Το σύνδρομο του ευρώ

Του Αντώνη Ανδρουλάκη

Η μνημονιακή 6ετία κατεδάφισε, μεταξύ πολλών άλλων και, ένα ολόκληρο σύστημα από βεβαιότητες που είχε εγκαθιδρυθεί στο συλλογικό ψυχισμό των νεοελλήνων της μεταπολιτευτικής περιόδου.

Η διαρκώς αυξανόμενη καταναλωτική ευμάρεια, η ατελεύτητη «πρόοδος», η όλο και «ισχυρότερη» Ελλάδα, ο ακατάσχετος ναρκισσισμός, η κάθε λογής «ευκολία», ο απολιτίκ ωχαδερφισμός, η ακόρεστη δίψα αχαλίνωτων επιθυμιών, αλλά και πολλά σημαντικά άλλα, όπως τα κατακτημένα δικαιώματα της εργασίας, ένα στοιχειώδες κοινωνικό κράτος, μια στοιχειώδης αίσθηση ασφάλειας για το αύριο κ.λπ. προσέκρουσαν με πάταγο στον τοίχο των Μνημονίων, που ήταν πάντα χτισμένος με τα υλικά της ενοχοποίησης ενός ολόκληρου Λαού «τεμπέληδων και διεφθαρμένων», που είχε έρθει η ώρα τους να τιμωρηθούν.
 
Κάπως έτσι, εδώ και παραπάνω από πέντε χρόνια, μια ολόκληρη κοινωνία πέφτει, με ταχύτητα, από σύννεφο σε σύννεφο αναζητώντας επιτέλους κάποιο σταθερό έδαφος λιγότερης αβεβαιότητας.
 
Τελευταίο σύννεφο, για αρκετούς, η απώλεια ακόμη και του πάλαι ποτέ ηθικού πλεονεκτήματος της Αριστεράς, που διαβεβαίωνε μέχρι χθες κατηγορηματικά ότι εκείνη είχε σκοπό να πρωτοτυπήσει τηρώντας τις υποσχέσεις της.
 
Κι’ όμως μέσα σ’ αυτόν τον ορυμαγδό της κρίσης και της ανασφάλειας, με τις χιλιάδες αυτοκτονίες και τις σχεδόν πολεμικές στατιστικές για τη φτώχεια και την ανεργία, ένας παράγοντας παραμένει πεισματικά ακλόνητος, συσπειρώνοντας πλατιά λαϊκά στρώματα, υπερβαίνοντας κομματικές, ταξικές, ηλικιακές ή όποιες άλλες διαχωριστικές γραμμές: Το ευρώ. Το νόμισμα. Αυτό που νομίζουμε!
 
«Ο Θεός μας φύλαξε...και δεν γίναμε κομμουνιστές» ήταν το μόνιμο σχόλιο, μιας πάμπτωχης γριάς, στο θεατρικό έργο του Γ. Χασάπογλου «Οι κουραμπιέδες» κι ίσως θα ήταν πιο επίκαιρο αν η σκωπτική αυτή ατάκα μετατρέπονταν στο «Ο Θεός μας φύλαξε...και δεν βγήκαμε από το ευρώ. Και δεν υπάρχει πια καμία αμφιβολία ότι ακόμη και στην διαπραγμάτευση του ΣΥΡΙΖΑ, η τελευταία κόκκινη γραμμή, ο εκ των ων ουκ άνευ όρος που δεν παραβιάστηκε, ήταν η παραμονή της χώρας στην Ευρωζώνη. Δηλαδή, το ευρώ.
 
Το 70% και πλέον της κοινής γνώμης, με βάση τις δημοσκοπήσεις, τάσσεται σταθερά υπέρ του ευρώ και είναι λίγο δύσκολο να πεισθούμε ότι τα λαϊκά αυτά στρώματα έχουν καταλήξει σε μια τέτοια θέση πεισμένα από τις μακροοικονομικές αναλύσεις που καταδεικνύουν την αδυναμία της χώρας να αποχωρήσει από τη ζώνη του ευρώ.
 
