Τα όπλα που έγιναν μπούμερανγκ

Του Παντελή Μπουκάλα

Η μικρή πικρή ιστορία των μνημονίων που επιβλήθηκαν για να ρυθμίσουν και να χειραγωγήσουν κατ’ αρχάς την πολιτική στην Ελλάδα και κατόπιν την οικονομία δεν διαφέρει από τη μακρά ιστορία των συμφωνιών αυτού του τύπου που εφαρμόστηκαν σε άλλες χώρες: Αργά ή γρήγορα, και όσο κι αν αντισταθεί ο ασθενέστερος επικαλούμενος τη λαϊκή βούληση, τελικά υποχωρεί ή υποτάσσεται. Οχι επειδή δεν έχει το δίκιο με το μέρος του, όχι επειδή οι οικονομικοί σχεδιασμοί του είναι σαθροί και των πιστωτών σοφά επεξεργασμένοι και αποδεδειγμένα αποδοτικοί, αλλά ακριβώς επειδή είναι ασθενέστερος και η χρεία του κουρταλεί ξένες θύρες. Οι οικονομικές του ανάγκες τον καθιστούν τρωτό, ανίσχυρο στα τελεσίγραφα.

Βλέπει έτσι να φεύγουν –μονομιάς ή σταδιακά– μέσα από τα χέρια του αυτά που θεωρεί δικά του βαριά όπλα και να γίνονται όπλα των πιστωτών. Ηταν ευρύτερα πιστευτό λ.χ., στην κυβέρνηση, στην αντιπολίτευση και σε κάθε είδους δημοσιολόγους ότι το Grexit αποτελεί όπλο της Ελλάδας και ότι η επίκλησή του και μόνο θα έκαμπτε την αδιαλλαξία των Ευρωπαίων. Ισως αυτό ίσχυε μερικώς το 2012. Οχι όμως το 2015. Στην τριετία που μεσολάβησε, κάθε χώρα ξεχωριστά (ιδιαίτερα οι ηγεμονεύουσες), αλλά και η Ευρωζώνη και η Ευρωπαϊκή Ενωση στο σύνολό τους, ακόμα και τρίτες χώρες, μέτρησαν και ξαναμέτρησαν το κόστος και το όφελος και ετοίμασαν την άμυνά τους για να αμβλύνουν έγκαιρα οποιονδήποτε κίνδυνο.

Αντίθετα, η επίσημη Ελλάδα μασούσε (και ζαλιζόταν) τις δάφνες μιας νίκης που δεν ήρθε ποτέ και δεν θα ερχόταν ποτέ. Και όταν πια το όπλο έγινε αυτεπίστροφο, και μάθαμε εκ των υστέρων μέσα από τις αντιφατικές δηλώσεις του κ. Βαρουφάκη ορισμένα αντιφατικότατα πράγματα για ένα-δύο-τρία Plan B, ξανάκαναν πανηγυρικά την εμφάνισή τους η δεδομένη πολιτική ανωριμότητα και ο μικροκομματισμός του πολιτικού μας συστήματος. Και καταγγέλθηκε έτσι σαν εθνική προδοσία αυτό που ήταν υποχρεωτικό. Δηλαδή, η προληπτική επεξεργασία κάποιων εναλλακτικών σχεδίων, ώστε η χώρα να διαθέτει στοιχειώδη άμυνα σε ενδεχόμενη αποπομπή της.

Ενα δεύτερο όπλο που έφυγε σχεδόν αμέσως από τα χέρια της ελληνικής κυβέρνησης για να γίνει μπούμερανγκ ήταν η τόσο εύλογη πίστη στο ηθικό, δικαιικό και πολιτικό βάρος της νωπής λαϊκής ετυμηγορίας, τόσο των εκλογών της 25ης Ιανουαρίου όσο και του δημοψηφίσματος: Στη μία και μόνη δική σας λαϊκή επιθυμία, ήταν η απάντηση, έχουμε να σας αντιτάξουμε δεκαοχτώ, των υπόλοιπων χωρών – όπου βέβαια δεν είχαν γίνει δημοψηφίσματα με μοναδικό ερώτημα τη στάση κάθε λαού απέναντι στο ελληνικό πρόβλημα. Στο ευρωπαϊκό σοφίστευμα η ελληνική κυβέρνηση, λειψά προετοιμασμένη και με απογειωμένο τον βολονταρισμό της, ενδημικό στην Αριστερά, αποκρινόταν επαναλαμβάνοντας όλο και πιο συχνά τα περί σεβασμού της δημοκρατίας στον τόπο που γεννήθηκε, γεγονός που αποκάλυπτε μιαν όλο και πιο βαθιά αμηχανία. Το κρίσιμο λάθος της, άλλωστε, ήταν ότι θεωρούσε δεδομένη τη δημοκρατία στη λειτουργία της Ε.Ε. Ενώ είναι το ζητούμενο.