Η προσευχόμενη και ο Χαίντελ

της Βασιλικής Νευροκοπλή

Συνήθως προτιμούμε την έξοδο κινδύνου. Είναι οι θέσεις που έχουν αρκετό ελεύθερο χώρο για ν' απλώσεις τα πόδια σου. Στη διπλανή τριάδα κάθεται ένα ζευγάρι μουσουλμάνων. Στο κέντρο η γυναίκα και αριστερά της ο σύζυγος. Όταν καταφτάνει ο τρίτος επιβάτης που έχει θέση στο παράθυρο, το ζευγάρι σηκώνεται πάραυτα και αλλάζει θέση προκειμένου να μην κάθεται η κυρία δίπλα στον ξένο άντρα. Η πτήση ξεκινά από Κωνσταντινούπολη κι έχει προορισμό την Τυνησία. Κάθομαι απ' τη μεριά του διαδρόμου. Είναι η πρώτη φορά που θα έχω χρόνο ικανό να παρατηρήσω μια τέτοια γυναίκα. Η πτήση διαρκεί σχεδόν τρεις ώρες. Μου αρκούν.

Ο ηλικιωμένος άντρας της φοράει λευκή κελεμπία. Αυτή ντυμένη στα μαύρα, τυλιγμένη με μια γκρι μαντήλα. Φορά μαύρο καλσόν κι ας είναι κατακαλόκαιρο. Τα χαμηλά μαύρα της παπούτσια είναι παλιά και φθαρμένα. Κατά διαστήματα τραβά τα μανίκια να καλύψει εντελώς τους καρπούς των χεριών της. Το λευκό της θα μείνει κρυμμένο από τα αδιάκριτα βλέμματα όσο της είναι εφικτό. Κατά τη διάρκεια της πτήσης βγάζω τα πέδιλα να ξεκουραστούν τα γυμνά μου πόδια. Στρώνω στη μοκέτα δυο χάρτινες σακούλες για σκουπδάκια απ' αυτές που έχει το αεροπλάνο της Turkish airlines στο μπροστινό κάθισμα και πατώ πάνω τους. Λίγο αργότερα βγάζει κι η γυναίκα τα δικά της. Πατά στη μοκέτα. Έχει ένα ελαφρώς μακρόστενο πρόσωπο με λεπτά χαρακτηριστικά. Θα πρέπει να διανύει τη δεκαετία των εξήντα. Η μελαχρινή αεροσυνοδός με τα κατάμαυρα ζεστά μεγάλα μάτια μάς σερβίρει το  φαγητό. 

Σχεδόν όλο το αεροπλάνο έχει τελειώσει το γεύμα του. Ακόμα κι εγώ που τρώω αρκούντως αργά. Η διπλανή μου είναι ακόμα στη μέση. Τρώει μικρές μικρές μπουκίτσες σαν πουλάκι. Οι κινήσεις της είναι λεπτές σαν τα χαρακτηριστικά του προσώπου της. Μικρά και λεπτά τα δάχτυλά της, λεπτότατοι οι καρποί που τρώγοντας αποκαλύπτουν το χιονάτο  δέρμα. Ο άντρας της μιλά με τον διπλανό του ξένο. Η γυναίκα δε μιλά με κανέναν. Όταν κάποτε τελειώνει το φαγητό, παραδίδει το δίσκο στην πανέμορφη.

