Το διακύβευμα των εκλογών

του Γιώργου Θωμαϊδη

Σε αυτές τις εκλογές,  και σε όλες τις εκλογές  από εδώ και εμπρός, το διακύβευμα δεν είναι πια η δραχμή ή το ευρώ, ούτε ένα μόνο διεθνές ελληνικό πρόβλημα (όπως π.χ. το ανακινηθέν κυπριακό). Είναι, πρώτα από όλα, η αλλαγή νοοτροπίας στο πώς θα αρχίσουμε να λύνουμε τα τεράστια, ολοφάνερα πια προβλήματα και να σχεδιάζουμε το μέλλον, και όχι η έμφαση στο Χ ή στο Υ μεμονωμένο ζήτημα. Για το βήμα αυτό, η ελληνική κοινωνία είναι προετοιμασμένη, με τον σκληρό τρόπο είναι αλήθεια, μέσα από την  κατάρρευση των πάντων και την μαζική απώλεια πολλών ικανών νέων έξω από τη χώρα.

Όπως είναι παγκοίνως γνωστό διεθνώς, βασικό στοιχείο των καλών λύσεων, δεν είναι μόνο το «πόσο πολύ προσπάθησες» αλλά κυρίως «το πόσο οργανωμένα και στοχευμένα αποφάσισες να προσπαθήσεις». Η οργάνωση της εργασίας, είναι πολύ πιο δύσκολο γεγονός από την ίδια την εργασία: Για αυτό, η καινοτομία και η φαντασία, οι οποίες προκαλούν ρήξεις στην επιστήμη, στην παιδεία, στην παραγωγή ή στην τέχνη, είναι σπάνιες και –σε άλλες κοινωνίες- οι άνθρωποι που διαθέτουν τέτοιες αρετές, αποτελούν την καλά φυλασσόμενη κόρη του οφθαλμού τους. Μόνο τότε, επίσης, όταν η δημιουργικότητα δεν καταπνίγεται, μπορούμε να μιλούμε για κοινωνική δικαιοσύνη και για ελευθερία.

Στην Ελλάδα, έχει έρθει η ώρα να ξεκινήσει αυτή η ανάδειξη της ποιοτικής εργασίας και η ρήξη με τους κοινωνικούς αναχρονισμούς (διαφθορά, αναξιοκρατία, οικογενειοκρατία), με ένα απλό πρώτο βήμα (και με εναλλακτική την διάλυση της ελληνικής οικονομίας με την ελάχιστη υπάρχουσα ανταγωνιστικότητα και της ελληνικής παιδείας, όπου η αναξιοκρατία κυριαρχεί σε κάποιους από τους καίριους τομείς της Ανώτατης Εκπαίδευσης των επόμενων γενεών): Ένα κύριο μέσο για την επίτευξη αυτού του στόχου της ρήξης, είναι, για μια εμβληματική αρχή, η επανάκριση του συνόλου σχεδόν των θέσεων στις σχολές εξαιρετικά χαμηλής μέσης αποτελεσματικότητας του ακαδημαϊκού τους προσωπικού, όπως οι Ιατρικές Σχολές της χώρας -αλλά όχι μόνο καθώς και η διάλυση των τοπικών δικτύων διαπλοκής στην ελληνική περιφέρεια.

Η μεταμόρφωση των ΑΕΙ, είναι πολύ εύκολο να συμβεί, εάν ξεκινήσει από την κρίση των αναπληρωτών και τακτικών καθηγητών, των οποίων τα βιογραφικά είναι συνήθως χειρότερα από αυτά των καλών λεκτόρων, και από τα χέρια των οποίων περνάει η χρηματοδότηση και οι εκλογές των μελών ΔΕΠ: Αυτοί, συνεπώς, είναι καλά θεμελιωμένοι, διοικούν την κάθε σχολή και επιλέγουν το προσωπικό της, για τα επόμενα τριάντα - σαράντα χρόνια. Όποιοι δεν ανταποκριθούν στα κριτήρια αξιολόγησης αποκλειστικά από διεθνείς κριτές εκτός Ελλάδας ή εάν βρεθούν καλύτεροι ανθυποψήφιοι, θα έχουν την εναλλακτική να βγουν στη σύνταξη ή να κρατήσουν τον τίτλο του καθηγητή,  σε ένα μη πανεπιστημιακό νοσοκομείο, χωρίς καμία δυνατότητα παρέμβασης στο ερευνητικό έργο και στην εκλογή μελών ΔΕΠ.