Ανακύπτει έτσι το ερώτημα: πως και από που αυτή η σχεδόν ομόθυμη «θρησκευτική» πίστη στο ενιαίο νόμισμα, παρά τα όσα δεινά έχουν επισωρευθεί στην ελληνική κοινωνία; Είναι πια τόσο εδραιωμένες, ισχυρές και χρόνιες οι αντιλήψεις που ταύτισαν την καταναλωτική ευχέρεια με το εν προκειμένω νόμισμα, ώστε ούτε η μνημονιακή καταιγίδα κατορθώνει να τις μετασχηματίσει; Το μνημόνιο που «γκρέμισε» 3 κατά σειρά κυβερνήσεις και απειλεί εκ νέου μία τέταρτη; Οι κυβερνήσεις πέφτουνε μα το ευρώ μας μένει, θα γράψει πιθανόν ο λαϊκός στιχουργός του μέλλοντος.  
 
Παραμένει επίσης το ερώτημα: πώς γίνεται άνθρωποι εγνωσμένης ευφυίας,  βαθιάς αναλυτικής σκέψης και διαλεκτικής παιδείας –όπως η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ- δεν είχαν καν διανοηθεί να σκεφθούν το ενδεχόμενο εξόδου της χώρας από την Ευρωζώνη και ως εκ τούτου να προετοιμάσουν ένα κατάλληλο για την περίπτωση σχέδιο; Γιατί όλα δείχνουν ότι η έξοδος δεν φάνταζε απλά αδύνατη, αλλά φαινόταν αδιανόητη. Εκτός και αν ο καχύποπτος αναγνώστης ενδώσει σε ένα ακόμη συνωμοσιολογικό σενάριο που μπορεί εύκολα να μας απαλλάξει από τη βάσανο τέτοιων ερωτημάτων.    
 
Τι μετατρέπει εν πάσει περιπτώσει το νόμισμα, το «ευρώ», από εργαλείο οικονομικής πολιτικής σε αυτοσκοπό; Τι κάνει το «ευρώ» sine qua non, υπαρξιακό προαπαιτούμενο της νεοελληνικής κοινωνίας;
 
Να αποσαφηνίσουμε κατ’ αρχήν ότι και το παρόν άρθρο δεν τολμά καν να πάρει κάποια «φιλο-δραχμική» θέση στο δίλημμα «ευρώ ή δραχμή», όχι μόνο γιατί το κάθε Σχέδιο Β’ είναι εν πολλοίς –και μέχρι στιγμής- «σχέδιο», ροζ σύννεφο, «ανυποψίαστο» για τις πραγματικές παραγωγικές δυνατότητες και αδυναμίες του τόπου, αλλά, κυρίως, γιατί κάθε συζήτηση εξόδου από το ευρώ μοιάζει να είναι καταδικασμένη στη χειρότερη μορφή καταστολής, τη σιωπή.
 
Αν αυτό είναι αλήθεια, τότε πρόκειται για «τεχνολογία», με βάση τον τρόπο που ο Μισέλ Φουκώ χρησιμοποιεί την έννοια στο περίφημο έργο του «Η Ιστορία της Σεξουαλικότητας».  Είμαστε, δηλαδή, φυλακισμένοι στο ευρώ ως μια τεχνική της εξουσίας που κατορθώνει να ορίζει την κανονικότητα, περίπου κατά τον ίδιο τρόπο που κανονικοποιεί την σεξουαλικότητα. Με απλά λόγια, «όποιος δεν είναι με το ευρώ, δεν είναι κανονικός», είναι γραφικός, είναι ψεκασμένος, δραχμολάγνος, ανήκει στη συμμορία της δραχμής κ.λπ. κ.λπ. Όποιος τολμά να μιλά για εθνικό νόμισμα δεν είναι «κανονικός»!
 