Διαβάζω το βιβλίο "Μεγάλες ώρες της ανθρωπότητας"  του Στέφαν Τσβάϊχ από τις εκδόσεις Κοροντζή. Παρόλο που είμαι πολύ αποροφημένη από  το εξοχο ανάγνωσμα και  το συγκεκριμένο αφήγημα που επιγράφεται "Η ανάσταση του Γωργίου Φρειδερίκου Χαίντελ", με την άκρη του ματιού μου την παρατηρώ. Ή ίσως όχι με την άκρη του ματιού. Με την άκρη της συνείδησης.  Της ψυχής μου ίσως.  Μια ακόμη λεπτή,  λεπτότατη κίνησή της με ρυμουλκεί από το βυθό της ανάγνωσης στην επιφάνεια της πραγματικότητας.  Τα δάχτυλά της συλλαβίζουν κόμπο-κόμπο ένα κομποσχοίνι μαύρο με διάσπαρτους κόκκινους κόμπους. Έχει σκυμμένο το σκεπασμένο της κεφάλι, τα μάτια κλειστά. Επιστρέφω στο βιβλίο μου σκεπτόμενη πως το κομποσχοίνι της μοιάζει πολύ με τα δικά μας. Ασυναίσθητα ξεκινώ να λέω την ευχή.  Ο Χαίντελ μετά από μια μακρά περίοδο θλίψης γιατί έχει ξεσπάσει πόλεμος και κανείς δεν ενδιαφέρεται για τη μουσική του, συναυλίες δε γίνονται κι  οι δανειστές του τον κυνηγούν, βρίσκει  ένα βράδυ επιστρέφοντας  από τη βόλτα του γεμάτος μαύρες σκέψεις μήπως πρέπει να δώσει ένα οριστικό τέλος στη ζωή του -κι ας έχει σωθεί από ένα βαρύ εγκεφαλικό λίγο καιρό νωρίτερα κι έχει αποκατασταθεί η παραλυμένη του πλευρά-,  ένα φάκελο πάνω στο τραπέζι του. Είναι από έναν άσημο στιχουργό με τον οποίο έχει ξανασυνεργαστεί. Διαβάζει το γράμμα του Τζέννες. Τον παρακαλεί να δώσει μουσική στους ταπεινούς του  στίχους σαν μεγαλοφυής που είναι. Αισθάνεται πως ο νεαρός στιχουργός τον σαρκάζει. Σκίζει το γράμμα σε χίλια κομμάτια και το πετά. Πέφτει εξαντλημένος στο κρεβάτι να κοιμηθεί. Να γλυτώσει από τον εφιάλτη της ζωής που τον καταθλίβει. Δεν μπορεί.  Κάποτε σηκώνεται. Η περιέργεια   είναι η μοναδική σπίθα ζωής που του έχει απομείνει. Ανοίγει το χειρόγραφο.  Η πρώτη λέξη των στίχων είναι: Παρηγορήσου. Και ο τίτλος του έργου "Ο Μεσσίας".  Η άκρη της ψυχής μου, της συνείδησής ή του ματιού μου, συλλαμβάνει άλλη μία λεπτή κίνηση της μαυροντυμένης. Τα λεπτά της χείλη ψελλίζουν μια προσευχή. Σε κάθε κόμπο επαναλαμβάνει τα ίδια λόγια. Δεν ξέρω τι λέει. Ούτε σε ποιον θεό. Ο Χαίντελ συνεχίζει να διαβάζει το χειρόγραφο. Κάθε στίχος γράφτηκε για κείνον. Ο Θεός διάλεξε έναν ταπεινό και άσημο στιχουργό για να τον βγάλει από την άβυσσο. Κάθε στίχος τον σηκώνει λίγο ψηλότερα. Του αφαιρεί σκοτάδια προσθέτοντας φως. Η γυναίκα προσεύχεται αδιαλείπτως. Ο Χαίντελ σταματά την ανάγνωση. Δεν αντέχει να φτάσει στο τέλος. Ακούει ήδη τη μουσική μέσα του. Παίρνει το πεντάγραμμο κι αρχίζει. Η γυναίκα προσεύχεται. Ο συνθέτης γράφει. Τρεις βδομάδες γράφει ακατάπαυστα. Δεν κοιμάται, δεν ξυπνά. Είναι μεθυσμένος από έμπνευση.  Όταν ο υπηρέτης τού φέρνει φαγητό, αρπάζει με το αριστερό χέρι μερικές μπουκιές ψωμί και τις χώνει βιαστικά στο στόμα χωρίς να σταματήσει το γράψιμο. Η μουσική προχωρά νότα νότα. Κόμπο κόμπο η προσευχή. Ο Χαίντελ ολοκληρώνει το έργο και πέφτει να κοιμηθεί. Κοιμάται ένα ολόκληρο εικοσιτετράωρο αφού έχει τελειώσει τον "Μεσσία". Κοιμάται κι η γυναίκα. Το έργο του Χαίντελ κάνει πρεμιέρα στο Δουβλίνο. Τα πλήθη παραληρούν. Δε θα υποκλιθεί. Θα φύγει κρυφά. Λίγο νωρίτερα κι ενώ ακόμα γίνονται πρόβες, δυο άντρες τον επισκέπτονται και τον παρακαλούν τα έσοδα της πρώτης βραδιάς,  αν θέλει,  να τα χαρίσει στους φυλακισμένους και στους αρρώστους. Ο Χαίντελ χαμογελά. Όχι μόνο της πρώτης βραδιάς, απαντά. Όλα τα έσοδα κάθε βραδιάς, όλων των συναυλιών αυτού του έργου, όπου κι αν παιχθεί,  θα πηγαίνουν στους φυλακισμένους και στους αρρώστους. Ό,τι έστειλε ο Θεός πρέπει να επιστραφεί στον Θεό! Θα πηγαίνουν στους αρρώστους  γιατί κι εγώ ήμουν άρρωστος κι Εκείνος με γιάτρεψε! Ήμουν φυλακισμένος και μ' ελευθέρωσε. Η ηλικιωμένη γυναίκα ξυπνά και συνεχίζει την προσευχή της όπως και πριν. Ο Χαίντελ γερνά. Οι οικονομικές δυσχέρειες μεγαλώνουν. Οι πιστωτές του πάλι τον τυραννούν. Μα εκείνος πλέον τους αντιμετωπίζει με ξεγνοιασιά. Η ώρα του πλησιάζει. Θέλει πολύ να πεθάνει Μεγάλη Παρασκευή, όχι άλλη μέρα. Οι γιατροί του δεν το καταλαβαίνουν.  Δεν ξέρουν ότι γι' αυτόν η Μεγάλη Παρασκευή ήταν η 13η του Απρίλη, η μέρα που το παντοδύναμο χέρι Του τον ανύψωσε απ' την άβυσσο και του χάρισε την αιωνιότητα. Η μέρα που χάρισε τον "Μεσσία" στον κόσμο. Ο Θεός δεν του χαλά χατίρι. 

Το αεροπλάνο προσγειώνεται στην Τυνησία. Η προσευχόμενη  σηκώνεται. Σηκώνεται κι ο άντρας της. Σηκώνεται κι ο ξένος. Ο Χαίντελ έχει σηκωθεί πολύ ψηλότερα απ' όλους μας χρόνια πριν. Κι η μουσική του επίσης. Εκεί ψηλά συναντήθηκε σήμερα με την προσευχή της γυναίκας που έχει λεπτά δάχτυλα κι ελαφρώς μακρόστενο πρόσωπο με λεπτά, πολύ λεπτά χαρακτηριστικά. Όλο το αεροπλάνο άκουσε σε σύγχρονη διασκευή τον Μεσσία...