Buicks and Dreams

του Νίκου Παναγιωτόπουλου

Όταν με φώναζε ο Λάκης των παιδικών μου χρόνων να παίξουμε, δεν ήξερα αν έπρεπε να χαρώ ή να κλάψω. Δυό δρόμους κάθετα από το δικό μας σπίτι, ο Λάκης και η οικογένειά του ζούσαν σε εκείνο το περίεργο σπίτι που δεν είχε άλλο από πάνω, νομίζω στολιζόταν στην ταράτσα από κάτι στραβωμένα σίδερα, αλλά αποζημιωνόσουν γιατί μπροστά του έβγαινε μια υπέροχη χορταριασμένη αυλή με ασπατουλάριστα τούβλα στα δυό πλάγια, κοινό σημείο αναφοράς των διπλανών σπιτιών, αλλά και κάτι σαν ισθμός των παιδικών μου ονείρων στην προσπάθεια για απόδραση. Την απόδραση που πάντα τρέχαμε να βρούμε με  τους φίλους πίσω από τα τιμόνια των δύο παρατημένων εκεί  θηρίων.

Στα παιδικά μου μάτια, οι δύο αμερικάνικες λιμουζίνες έτσι φάνταζαν.

Λαμαρίνες θα μου πεις.

Όχι. Δεν μπορούσα να τις δώ έτσι. Παρά τα σκασμένα λάστιχα, τη σκουριά που τριγύρναγε σαράκι σκέτο στο σώμα τους, δεν μπορούσα να τις δώ έτσι.

Ανοίγαμε με κάτι κρααακ τις πόρτες και μπαίναμε.

«Καλωσήλθατε» νιώθαμε και πάντα πιάναμε ένα τοσοδά χώρο σε κείνα τα συνεχόμενα καθίσματα που απ τη μάννα τους δε χωρίζανε. Νιώθαμε μέσα μας ότι η αγάπη τους ποτέ δε θα χανόταν, αλλά και η απεραντωσύνη της καρδιάς των αμερικανών αυτών γιγάντων ποτέ δεν θα το επέτρεπε.

Και όσο θυμάμαι έτσι ήταν.

Τα λάστιχά τους, φυτρωμένα λες από ένα γρασίδι, που περισσότερο τους έκανε λέει χάρη να ακουμπούν πάνω τους παρά να υπάρχουν, έπαιζε στα άγουρα μάτια μου με εικόνα ντροπής. Σα νάφταιγα και γω που τόβλεπαν έτσι. Αλλά εγώ δεν τόβλεπα έτσι.

Θολά τα τζάμια απο την κούραση, ανάπηροι οι καθαριστήρες απ τη βιάση. Δεν τόβλεπα όμως έτσι.

— Θα ρίξουμε πέτρες ρε στα άχρηστα; Φώναξε κάποτε κάποιος.

Σηκώθηκα κι έφυγα. Δε θα μπορούσα να βλέπω να πέφτουν τα τζάμια αμαχητί σε δέκα κωλόπαιδα ή ότι άλλο τέλος πάντων.

Έβλεπα χρώματα κόκκινα, έντονα, εξοχές, ανθρώπους να γελάνε, τηνέϊτζερς να ερωτεύονται , τιμόνια να γυρνάνε σε στροφές, λακκούβες να περνιούνται με αυτό το μαλακό σπάσιμο στο στομάχι, φώτα να ανάβουν , φώτα, φόρα, φώτα...

Αλλά και θάλασσες, ταξίδια, ατέλειωτες θάλασσες, σκοινιά «κατέβα φτάσαμε», άλλες γλώσσες άγνωστες.

Όχι, δεν μπορούσα να τις βλέπω έτσι. Ήταν αλλιώς. Ήταν αλλού. Δεν είμαι αυτός. Είμαι αλλού.

— Μην κλαίς μου λέγαν τα στραβωμένα σίδερα, οι προφυλακτήρες.

— Εμείς σ’ αγαπάμε... Όλους σας αγαπάμε και όλους σας αγαπήσαμε... Βλέπεις όμως... (και εδώ η κουβέντα τους έμενε πάντα άκλειστα ανοιχτή).

