Ταπεινογραφία: Η ταρίφα της μπουρδελότσαρκας

του Τάσου Θεοδωρόπουλου

Διάβασα πριν μερικές μέρες στο toportal.gr, ένα  πανέμορφα γραμμένο κείμενο του  Φώτη Θαλασσινού, με αφορμή το στέκι του τσοντάδικου καi ξενοδοχείου Κοσμοπολίτ  και της γύρω περιοχής για  πληρωμένο gay έρωτα. Γραμμένο με ειλικρινές συναίσθημα, από έναν ευαίσθητο απέναντι στα κάθε λογής ημιτόνια,  μουσικό χαρτογράφο  της ανθρώπινης ψυχής, σε αναζήτηση μικρού εξερευνητή για αλήθεια και  ομορφιά ανάμεσα  στα   παραπεταμένα  που  όμως λάμπουν, όπως τα ασημένια τσιγαρόχαρτα από τα παλιά πακέτα τσιγάρων, τις κασετίνες, μέσα στα σκουπίδια. Θα μπορούσα, ίσως όχι με τον ίδιο πραγματικά σαγηνευτικό λυρισμό του κου Θαλασσινού, να το είχα γράψει κι  εγώ κάποιες άλλες εποχές. Για να είμαι ειλικρινής, το είχα γράψει, σε πολλές παραλλαγές. “Ποτισμένος” από τη σαγήνη του καταραμένου. Τον Φασμπίντερ, τον Ζενέ. Την εξωραϊσμένη μέσα στην αυτοκαταστροφική της λάμψη εικόνα στην οποία ο κος Θαλασσινός κατά την ταπεινή μου γνώμη χαρίζει εκβιαστικό συναίσθημα ανθρώπινης επαφής. Και το διατυπώνω με κάθε επιφύλαξη το “εκβιαστικό”, σεβόμενος ταυτόχρονα τη  γνησιότητά του  εφ’ όσον το κείμενό του είναι προσωπικό και εξομολογητικό.  

Το θέμα όμως είναι το πως αυτό λειτουργεί έξω από τα προσωπικά πλαίσια. Σαν ανάγνωσμα. Δυστυχώς κατά  τη γνώμη μου, λειτουργεί όπως κάτι life style φωτογραφήσεις μόδας σε φαβέλες και μπουρδέλα, με μοντέλα μακιγιαρισμένα σαν πρεζόνια, που γκλαμουροποιούν το σκοτάδι, χρησιμοποιώντας την “παράνομη” γοητεία του σαν διαβατήριο σαλονάτης κλειδαρότρυπας σε έναν άγνωστο κόσμο. Ακόμα κι αν αυτή δεν ήταν, που  είμαι σχεδόν σίγουρος πως δεν ήταν, η πρόθεση του  κου Θαλασσινού.  

Έχοντας όμως κι εγώ ζήσει στους χώρους και τις καταστάσεις που ο ίδιος αναφέρει στο κείμενο του, έχοντας παίξει το παιχνίδι της πεταλούδας γύρω από μια λάμπα ξενοδοχείου της μιας ώρας και έχοντας πληρώσει το τίμημα μέσα μου, ας μου επιτρέψει ο συγγραφέας, με όλο το σεβασμό μου απέναντι του,  να αισθάνομαι τουλάχιστον αμήχανα απέναντι σε φράσεις όπως “όλες αυτές οι ομορφιές που ανθίζουν εκεί μέσα δεν πρέπει να μολύνονται από τον φαύλο προδότη κόσμο των πολλών. Θυμάμαι ακόμη σαν μεθυσμένος το χάδι του ξένου ερωτιδέα στο λαιμό μου την ώρα που στα μάτια μου παιζόταν η συντέλεια του έσω κόσμου μου”. Kαι να απαντήσω, με ένα παλιότερο κείμενο μου που είχε δημοσιευτεί στο περιοδικό Αntivirus, κινδυνεύοντας να χαρακτηριστώ συντηρητικός.