Αλλά πως επιτυγχάνεται αυτή η διεισδυτικότητα της εξουσιαστικής κανονικοποίησης; Που βρίσκεται το ψυχικό ρήγμα από το οποίο «τρυπώνει»; Η απάντηση στο αντίστοιχο ερώτημα για την «τεχνολογία της σεξουαλικότητας», είναι σχετικά εύκολη αν αναλογιστεί κανείς τη θρησκεία, την ηθική, την υγεία και μια σειρά άλλους παράγοντες-«τεχνολογίες» που έχει επισημάνει εύστοχα ο Φουκώ. Πως μπορεί όμως κάτι τέτοιο να επιτυγχάνεται με ένα νόμισμα;
 
Να ριψοκινδυνεύσουμε κάποιες σκέψεις, δεκτικές οπωσδήποτε στην κάθε είδους κριτική.
 
Όλοι, νομίζω, λίγο ως πολύ, θυμόμαστε τον εαυτό μας παιδί να κρατά μια λατρεμένη κουβέρτα, ένα τρυφερό λούτρινο αρκουδάκι, μια πιπίλα ή ένα αγαπημένο κουκλάκι. Κι αν όχι, έχουμε σίγουρα ακούσει τους πλησιέστερους συγγενείς να ανακαλούν εικόνες από το νηπιακό μας παρελθόν, εξιστορώντας παιδικές στιγμές όπου δεν αντέχαμε να αποχωριστούμε, ούτε καν για μερικά δευτερόλεπτα, τέτοια στοργικά αντικείμενα, ενώ κλαίγαμε από φόβο αν τύχαινε να τα χάσουμε ή να μας τα στερήσουν. Για πoιο λόγο αυτή η προσκόλληση με τα παραπάνω αντικείμενα; Για πoιο λόγο ανησυχούσαμε τόσο στην σκέψη και μόνο του αποχωρισμού; Θα μπορούσε το ευρώ να είναι κάτι παρόμοιο για «μεγάλα παιδιά»;  
 
Η θεωρία των «μεταβατικών αντικειμένων» του Donald Winnicot, επιχειρεί να δώσει απαντήσεις σε ερωτήματα όπως αυτά. Ο όρος «μεταβατικό αντικείμενο» αναφέρεται στη χρήση οποιουδήποτε αντικειμένου στο οποίο προσκολλάται ένα παιδί, λόγω κάποιου είδους συναισθηματικής στέρησης, κυρίως στην πρώτη δύσκολη κατάσταση όπου το βρέφος αρχίζει να αντιλαμβάνεται την υποκειμενικότητα του, την ύπαρξη του, ως ξεχωριστή από αυτή της μητέρας. Το αρκουδάκι ή η κουβερτούλα, «έρχονται» να αντισταθμίσουν την απώλεια του συναισθήματος της μητρικής στοργής και αγάπης. Το τρυφερό λούτρινο ή η ζεστή κουβερτούλα εξασφαλίζουν ένα υποκατάστατο του μητρικού στήθους, ένα καταφύγιο, όπου κατευνάζονται οι φόβοι και προσφέρεται ένα είδος μαγικής ασφάλειας, ενάντια στην απώλεια του μητρικού ενδιαφέροντος και της αγάπης. Στα αντικείμενα αυτά εσωτερικεύονται επιθυμητά μητρικά συναισθήματα και συμπεριφορές. Είναι το «παραμύθιασμα» που όλοι χρειαζόμαστε για να αντιμετωπίσουμε, για πρώτη φορά, τη δυσμενή κατάσταση της αυθυπαρξίας μας, όντας ξεκομμένοι από το μητρικό στήθος και το χάδι που μας  εξασφάλιζε υλική και συναισθηματική τροφή.
 