Μετά, στο γύρισμα του βλέμματος τα φώτα κοιτούσαν σκυφτά, τα νίκελ γύριζαν το βλέμμα από ντροπή αλλού, τα καθίσματα -κάτι σε  χωνευτήρια ελατηρίων και τρίχας από γάτες παρά σε κάτι κλειστό- σε κλάμα βουβό, τα σήματα να ψάχνουν στον ήλιο να βρουν το χρώμα που έχασαν, το εμείς είμαστε, εσείς που είστε...

— Αχτίδες του ήλιου καυτές, που αλήθεια είμαστε;

Σκυφτές, στο απόγιομα, κλαφτές, νομίζω περισσότερο ψιθύριζαν παρά μιλούσαν:

— Τα φουσκωμένα φτερά σαν τα όνειρα του 60 έφυγαν πίσω και χάθηκαν.

Οι μασέλες της μούρης που με όλα θα τάβαζαν και όλους θα μάσαγαν στέκουν πια άκαμπτες.

Τα όνειρα ξεφούσκωσαν και έφυγαν μαζί με τον αέρα στα λάστιχα.

— Άκου να σου πω, έχω ερώτηση, είπα

Έλβις; Πέλβις; Μέση; Προσκύνημα;

Από το κοινό πετάχτηκε ένας προχωρημένος:

— Αμερικανιές ρε, Κριστίν ρε... Μπουΐκ... και καπιταλισμός ρε...

— Όχι φιλαράκι, του απάντησα

Τίποτε από όλα αυτά.

Κάποτε το σπίτι του Λάκη άνοιγε τα άβαφτα παράθυρά του στο πρωϊνό φως με αίσθημα.

Δεν είχαν προλάβει ξέρεις ούτε καν να τα βερνικώσουν...

Ποιός νοιαζόταν για αυτά όταν βγαίναν τα καλοκαίρια οι καρέκλες για δροσιά απέξω, οι φίλοι μαζεύονταν, οι κουβέντες νύχτωναν και τα μάτια κλείναν εύκολα πριν φτάσεις στο μαξιλάρι.

Αγαπούσε αυτά τα ερείπια και γι’ αυτό τα μάζεψε στην αυλή ο πατέρας του.

Ίσως δείχναν λίγα το πρωί, αλλά σπουδαία στο φεγγάρι και με τριζόνι ακόμη καλύτερα!

Εμάς δε φαίνεται πια να μας αγαπά κανένας και αν μας μαντρώνει κάποιος στην όποια αυλή του μάλλον το κάνει από ανάγκη ή επειδή κάτι χόρτα εκεί κάτω τον εξαναγκάζουν να το κάνει «αφιλοκερδώς».

Το ανέμελο χάθηκε.

Φεγγάρι και ήλιος μπλέχτηκαν σε ένα δράμα που δε θέλουμε καν να δούμε.

Η σκουριά μέλλει να γίνει η μελλοντική παρέα μας. Άλλωστε με κάτι παλιό γεννηθήκαμε και εμείς αλλά τεχνηέντως κάποιοι, χρόνια τώρα, το οδηγούν κάπου να λιώσει κι αυτό εντελώς.

Ακόμη και σε αυτούς που θέλουν να σπάσουν ότι έχει απομείνει από τα φανάρια, γυρίζουμε πλάτη και φεύγουμε.

Δεν ξέρω πως, γύρισμα χρόνου, μνήμης και εικόνων, έκανε παιδικά βλέμματα του ‘60 να ανακατευτούν με ώριμες  -ίσως- ματιές του 2015.

Πολιτικολογίες σε ήχο πλάγιο;

Πρώτη φορά αριστερά.

Ψάχνω για φλας μα δεν τα βρίσκω.

«Πρώτη φορά σε ακολουθώ».

Αυτό μόνο βρίσκω...

(Δεν γνώρισα ποτέ από κοντά τον Κώστα Καββαθά των 4 Τροχών που πέρασε και αυτός από το Ά Γυμνάσιο στην Πλάκα, όπως και κάποιοι άλλοι σε κοντινές χρονιές που ο λαός ονόμασε αργότερα «πολιτικούς». Κάποτε θα έπρεπε να αρχίσουμε να τιμούμε και όσους είχαν αισθήματα και δεν ντράπηκαν ποτέ να τα δείξουν. Στο ξεχωριστό Κώστα Καββαθά των γυμνασιακών μου χρόνων θα ήθελα να χαρίσω το ελάχιστο πόνημα τούτο. Για όλους εμάς τους υπολοίπους «απελθέτω το σκωρίας ποτήριον τούτο»)...