Χούβερ - Μπρίνινγκ ή Ρούσβελτ;

Του Γιώργου Καπόπουλου

Κυβέρνηση της Ευρωζώνης ή υπερυπουργείο Οικονομικών; Η αντιπαράθεση για το μέλλον της Ευρωζώνης δεν είναι θεσμική ούτε τεχνοκρατική αλλά βαθύτατα πολιτική, χωρίς όμως τρίτη και σαφή διατύπωση του τι ακριβώς διακυβεύεται στην αντιπαράθεση Σόιμπλε - Ολάντ. Ο Σόιμπλε και ένα ισχυρό τμήμα της γερμανικής ελίτ με την πρόταση για υπερυπουργείο Οικονομικών-δημοσιονομική διακυβέρνηση προσπαθούν να επιβάλουν ως μη αντιστρέψιμη τη δημοσιονομική πολιτική που υιοθέτησε στις ΗΠΑ το διάστημα 1929-32 ο πρόεδρος Χούβερ, των δραστικών περικοπών δαπανών που εγκλώβισαν τη χώρα σε σπιράλ αποπληθωρισμού, σε παρατεταμένη ύφεση και μαζική ανεργία. Μια επιλογή που αντέγραψε στη Γερμανία το 1931-32 ο καγκελάριος Μπρίνινγκ, προκαλώντας οικονομική καταβαράθρωση και κοινωνικό αναβρασμό που άνοιξαν τον δρόμο στον Χίτλερ για την καγκελαρία.

Τότε υπήρχε το άλλοθι της άγνοιας των παρενεργειών, σήμερα η εμμονή της Γερμανίας γίνεται με πλήρη επίγνωση των παρενεργειών της στον Νότο και συνολικά στην Ευρωζώνη, αλλά είναι ο μόνος δρόμος που εγγυάται στο Βερολίνο μια πρωτοκαθεδρία που ουδείς επί του παρόντος μπόρεσε να αμφισβητήσει. Η γερμανική πολιτική διαρκούς δημοσιονομικής λιτότητας παραπέμπει στην πολιτική του Στάλιν και των διαδόχων του στην Ανατολική Ευρώπη μετά την έναρξη του Ψυχρού Πολέμου το 1947: Το Κρεμλίνο είχε πλήρη επίγνωση για το τεράστιο οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό κόστος επιβολής του σοβιετικού μοντέλου σε μια ομάδα χωρών με εντελώς διαφορετική πραγματικότητα από ό,τι η ΕΣΣΔ, αλλά επέμενε γιατί θεωρούσε ότι ήταν η μόνη δυνατότητα να διασφαλίσει την παραμονή των χωρών αυτών στη ζώνη επιρροής της που είχε κατοχυρώσει στη Γιάλτα.

Η πρόταση Ολάντ, από την άλλη μεριά, για κυβέρνηση της Ευρωζώνης γίνεται παρά την πάγια γαλλική αλλεργία για βήματα που ξεπερνούν τα όρια της διακυβερνητικής συνεργασίας και έχουν ομοσπονδιακή δυναμική, με δεδομένη την ύπαρξη μιας πλειοψηφίας χωρών που σε έναν σκληρό ομοσπονδιακό πυρήνα ή σε μια ομοσπονδιακή Ευρωζώνη θα επέλεγαν τις απόψεις του Κέινς για έξοδο από την ύφεση που εφάρμοσε ο Ρούσβελτ μετά το 1933. Μια αυθεντική ευρωπαϊκή ομοσπονδία, με την Επιτροπή σε ρόλο κυβέρνησης, το Ευρωκοινοβούλιο με αποφασιστικές αρμοδιότητες και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο σε ρόλο Ανω Βουλής, δεν θα την ήθελε σήμερα ούτε η Γερμανία ούτε η Γαλλία. Η Γερμανία γιατί θα έχανε ύστερα από 25 χρόνια το κεκτημένο του Μάαστριχτ, ένα κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα που είναι αναγωγή του μάρκου σε ευρωπαϊκό επίπεδο και με την Ευρωζώνη επί της ουσίας σε μια ζώνη μάρκου.

Η Γαλλία γιατί, με δεδομένη την εξέλιξη του σχεδίου Μιτεράν-Ντελόρ που αποδέχθηκε ο Κολ στα τέλη του 1989 για εμβάθυνση της ευρωπαϊκής ενοποίησης ως προαπαιτούμενο για την αποδοχή της προσάρτησης της Ανατολικής Γερμανίας από τη Δυτική, φοβάται ότι μια ομόσπονδη Ευρωζώνη θα γινόταν γρήγορα και σε πολιτικό επίπεδο ευρωπαϊκή αναγωγή του γερμανικού ομοσπονδιακού μοντέλου. Είναι άλλωστε χαρακτηριστικό ότι η πρόταση Ολάντ είναι η δεύτερη φορά που το Παρίσι προτείνει γενναία συρρίκνωση της εθνικής κυριαρχίας. Η πρώτη ήταν στις αρχές της δεκαετίας του '50, όταν οι ΗΠΑ αποφάσισαν τον επανεξοπλισμό της Δυτικής Γερμανίας και η Γαλλία αντιπρότεινε την Ευρωπαϊκή Αμυντική Κοινότητα (κοινό δυτικοευρωπαϊκό στρατό), μια πρόταση που τελικά απορρίφθηκε στη Γαλλική Εθνοσυνέλευση! Ετσι είναι αδύνατο να συνδυαστούν σε κοινή συμβιβαστική πρόταση τα σχέδια των Ολάντ και Σόιμπλε, γιατί ο Ρούσβελτ δεν συνδυάζεται με τον Χούβερ...