Τα μεταβατικά αντικείμενα είναι μια ασπίδα προστασίας για τα παιδιά. Να το ξαναπώ: για τα παιδιά. Γιατί προσφέρουν την αίσθηση της διατήρησης και ενίσχυσης της ταυτότητας τους. Είναι δηλαδή ταυτοτικά, sine qua non στοιχεία για αυτά. Χωρίς το μεταβατικό αντικείμενο τα παιδιά θεωρούν ότι απειλείται ολόκληρος ο κόσμος τους και η ίδια η ταυτότητα τους διαταράσσεται. Το μεταβατικό αντικείμενο είναι πολύτιμο για τα παιδιά. Και επιπλέον το μεταβατικό αντικείμενο εισάγει το παιδί στη συμβολική λειτουργία, εξαιρετικά κρίσιμη για την ψυχική υγεία του. Όπως τονίζουν πολλοί συγγραφείς το μεταβατικό αντικείμενο είναι το πρώτο βήμα προς την ανεξαρτησία και την αυτονομία του Εγώ. Το μεταβατικό αντικείμενο είναι η άμυνα του παιδιού απέναντι στο άγχος και στη θλίψη της απώλειας.
 
Να ξεκαθαρίσουμε, με την ευκαιρία, ότι πρόκειται για μια απόλυτα ψυχικά υγιή και φυσιολογική διαδικασία, στο βαθμό που η μητέρα -η «αρκετά καλή μητέρα» κατά τον Winnicot- θα οδηγηθεί με ήπια και σταθερά βήματα στην αποδέσμευση της από το βρέφος, έτσι ώστε ούτε να το εγκαταλείψει ούτε να το υπερπροστατεύσει, διευκολύνοντας την εξοικείωση του με το δυσμενές περιβάλλον ενός «άκαρδου κόσμου». Όπως λέει ο Winnicot «η αρκετά καλή μητέρα...ξεκινά με μια σχεδόν πλήρη προσαρμογή στις ανάγκες του βρέφους της και καθώς ο χρόνος προχωράει, αυτή η πλήρης προσαρμογή αρχίζει να γίνεται λίγο λιγότερο και λίγο λιγότερο, σταδιακά, σύμφωνα με την ικανότητα του βρέφους να διαχειρίζεται της αποτυχίες της. Η αρκετά καλή μητέρα βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με την τέλεια μητέρα (και προφανώς και με την κακή μητέρα), η οποία ικανοποιεί αμέσως όλες τις ανάγκες του βρέφους και έτσι το εμποδίζει στην ανάπτυξη του» 
  
Έχω την αίσθηση ότι η βιωμένη εμπειρία όλων μας επιβεβαιώνει μια σοβαρή υστέρηση στο πως η μεταπολιτευτική ελληνική κοινωνία αντιλήφθηκε την «αρκετά καλή μητέρα», επιμένοντας μάλλον στο μοντέλο της τέλειας -ή μερικές φορές της απούσας- μητέρας. Η συλλογική αντίληψη, για παράδειγμα, ενός κράτους τροφού που όφειλε να ανταποκρίνεται άμεσα και αναντίρρητα στις ανάγκες όλων των «παιδιών» του, είναι μια πρώτη ένδειξη ότι μάλλον κάτι δεν κάναμε καλά.  Η χιουμοριστική εκδοχή της Ελληνίδας μάνας που διακατέχεται από την αγωνία αν ο κανακάρης της φόρεσε το ζακετάκι του, μια δεύτερη.
 
