Η αβάσταχτη μελαγχολία του να μη ξέρεις να ζεις

Του Μιχάλη Μιχελή

Εκείνο που κάνω χάζι στις οικονομικές και πολιτικές αναλύσεις που αναδύονται τελευταίως από τον ελληνικό τύπο και από τους πλέον ειδικούς (όπως διαφημίζονται ή αυτοδιαφημίζονται) συγγραφείς, είναι η βαθιά μελαγχολία που αισθάνονται, όταν τελικώς ο λαός δεν τους καταλαβαίνει. Δεν μασάει ευθέως στα νοήματά τους. Γι αυτό τα λένε και τα ξαναλένε, μέχρι να τα χωνέψουν οι δύσπιστοι.
«Οι πίσω σκέψεις που κρύβονται επιμελώς με αριθμούς και προγράμματα, είναι το ζουμί της όλης ιστορίας. Δηλαδή αυτά που εμείς γράφουμε, δεν αφορούν εμάς, αλλά εσάς. Εμείς έχουμε φτιάξει την ιστορία για πάρτι μας και θέλουμε επιτέλους να καταλάβετε, ότι όλα τα δάκτυλα δεν είναι ίσα. Άρα όποιος μιλάει διαφορετικά, τον περιμένει η αμείλικτη προκρούστεια κλίνη των αγορών. Γι αυτό και το κεφάλι μέσα.
Κι έτσι ο καθείς αναζητεί το φταίξιμο στην απειθαρχία του. Λοιδορούνται οι διαφορετικές φωνές, οι λαοί χρειάζονται «αναγκαστικά» την μεγάλη δοκιμασία, μέχρι την επόμενη αβεβαιότητα, που θα τους οδηγήσει σε μια νέα κοινωνική περιπέτεια».
Αυτά τα λεγόμενα, δεν είναι σκέψεις δικές μου. Τις είπε πριν λίγο καιρό, ένα από τα φωτεινότερα μυαλά, που δυστυχώς χάσαμε για πάντα πριν λίγες μέρες.
Ήταν ο 92χρονος Στέφαν Χέσελ (φωτογραφία). Τον αποκάλεσαν «τον πατέρα» των απανταχού αγανακτισμένων. Γερμανός, που πήρε το όπλο κατά του Χίτλερ! Διέφυγε στη Γαλλία, έγινε διπλωμάτης και με την παρουσία και τα γραφτά του, εμψύχωσε τους δικούς μας αγανακτισμένους στο Σύνταγμα, στην Ισπανία στη Γερμανία κι Αμερική, σε όποια γωνία της Γης οι λαοί δεν σκύβουν το κεφάλι για να διαβάσουν τα χαζοχαρούμενα γραφτά του κάθε αναλυτή, που έμαθε να χαμηλώνει δουλικά τη γραφίδα του, στην επιβολή του τραπεζίτη.
«Εσύ είσαι ένας Πολύφημος κι εγώ ένας κανένας» είπε ο Οδυσσέας στον Κύκλωπα, που θα μπορούσε να είναι στην προκείμενη φάση η Γερμανία. Κι όμως έρχεται στιγμές που ο καθ’ ένας «τίποτα» (ο κανένας), μπορεί να δικαιωθεί, αν συνειδητοποιήσει την ισχύ του. Αν δηλαδή δεν κωλώσει, στον όποιο Όλι Ρεν, στον όποιο Σόιμπλε.
Γι αυτό και σκωπτικά η αξιολογότατη Γερμανίδα συγγραφέας Πέτρα Ρέσκι, που ζει χρόνια στη Βενετία (και γνωρίζει πολύ καλά τη νοοτροπία των Ιταλών), απευθυνόμενη στους συμπατριώτες της προχθές (που έγραψαν εναντίον της εκλογής του Γκρίλο), αναφέρει: «Μην φοβάστε τους Ιταλούς, δεν θα σας πάρουν τα πορτοφόλια. Ο ιταλικός λαός έχει υπερηφάνεια, χιούμορ, αγωνιστικότητα και δεν έχει κόμπλεξ να κριτικάρει το Μουσολίνι και το φασισμό. Γι αυτό και δεν υπάρχουν νόμοι στην Ιταλία που να εμποδίζουν την όποια αναφορά, στο Ιταλό δικτάτορα. Διότι την πιο σκληρή φάση της πρόσφατης ιστορίας τους, την καθάρισαν μόνοι τους. Τον Μουσολίνι τον κρέμασαν οι Ιταλοί αντάρτες.
Αντίθετα εμείς οι Γερμανοί, ζούμε συνέχεια φοβισμένοι από την ιστορία μας, μέχρι τα λεφτά μας! Φτιάχνουμε νόμους απαγορευτικούς γιατί φοβόμαστε την ελευθερία, ως έννοια ζωής. Φοβόμαστε ακόμη ένα Χίτλερ. Φοβόμαστε ακόμη να πούμε ότι σφάξαμε στις χώρες που κατακτήσαμε. Φοβόμαστε ότι κάποια μέρα θα ζητήσουν τα χρωστούμενα, εκείνοι οι μετανάστες, που με μαύρο δάκρυ και ιδρώτα, δημιούργησαν την ευημερία μας.
Αντί λοιπόν φίλτατοι συμπατριώτες μου, να σφίγγετε τα  πορτοφόλια σας και να δίνετε ντιρεκτίβες, όπως οι χιτλερικοί στρατηγοί, ελάτε στην Ιταλία να νιώσετε από κοντά το θάνατο της κλασικής πολιτικής. Αυτό που για μας είναι αδύνατο. Διότι οι Γερμανοί δεν ξέρουν ν’ αυτοσαρκάζονται. Οι Γερμανοί πολιτικοί θεωρούν πολυτέλεια το χαμόγελο! Το να χαμογελάς με γούστο, οι Ιταλοί το έκαναν τέχνη (Commedia del Arte). Εμείς ακόμα έχουμε μείνει στη σοβαροφάνεια της βαριάς μας μουσικής παράδοσης. Γι αυτό και δεν κατανοούμε το συρτάκι του Έλληνα, το φλαμέγκο του Ισπανού, την «τρέλα» που κουβαλάει ο Ιταλός παλιάτσος. Θέλετε να φτιάξετε μια Ευρώπη, που ν’ αντιγράψει τον πεσιμισμό σας. Τη λευκή κορδέλα της αυτοτιμωρίας, που μας έμαθε η παράδοσή μας».