Ταξιδιάρα Ψυχή… Ψύχωση

του Φώτη Θαλασσινού

Καθόμουν έξω στα Έβερεστ της Καλλιθέας. Έπινα τον καφέ μου και την κοίταζα στην απέναντι θέση. Ήξερα από παλιότερα τυχαία συναπαντήματα μας πως ήταν μια τρελή της πόλης. Μία ψυχωσική, μπορεί και άστεγη. Εκείνο το απόγευμα  είχε με αλγεινό άγχος, σχεδόν αφηνιασμένη, χαρακτηριστικό των τρομακτικών απαιτήσεων της από τους ανθρώπους και την πραγματικότητα γύρω της, βαλθεί να χτίσει τον μικρόκοσμο μέσα στον οποίο ανέπνεε συμφώνως προς τις αποσαρθρωτικές ενορμητικές επιθυμίες της. Δεν τα κατάφερνε και ξεκινούσε ένα δυσοίωνο παρατεταμένο παραλήρημα κινήσεων που δεν θα σταμάταγε παρά αργά τη νύχτα με την έλευση της κούρασης της. Κάθε τόσο έπιανε τα πυκνά της μαλλιά για να αποδιώξει ό,τι εκεί μέσα φώλιαζε και την τυραννούσε. Ήταν αναφανδόν συσκοτισμένη με την απονενοημένη πρεμούρα της να φτιάξει τα πραγματάκια που είχε μαζί της.  Διάφορα ετερόκλητα αντικείμενα που η παρατήρηση τους θρυμμάτιζε πιο πολύ τον εσωτερικό της σπασμένο καθρέφτη.  Πάνω στον πάγκο μπροστά της υπήρχε ένα μήλο, μια χτένα, μια πετσέτα και δυο αφίσες. Ούτε κάποιος λοξός καλλιτέχνης του Ντανταϊσμού θα μπορούσε να παντρέψει τόσο διαφορετικές παραστάσεις. Όταν η τρελή έβλεπε πως δεν ήταν εφικτό να κάνει κάτι, απέρριπτε τα δεδομένα, σηκωνόταν πάνω και εισερχόταν στον οικείο χώρο του μαγαζιού. Το ψυχωτικό άγχος την περιήγαγε από την θέση της στην ποθητή λησμοσύνη του μέσα Έβερεστ. Κι έπειτα πάλι έξω μπροστά στο μήλο και τα άλλα που της ανήκαν. Όταν την άφησα δεν είχε τελειώσει με τις τεράστιες αγωνίες της. Προσπάθησα να της μιλήσω. Για εκείνη, εκείνες τις στιγμές, δεν υπήρχε κανένας άλλος. Δεν πήρα καμιά φωνή της.

Τις επόμενες μέρες την αναζήτησα ξανά. Ήθελα να την ακούσω, να της μιλήσω, να προσπαθήσω να της δείξω πως δεν είναι αποχωρισμός κάτι που πιο θετικά μπορούμε να το δούμε σαν περιοδική παρουσία. Αν έμπαινα στη ζωή της, ίσως μπορούσα να βρω μια θεραπευτική αλήθεια για να την προσεγγίζω. Δεν μπορούσα να τη βλέπω συνέχεια μόνη της. Μου ήταν εξαιρετικά συμπαθής.  Δυστυχώς,  τον περισσότερο χρόνο,  δεν ήταν διαθέσιμη στους άλλους.  Οι βόλτες στην γειτονιά μου ήταν πάντα μια ευκαιρία για την τυχαιότητα να αναδειχτεί στην πιο συναρπαστική μέθοδο εξύφανσης απρόσμενων μοιραίων συναντήσεων. Και ήταν έτσι, και για ανθρώπους σαν την ψυχωσική είχα διαμορφώσει την καλύτερη θέση στην καρδιά μου. Από μια παλιά αρρώστια, μου είχε μείνει να πιστεύω πως αν συμμετείχα στο παραλήρημα ενός τρελού, αν συνομιλούσα μαζί του, θα μάθαινα την απόλυτη αλήθεια.