Με ανάλογο τρόπο, είναι πολύ εύκολο, να διαλυθεί από την εφορία η μεσαία ελληνική διαπλοκή (συγκεκριμένοι εργολάβοι, γιατροί συγκεκριμένων ειδικοτήτων, δικηγόροι συγκεκριμένων ατόμων, κλπ κλπ) που λυμαίνονται την ελληνική επαρχία, τους ελληνικούς δήμους από τη Θεσσαλονίκη και κάτω σε πληθυσμό, καθώς και την ελληνική οικονομία στα τουριστικά μέρη και όχι μόνο. Εάν δεν τους σταματήσουμε αυτούς τους και δεν αναδειχθεί η νοσηρή φύση των εργασιών τους, αποκλείεται να υπάρχει περιφερειακή ανάπτυξη, και να αναπτυχθεί συνείδηση πολίτη σε κάθε έναν από όλους μας.

Είναι απλές, και σαθρές, δικαιολογίες η άποψη ότι ο (κατά 99% νικητής) ΣΥΡΙΖΑ «έχει ανάγκη» το διαπλεκόμενο κομμάτι της ελληνικής ανώτατης εκπαίδευσης ή τη μεσαία ελληνική οικονομική διαπλοκή. Πρώτα από όλα, δεν θα τα έχει καμία ανάγκη αν τα αντικαταστήσει ή έστω περιορίσει δραστικά τη δυνατότητά τους να επηρεάζουν τις εκλογές των νέων ακαδημαϊκών και τις τοπικές οικονομίες αντίστοιχα. Επίσης (κάτι καλό και από πλευράς ψήφων), κάτι που έχει απόλυτη ανάγκη η χώρα, άρα και όποιος θα την κυβερνήσει, είναι η ενθουσιώδης υποστήριξη των νέων –και ειδικά των νέων επιστημόνων και επιχειρηματιών, οι οποίοι είναι οι μόνοι που μπορούν να σχεδιάσουν και να επιδιώξουν το μέλλον. Εάν ο ΣΥΡΙΖΑ δεν πιέσει για την αξιοκρατία και για την υγιή, κοινωνικά δίκαιη ανταγωνιστικότητα, καταρχήν στα ΑΕΙ και στις μέσες επιχειρήσεις,  και δεν δείξει ότι δρομολογεί την γρήγορη αλλαγή σε αυτό τον (εύκολο) τομέα, όπου δεν θα υπάρξει αντίσταση από κανένα σχεδόν μεγάλο δίκτυο συμφερόντων, θα μείνει στην καλύτερη περίπτωση ένα κόμμα συμβιβασμένο, το οποίο αργά η γρήγορα θα ενσωματωθεί σε αυτό που αρνείται να καταπολεμήσει, έχοντας ανάγκη τις δομές του.

Όπως γράφτηκε στην πρώτη παράγραφο, όλα τα θέματα, από την διεθνή πολιτική μέχρι του ποιος θα παράγει κατσαβίδια, είναι ζήτημα του ποιος κάνει την ανάλυση και παρέχει συμβουλές. Όπως φάνηκε από το παράδειγμα των χιλιάδων εθελοντών που έδωσαν βιογραφικό για το διαγωνισμό του ΠΑΣΟΚ το 2009 για τις θέσεις Γενικών και Ειδικών Γραμματέων, οι νέοι αυτής της χώρας είναι διατεθειμένοι να δώσουν ευκαιρίες σε οποιονδήποτε, έστω και εάν αυτό μοιάζει κάπως με «αγαθότητα». Εάν τώρα ο ΣΥΡΙΖΑ ανοιχθεί προς το πιο τολμηρό από πλευράς φαντασίας και δημιουργικότητας κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας, έχει σοβαρές ελπίδες επίσης, πολλοί από αυτούς τους ανθρώπους να ενδιαφερθούν για τη νέα, πιο ανοιχτή πολιτική που απαιτείται από τις συνθήκες της χώρας. Αυτοί είναι οι πρώτοι άνθρωποι που είναι απόλυτη ανάγκη να μπουν στο δημόσιο τομέα, στην οικονομική δράση και στην κομματική ζωή, διότι αυτοί είναι οι μόνοι άνθρωποι που μπορούν να αλλάξουν το κράτος, να στηρίξουν με επιχειρήματα τις νέες πολιτικές της ρήξης και να συνδέσουν την πολιτική με τις παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας – αλλά και να σχεδιάσουν καλύτερα την κοινωνική πολιτική.