“Αν το σεξ είναι η απάντηση, τότε ποια είναι η ερώτηση; Ή μάλλον οι ερωτήσεις. Ανήκω σε αυτή τη γενιά των  gay, που μεγάλωσαν και βίωσαν τις πρώτες τους σεξουαλικές εμπειρίες, σε ένα πολύ περίεργο, ειδικά για την Ελλάδα, χρονικό μεταίχμιο. Ένα σημείο στο οποίο αργά αλλά σταθερά, ο ομοφυλόφιλος πόθος είχε αρχίσει να απενοχοποιείται, τα gaybar είχαν αποκτήσει τη δική τους στήλη στους οδηγούς της πόλης, τα  mainstream περιοδικά αναφερόντουσαν ανοιχτά στο gay lifestyle και η τηλεόραση δεν φοβόταν τόσο πλέον να χρησιμοποιήσει gay χαρακτήρες. Εννοείται κατά πλειοψηφία σε κωμικά πλαίσια, με εκμοντερνισμένoυς «Φίφηδες» εφ’ όσον αν το πράγμα σοβάρευε, το ΕΣΡ θεωρούσε ότι προσβάλλονται ιερά και όσια. Όπως εννοείται πως για την πλειοψηφία των «straight» δεν είχαμε πάψει να είμαστε «πουστάρες».

Ναι, πραγματικά μια περίεργη αλλαγή εποχής, με την ελευθερία της έκφρασης του πόθου να προβάλλει για πρώτη φορά σαν προοπτική, την ώρα που η επιδημία του ΑIDS δημιουργούσε ένα καινούργιο κύμα νεοσυντηρητισμού και κυνηγιού μαγισσών. Και στο πίσω μέρος του μυαλού μας, όσο κι αν χορεύαμε ημίγυμνοι στο Factory, υπήρχε ακόμα έντονος ο καταραμένος πόθος, ο Φασμπίντερ, ο Ζενέ, η κάβλα της ενοχής, του υπονόμου, του λιμανιού, ένα αμάλγαμα υψηλής λογοτεχνίας και μαυρόασπρου ελληνικού μελό στα «Κόκκινα φανάρια».

Και κάπως έτσι, διχασμένοι ανάμεσα στον Ταχτσή, τον Χατζιδάκι, τον Καβάφη και τα gogo boys, μεγαλώσαμε, πηδηχτήκαμε, χαρήκαμε, γκομενίσαμε, στήσαμε υστερικά δράματα. Ανάμεσα στην ενοχή και την απελευθέρωση. Λίγο μουδιασμένοι απέναντι στην ατόφια χαρά του πόθου και του έρωτα. Κάτι που σε πολλούς από μας, σ’ εμένα σίγουρα, δημιούργησε μια διαστρεβλωμένη εκδοχή στο συναίσθημα του έρωτα. Σαν να έπρεπε με το ζόρι, να πονέσω για να το βιώσω, να εξαπατηθώ, να κάνω «αμαρτίες». Ένα ηδονικό αυτομαστίγωμα.

Το ξεχνάω συχνά, έχω κάνει προόδους με την αυτοψυχοθεραπεία μου, είναι όμως κάποιες φορές, δυο τρεις το χρόνο, που για κανένα μήνα κυλάω ξανά, σαν πρεζάκι. Και πιάνω τον εαυτό μου καθηλωμένο στο  gayromeo να αναζητώ  escorts  ή να περιπλανιέμαι σε «μυστικά» μπαρ με ειδικότητα στον πληρωμένο έρωτα. Και μετά σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου, να χειρίζω και να χειρίζομαι, έχοντας πληρώσει τη φαντασίωση, τον ρόλο, το παιχνίδι της πουτάνας και του σκληρού εραστή. Δημιουργώντας μια αυταπάτη τόσο πειστική που για μερικές μέρες ξεχνάω ότι είναι φτιαχτή. Αυτή του καταραμένου έρωτα που έγραψα παραπάνω. Του αρχέτυπου ενός σκληρού άντρα που θα με χρησιμοποιήσει, θα με πονέσει και θα με εκμεταλλευτεί, παρέχοντας μου μια προσομοίωση ανταλλακτικής αγάπης. Ναι, το σύνδρομο της Κατερίνας Χέλμη και του «μη μ’ αφήνεις Ντορή μου θα φαρμακωθώ, βγάλε με ακόμα και στο πεζοδρόμιο αρκεί να είσαι ο άντρας μου».