Τον Παναγιώτη τον γνώρισα στο Μοναστηράκι μία μέρα πριν τον Δεκαπενταύγουστο. Την πρώτη μέρα που τον είδα φορούσε το τζινάκι του το βρώμικο, ένα μπλουζάκι λαδωμένο και δυο κολιέ με πλουμιστές χάντρες και σταυρούς. Στην αρχή είχα πιάσει κουβέντα μ’ ένα Τσέχο –είχα δυο ώρες για ν’ αλητέψω πριν το ραντεβού μου μ’ έναν σπουδαίο φίλο μου. Η συζήτησή μας κράτησε λίγα λεπτά. Γιατί οι άνθρωποι να αποδεικνύονται ανελεύθεροι μπροστά στην καρδιά που τους χαρίζεται με αιδώ και διαχύσεις  σαν ένα ανεπανάληπτο κράμα της πιο πολλά υποσχόμενης σύνθεσης ; Γιατί έμαθαν στα δεσμά και την αρμονία της φύσης και πως όλα υπακούνε σε νόμους των ανθρώπων. Και έπρεπε να τους πω εγώ πως οι μόνες αναμφίλεκτα θετικές απορροές απ’ την υπερβατική πίστη, που καλό είναι να ακολουθούν αν θέλουν να ζήσουν την ψυχική ανάταση της επαφής με τον Θεό, είναι η διόραση, η διαίσθηση και η επαφή με το άγνωστο και περιφρονημένο. Τέτοιες γνώσεις τις έχουν μόνο οι κουλοί αυτού του κόσμου και οι μωροί. Μωρός εγώ, μωρός κι ο Παναγιώτης δεν δίστασα να τον καλέσω κι εκείνος με την  επίνευσή του με φώναξε στο φεγγερό μαρτύριο του ή την ανέμελη κοσμάρα του. Δεν το κατέχω τί απ’ τα δυο είναι εγγύτερα στην αλήθεια.

Μου είπε πως είναι άγγελος επί του εδάφους και έδωσε και σ’ εμένα αυτή την ουρανόπεμπτη καταγωγή. Ο κόσμος ήταν ένα όλο και πιο ξένο πράγμα γι’ αυτόν και επειδή δεν άντεχε να τον βλέπει να ξεμακραίνει, του  έδωσε ό,τι ιδιότητες είχε πιο κοντά στη λογική του. Ο ψυχωσικός, αυτό που δεν γίνεται δικό του το αποβάλλει και στη θέση του αφήνει το προσωπικό του  ίχνος. Εγώ, που είμαι νευρωτικός, αν κάτι δεν γίνεται να το έχω το απωθώ στο ασυνείδητό μου. Μου είπε πολλά και περίεργα ο παράξενος της πλατείας. Μου έδωσε πληροφορίες για ένα πρώην Αμερικάνο τραγουδιστή που τώρα παίζει σε αστυνομικά σήριαλ. Αυτός, μου ανέφερε ο Παναγιώτης, έχει τον πούτσο του διαβόλου και οι καμπάνες που χτυπάνε στις εκκλησίες είναι κι αυτές σατανικές. Όταν διακόπταμε το κουβεντολόι καπνίζαμε τα τσιγάρα μου και ο ευαίσθητος φίλος μου έκλαιγε επειδή του άνοιγα κι εγώ την δική μου καρδιά. Που και που ξεχνιόταν και τραγουδούσε …ταξιδιάρα ψυχή… σ’ αυτό το ταξίδι δεν θα σε περιμένω… τα λόγια του Γιάννη Αγγελάκα. Μου έμαθε και κάτι κόλπα. Αν ήθελα να κάνω τους ανθρώπους να τα χάνουν, με συμβούλευσε να τους λέω να στρίβουν το κεφάλι τους με τον ίδιο τρόπο που η Γη περιστρέφεται γύρω απ’ τον νοητό άξονά της.  Μετά μουρμούρισε κάτι για το σύνδρομο της Ηλέκτρας και το Οιδιπόδειο σύμπλεγμα και με άφησε χαιρετώντας με κι αγκαλιάζοντάς με.

Τον Δεκαπενταύγουστο, το απόβραδο, τον επισκέφτηκα πάλι για να του ευχηθώ. Του είχα πάρει δώρο κι ένα πακέτο τσιγάρα. Κάπνιζε τα ίδια με τα δικά μου. Marlboro Lights. Η κατανόηση που του κράταγα τον απελευθέρωσε και οι αποκρίσεις μου σ’ όλους τους μετεωρισμούς της σκέψης του, σμιλεύσανε ένα καλό αμοιβαίο συναίσθημα εμπιστοσύνης. Ενεφύσησα ευσπλαχνία με την προσδοκία μιας όμοιας αντίδρασης. Στο τέλος έως και φιλοσοφούσαμε τη ζωή. Με τον δικό μας μυστικό τρόπο. Με κώδικες που φτιάξαμε για να ομονοούμε. Στιγμές νιώθω πως αγαπώ τον Παναγιώτη. Κατά τις 20.30 τον άφησα. Του ευχήθηκα δεύτερη φορά να είναι πολύχρονος. Άφησε τη ψυχή σου να βγει έξω, δεν υπάρχει πιο όμορφη, μου είπε πριν με καληνυχτίσει.      

Κείμενο και φωτογραφίες: Φώτης Θαλασσινός.

Τα σχόλια έχουν κλείσει για αυτό το άρθρο

Σχόλια

  • 1 Ο/Η Σωκράτης έγραψε: (πριν 1 έτος)

    Πολύ ωραία κείμενο ακόμα μια φορά απο τον Φώτη

loading..