Κάτι σκονισμένες αναμνήσεις

της Αθηνάς Τζολάκη

Με έχει πιάσει μελαγχολία σήμερα και θυμάμαι μελαγχολικά πράγματα όπως τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 70. Κάτι  σκονισμένα κομπολόγια και φτηνές ελληνικές απομιμήσεις του τάκα -τάκα που κρέμονταν στα κεντρικά περίπτερα της Αθήνας και του Πειραιά. Τις φωτισμένες, με μπλε νέον  βιτρίνες, σαν φουτουριστικά μουσεία, με αντρικά κοστούμια στην Ακαδημίας, τα νερά του Σκυλίτση που χόρευαν στην Ζέα και τρέχαν μικροί και μεγάλοι να τα δουν  ενώ οι οδοκαθαριστές του Πειραιά ήταν ντυμένοι σαν παγωτατζήδες με ασορτί κάτασπρα πλεκτά καλάθια για τα σκουπίδια. Στον Πειραιά ήταν  και ένα από τα πρωτοεμφανιζόμενα τοστάδικα, εισαγόμενη καινοτομία της εποχής. Θυμάμαι που μας πήγαινε ο μπαμπάς για βόλτα από την Κυψέλη στον Πειραιά για μεγάλη έξοδο. Εγώ έβαζα και ντολμαδάκια Ζαναέ μέσα. Όταν το είπα στα παιδιά μου  με κοίταξαν με εκείνο το βλέμμα δυσπιστίας, το βλέμμα: πότε έγιναν αυτά; Έγιναν παλιά, στις αρχές της δεκαετίας του 70, τότε  που χτυπάγαμε με μανία στις καφετέριες το νες από το φακελάκι με μια κουταλίτσα ζεστό νερό μέσα στο φλιτζάνι για να κάνει αφρό. Στην αχανή καφετέρια Πάμελας στη Βούλα, που ήταν και μόδα, σιχαινόμουν την έφηβη ζωή μου, όταν κάποιες Κυριακές με έσερναν εκεί. Προτιμούσα βέβαια να καταχτυπάω το νεσκαφέ παρέα με φίλους, είχε πιο πλάκα. Μια φορά με την Πόλυ στο Σύνταγμα δεν μας φτάναν τα λεφτά για να πληρώσουμε τους νεσκαφέδες και λύσαμε τα πέτσινα βραχιόλια μας με τις περασμένες τρύπιες δεκάρες για να πληρώσουμε, τότε περνούσαν ακόμη οι δεκάρες. 

Να ήταν η άχαρη εποχή της εφηβείας, να ήταν η γκρίζα  μιζέρια της επαρχιώτικης Αθήνας, να ήταν κάτι αρρώστιες στην ευρύτερη οικογένεια, που με κάνουν και τα θυμάμαι όλα αυτά με μελαγχολία; Λίγο απ’ όλα μάλλον. Δεν ήταν τα πάντα μελαγχολικά, ποτέ δεν είναι, κάπου - κάπου ξεφύτρωνε το χρώμα και μπορεί να ήταν από ετερόκλητα πράγματα, από το σινεμά, από μια αφίσα του Ντέιβιντ Κάσσιντυ (εντάξει μικρή ήμουν λέμε) από τις Παραλογές, τη συλλογή του Νίκου Πολίτη που με ζέση μας μύησε η κα Τζέλα, από το πρώτο θεατρικό που πήγα άνευ οικογένειας με συνοδεία την απουσιολόγο της τάξης και ήταν το Ω!τι κόσμος μπαμπά του Μουρσελά. Μπορεί και από  το ψυγείο της συμμαθήτριας μου της Φαίης που ήταν Ελληνοαμερικάνα και η μαμά της δούλευε στα ΠΞ, τα αφορολόγητα καταστήματα της Αμερικάνικης βάσης. Μια φορά της ζητήσαμε και μας πήρε μια βαλίτσα, κίτρινη Samsonite ήταν. Στην Ελληνική αγορά μόλις είχαν κυκλοφορήσει τα έτοιμα μπιφτέκια Τίνκυ (υπάρχει άνθρωπος που τα θυμάται άραγε) τα οποία είχα μάθει να ψήνω μόνη μου και να τα κάνω χάμπουργκερ με ψωμάκι Κρις-Κρις, όσο για κέτσαπ είχαμε Κύκνος. Τα παγωτά μόλις είχαν μπει σε συσκευασία αλουμινόχαρτου από την Δέλτα και μια φορά που έτρωγα ένα η κα Τάδε, μια στριμμένη παραδουλεύτρα από το Καρπενήσι που βοηθούσε την θεία καμιά φορά στις δουλειές, με έσυρε μέσα γιατί φορούσα σόρτς και είχα τα πόδια απλωμένα στα κάγκελα του μπαλκονιού. Ποτέ δεν θα ξεχάσω το κακό βλέμμα της.

Α! είχαμε και περιορισμό εξαγωγής συναλλάγματος καλή ώρα! Άμαζον δεν είχαμε.  

Παιδιά μην με κοιτάτε έτσι!


Να το Τάκα Τάκα, που τελικά απαγορεύτηκε εδώ από την Αστυνομία γιατί έκανε πολύ θόρυβο, και στην Αμερική γιατί ήταν  επικίνδυνο.

και λίγο Ιταλικό 70s, Φεστιβάλ Σαν Ρέμο 1971 για κάτι πιο εξωτικό.