Οκ, δεν είναι τόσο δραματικό όπως το περιγράφω, γιατί πάντα, δυο τρεις μέρες αργότερα και ένα δυο κατοστάρικα (που δεν τα έχω) πιο ελαφρύς από την τσέπη μου, συνέρχομαι. Και ομολογώ ότι έχω περάσει υπέροχες ερωτικές στιγμές με  escort . Αυτό που είναι άγριο, είναι η συνειδητοποίηση μετά, μέσα σε ένα συναισθηματικό κενό. Ότι αυτό που νοίκιασα, δεν ήταν σώμα, πέος, σάλια, σωματικά υγρά, ψυχή. Αυτό που πλήρωσα σαν γνήσιος μαλάκας για να αποκτήσω, ήταν η προσομοίωση του έρωτα. Η ψευδαίσθηση του πάθους. Ο εξαγνισμός της αμαρτίας. Αν αυτό που με ενδιέφερε ήταν απλά να πηδηχτώ, υπήρχαν χίλιοι τρόποι να το πετύχω με απλό καμάκι, χωρίς τη θεατράλε υπερβολή του «πάω με  escort».

Και κάπως έτσι, κάθε φορά που τελειώνει αυτή η ερωτική μου παραζάλη, νοιώθω πιο άδειος από πριν. Ούτε καν αμαρτωλός. Αυτό θα είχε έστω μια ηδονή. Απλά άδειος. Ένας ακόμα ανάπηρος που δεν τολμά να αναμετρηθεί με το συναίσθημα και επιλέγει να το αναπαράγει μέσα από σκηνοθεσίες φτηνού σινεμά. Μη με παρεξηγείς. Τρέφω μεγάλη εκτίμηση ως και θαυμασμό για το επάγγελμα του  escort, το θεωρώ απαραίτητο και εξαιρετικό σαν παροχή υπηρεσιών πρώτης ανάγκης. Δεν υποτιμώ την ηδονή ούτε τη συνδέω απαραίτητα με το συναίσθημα. Μια χαρά αυτόνομη μπορεί να υπάρξει και να μεγαλουργήσει και εύχομαι να είμαι πάντα πομπός και δέκτης της. Όμως είναι μόνο ηδονή αυτό που κάποιος ζητά όταν κάνει μπουρδελότσαρκα; Ή κάτω από την στιγμιαία χαρά, τον «μικρό θάνατο» και την αναγέννηση του οργασμού, κρύβουμε άλλα πράγματα;

Τι περιμένεις ενδόμυχα, αρκετές από τις φορές που πληρώνεις για σεξ; Ή ακόμα περισσότερο, τι προσπαθείς να αποφύγεις από τον ίδιο σου τον εαυτό; Πιθανή απάντηση: Μα τον ίδιο σου τον εαυτό. Την παραδοχή της ανάγκης σου να αγαπήσεις και να αγαπηθείς. Τη δυσκολία του να υπερβείς ένα κάρο εμφυτεύματα μέσα σου, προκειμένου να το πετύχεις αυτό. Το φόβο της αποτυχίας απέναντι σε αυτό. Η ενοχή ήταν πάντα πιο βολική από την τόλμη. Και η ουσία είναι ένα συστατικό που χωρίς να πρέπει πάντα να είναι παρούσα, χρειάζεται κάποιες στιγμές να βρίσκει τη θέση της μέσα στη συνουσία. Ίσως πάλι απλώς να γερνάω και να ηθικολογώ…”

YΓ: Αφήνω επίτηδες απ' έξω την άλλη, πιο σκοτεινή πρακτικά αυτή τη φορά κι όχι απλά εσωτερική, πλευρά του θέματος. Είναι μια άλλη, δεύτερη απάντηση στο κείμενο του κου Θαλασσινού, μια άλλη, πεζή ίσως για τον ίδιο αλλά πολύ έντονη αλήθεια, τόσο όσον αφορά την επιλεκτική ανθρωπολογική του ματιά και την γεμάτη παραμυθένια ζεστασιά χαρμολύπης, διαστρεβλωμένη αναπαραγωγή μιας πολύ πιο σκληρής πραγματικότητας στους χώρους και τις καταστάσεις  στις οποίες αναφέρεται. Της οποίας μεγάλα και οδυνηρά κομμάτια της, εφ' όσον ο ίδιος στο κείμενό του παίζει έντονα με την έννοια του κρυφτού, μένουν κι αυτά για πάντα κρυφά.


***Ακολουθήστε τον ΤΑΖ στο https://www.facebook.com/tazthebuzz