Αν έπαιρνα τοις μετρητοίς ότι λέει ο ψυχίατρος Ματθαίος Γιωσαφάτ θα έλεγα ότι η νεοελληνική κοινωνία έχει καθηλωθεί στο στοματικό στάδιο ανάπτυξης. Να γιατί, χρειαζόμαστε να μιλάμε πολύ, να καπνίζουμε πολύ, να μας καμαρώνουν πολύ...και να θηλάζουμε πολύ κάποιο μητρικό, γκομενικό, κομματικό ή κρατικό «στήθος». Ο μεταπολιτευτικός νάρκισσος με το γκάμπριο και τα στίλβωντα ζαντολάστιχα δεν απέχει πολύ απ’ αυτήν την ψυχοπαθολογία.   Η ίδια προσέγγιση θα μπορούσε να ερμηνεύσει την μεταπολιτευτική έξαρση της ζωοφιλίας, στο βαθμό που το μεταβατικό αντικείμενο-κατοικίδιο «δεν θα μας εγκαταλείψει ποτέ».Οι διαταραχές διατροφής, οι εξαρτήσεις από ουσίες, ο φόβος της κοινωνικής απόρριψης και η στροφή στον καταναλωτικό ηδονισμό, ένα μόνιμο άγχος «μην τυχόν», μπορεί να είναι συνέπειες του ίδιου ζητήματος της «ΜΗ αρκετά καλής μητέρας», που φαίνεται πως κυριάρχησε στην ελληνική πυρηνική οικογένεια των τελευταίων δεκαετιών.
 
Είναι άραγε το ευρώ το μεταβατικό αντικείμενο που τόσο έχει ανάγκη σ’αυτή τη φάση η νεοελληνική κοινωνία; Είναι το ευρώ η ασπίδα προστασίας του παιδιού μέσα μας; Είναι μια εξουσιαστική «τεχνολογία» συστατική-ιδρυτική της πρόσφατης νεοελληνικής ταυτότητας; Είναι η εσωτερικευμένη άμυνα μας ενάντια στο άγχος και στη θλίψη της μνημονιακής απώλειας; Είναι ένα καταφύγιο που χρειαζόμαστε προκειμένου να κατευνάσουμε τους φόβους μας; Είναι ένα είδος μαγικής ασφάλειας ενάντια στην απώλεια του ενδιαφέροντος και της αγάπης της μητέρας Ευρώπης-Κοινωνικού Κράτους; Είναι το αντικείμενο στο οποίο προβάλλουμε τις επιθυμητές πρακτικές και συμπεριφορές της «φωτισμένης μητέρας-Εσπερίας»; Είναι, εν τέλει, το ευρώ, το «παραμύθιασμα» που χρειαζόμαστε για να τη «βγάλουμε καθαρή»στη δυσμενή κατάσταση της εθνικής μας αυθυπαρξίας ή ανυπαρξίας, έτσι όπως ξαφνικά βρεθήκαμε ξεκομμένοι από το «κράτος-κόμμα-τροφό», που του είχαμε αναθέσει την συναισθηματική και υλική μας τροφή;
 
Κι αν είναι έτσι, αν πρόκειται για ένα Σύνδρομο, που οι μηχανισμοί της εξουσίας διαχέουν στο κοινωνικό σώμα προκειμένου να το καθηλώνουν σε νηπιώδη κατάσταση, αν ισχύει αυτό που λένε ότι η «ικανότητα» των ανθρώπων να παιδιαρίζουν είναι άπειρη όταν νιώθουν ανασφάλεια, δεν έχει έρθει η ώρα να ενηλικιωθούμε;
 
Αν είναι έτσι, πότε άραγε θα απελευθερωθούμε από την «πιπίλα» του ευρώ, που επιμένουμε να στριφογυρίζουμε ηδονικά στο στόμα μας, παρά τις κατ’ επανάληψιν πιστοποιήσεις μας ότι πρόκειται για ένα κάλπικο νόμισμα;
 
Στην τελική, για πόσο ακόμη θα μένουμε παγιδευμένοι, να πατάμε πεισματικά, μέσα στον κουβά με το νερό τον οποίο προσπαθούμε εναγωνίως να σηκώσουμε; Γιατί πρέπει, ντε και καλά, να δούμε τον πάτο του κουβά να ξεχαρβαλώνεται ή το χερούλι να μας μένει στο χέρι;    
 
Το άρθρο στολίζει το έργο  “Transitional Objects” της  Αnn Harper.