Αν αντίθετα το κύριο κριτήριο στελέχωσης των συμβουλευτικών οργάνων της πολιτείας, γίνει η οικογενειακή παράδοση στην Αριστερά και στην «πραγματική πολιτική» (είδαμε πόσο γνώριζαν πολλά παραδοσιακά στελέχη κομμάτων από πραγματική πολιτική) ή ο ιδιοτελής φόβος κάθε μέλους, ότι μερικοί ικανοί επιστήμονες θα αλώσουν ένα ολόκληρο κόμμα από μέσα γιατί έχουν πιο δραστήρια φαντασία (σε κάποια θέματα), τότε θα έχουμε απλά ένα νέο τύπο οικογενειοκρατίας και εγωκεντρικής, ξερόλικης και αλαζονικής διακυβέρνησης, επάνω στο ασθμαίνον άθυρμα της Ελλάδας αυτή τη φορά. Ενδιάμεσες λύσεις δεν υπάρχουν, ούτε θα υπάρξουν από εδώ και εμπρός, διότι η ασθενέστατη χώρα μας ή θα ζήσει ή θα πεθάνει.


Ο Γιώργος Θωμαΐδης είναι Ειδικευόμενος Ψυχίατρος στη Θεσσαλονίκη.

Τα σχόλια έχουν κλείσει για αυτό το άρθρο

Σχόλια

  • 1 Ο/Η ΝΙΚΟΣ ΛΑΓΟΥΔΑΚΗΣ έγραψε: (πριν 1 έτος)

    καλημέρα,
    αυτά που γράφετε δεν είναι λάθος μόνο που δεν έχουν σχέση με το όποιο διακύβευμα των επερχόμενων εκλογών αλλά και όλων των εκλογών από εδώ και εμπρός. Το πολιτικό σκηνικό δεν πρόκειται να αλλάξει αν δεν αλλάξει ο τρόπος που αντλεί τη δύναμή του και που πηγάζει από το Σύνταγμα και τον τρόπο που το διαχειρίστηκε το υφιστάμενο πολιτικό σύστημα της μεταπολίτευσης. Μέχρι σήμερα στον όποιο δημόσιο διάλογο δεν συμμετείχα ή η συμμετοχή μου ήταν περιστασιακή. Η χώρα μετά την μεταπολίτευση κυβερνήθηκε και συνεχίζει να κυβερνάτε από διαχειριστές, που αφού ξόδεψαν τα τεράστια εισερχόμενα κεφάλαια (υλικά και ηθικά) στράφηκαν στην και λόγω ευρώ ευκολία των δανείων. Αν στο υπάρχων σύστημα δώσεις την ευκαιρία χαρίζοντας του το σύνολο του χρέους, προφανώς διαγράφοντάς το, τότε του δίνεις τη δυνατότητα να συνεχίσει το θεάρεστο έργο του. Ούτε ή όποια μερική μεταρρύθμιση (όπως αυτή που αναφέρεστε και είναι εν μέρει σωστή και με την οποία συμφωνώ) θα μπορέσει να δημιουργήσει συνθήκες αλλαγής νοοτροπίας. Η χώρα πρωτίστως χρειάζεται νέο αίμα ιδεών και αλλαγή του τρόπου που αντλεί τη δύναμή του το υφιστάμενο πολιτικό σύστημα. Προτάσεις για ολοκληρωμένες αλλαγές υπάρχουν και είμαι βέβαιος ότι θα βρεθεί κοινός τόπος συμφωνίας τουλάχιστον με εσάς. Αυτό που δεν υπάρχει ακόμη είναι ο χώρος ανάπτυξης αυτών των πρωτοβουλιών. Δυστυχώς αντί να μοχθούμε μας μάθανε να κάνουμε φασαρία. Ισχύει δηλαδή αυτό που λέει ο θυμόσοφος λαός ότι στην αναμπουμπούλα ο λύκος χαίρεται.

loading..