματα μιας τέτοιας επιλογής. Παρά την τακτική αρθρογραφία του και τις συνεντεύξεις του ενάντια στο υπάρχον μοντέλο διακυβέρνησης και την νομισματική και οικονομική πολιτική της Ευρωζώνης, ο καθηγητής Λαπαβίτσας δυσκολευόταν πάντα να είναι σαφής και ξεκάθαρος. Ναι μεν μιλούσε για όλα εκείνα τα ζητήματα που συνδέονται με την αποχώρηση από το ευρώ, όπως οι εθνικοποιήσεις για παράδειγμα, ωστόσο ποτέ μέχρι σήμερα (και τονίζω, μέχρι σήμερα) δεν έπεισε το ακροατήριο για την βιωσιμότητα και τα βήματα μιας τέτοιας επιλογής.

Η δημιουργία της Λαϊκής Ενότητας (ΛΑ.Ε) προέκυψε ως απάντηση στην επιλογή της κυβέρνησης Τσίπρα να υπογράψει νέο μνημόνιο, ενάντια στις προγραμματικές δεσμεύσεις του κόμματος και της γενικότερης πολιτικής του στάσης τα τελευταία πέντε χρόνια, στο πνιγηρό εσωκομματικό τοπίο που διαμορφωνόταν στο ΣΥΡΙΖΑ  και στην έλλειψη διαλόγου και ζυμώσεων μεταξύ μελών και στελεχών, παρά ως απάντηση στην πολιτική του Αλέξη Τσίπρα με άλλη, ξεκάθαρη πρόταση εξόδου από την κρίση των μνημονίων. Το να επικαλείται η Λαϊκή Ενότητα κατάργηση των μνημονίων εντός ευρώ, τη στιγμή που ο ΣΥΡΙΖΑ είχε ακριβώς τον ίδιο στόχο και απέτυχε παταγωδώς, δείχνει είτε απροκάλυπτη ψηφοθηρία και καλλιέργεια πολύ επώδυνων και δυσβάσταχτων ψευδαισθήσεων, είτε πλήρη άγνοια της πραγματικότητας. Χρόνος (εκλογικός) δεν υπάρχει, και η Αριστερή Πλατφόρμα είναι πλέον κόμμα και όχι εσωκομματική αντιπολίτευση. Κατά συνέπεια, οι απαιτήσεις αλλάζουν, το ακροατήριο είναι πιο επίμονο, και η στρατηγική πρέπει να είναι απαραίτητα συγκεκριμένη.

Άλλα πολιτικά πρόσωπα της Λαϊκής Ενότητας είναι πιο σαφή στις διατυπώσεις τους. Τόσο ο Στρατούλης όσο και ο Ήσυχος είναι ξεκάθαροι σε συνεντεύξεις τους ότι η επιστροφή στη δραχμή είναι απαραίτητος όρος για να μπορέσει η χώρα να σταθεί στα πόδια της. Εκείνο που πρέπει να αποσαφηνιστεί είναι αν όλοι τους στο κόμμα ακολουθούν την ίδια γραμμή ή ο καθένας ξεχωριστά αναπτύσσει την δική του ατζέντα. Γιατί αν ισχύει το δεύτερο, και στόχος του κόμματος είναι η επαναδιαπραγμάτευση του μνημονίου ή η εφαρμογή μιας εναλλακτικής, εθνικής πολιτικής εντός όμως της Ευρωζώνης, μόνο και μόνο για να καταφέρουν να συγκεντρώσουν ένα ποσοστό και να συγκυβερνήσουν μετεκλογικά με τον ΣΥΡΙΖΑ, θα πρόκειται, για ακόμη μία φορά, για τεραστίων διαστάσεων απάτη του εκλογικού σώματος.

Ο Λαφαζάνης βρίσκεται μπροστά σε ένα μεγάλο δίλημμα στρατηγικής επιλογής: είτε θα επιλέξει να παίξει το χαρτί «μια τελευταίας ευκαιρίας στην Ευρωζώνη», τηρώντας τα προσχήματα και «χαϊδεύοντας» για χιλιοστή φορά τα αυτιά της κοινωνίας, είτε θα επιλέξει ξεκάθαρα την επιστροφή στο εθνικό νόμισμα, άμεσα και με ένα μίνιμουμ πλάνο αρχικής διαχείρισης των συνεπειών.

Η πρώτη επιλογή είναι καταδικασμένη να αποτύχει γιατί απλούστατα δεν μπορεί να αντλήσει ψήφους από μια δεξαμενή ψηφοφόρων εξαιρετικά ετερόκλητη, στην οποία όμως «ψαρεύουν» ήδη βαθιά ο ΣΥΡΙΖΑ, η Νέα Δημοκρατία, το Ποτάμι και το ΠΑΣΟΚ, και στην οποία ο Λαφαζάνης δεν έχει να παρουσιάσει κανένα συγκριτικό πλεονέκτημα. Κατά συνέπεια στη δεύτερη επιλογή, εκείνη της δραχμής, είναι υποχρεωμένος να επενδύσει ο Λαφαζάνης και το κόμμα του τόσο άμεσα όσο και μεσοπρόθεσμα. Άμεσα γιατί θα «παίξει μπάλα» μόνος, αφού ακόμα και το ΚΚΕ δεν θέλει έξοδο από το ευρώ, και μεσοπρόθεσμα γιατί θα μπορέσει να αποδείξει ότι το νέο μνημόνιο είναι καταδικασμένο να αποτύχει, πράγμα που θα αποδεικνύεται μέρα με την μέρα, αφήνοντας έτσι ως μόνη επιλογή της χώρας την αποχώρηση από την Ευρωζώνη. Και ποιο κόμμα θα είναι εκείνο λοιπόν που θα έχει έγκαιρα προειδοποιήσει για αυτό το σενάριο και θα έχει παράλληλα και συγκεκριμένο πρόγραμμα δράσης; Αν ακολουθήσει αυτό το μονοπάτι που περιγράψαμε, το κόμμα αυτό θα είναι η Λαϊκή Ενότητα.

Κατά συνέπεια, για να κερδίσουν ψήφους και να καταφέρουν να δομήσουν τον δικό τους εναλλακτικό δρόμο, ο Λαφαζάνης και οι σύντροφοί του οφείλουν να ρίξουν το βάρος στο πρόγραμμα μετάβασης στη δραχμή. Σε μεσοπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη βάση ο ίδιος και η ΛΑ.Ε θα βγουν κερδισμένοι, έστω κι εάν τώρα, το γενικότερο μούδιασμα και επιφύλαξη των πολιτών μπορεί να τους προβληματίζει. Ωστόσο είναι νωρίς για διαπιστώσεις και καλό είναι να μην αποκλείουμε τίποτα. Οι εκλογές αυτές είναι πρωτόγνωρα μυστήριες. Για πολλούς λόγους.

*Ο Δημήτρης Ραπίδης είναι πολιτικός αναλυτής και επικοινωνιολόγος (Twitter: @rapidis)