Γιἀννης Μπέζος

Oταν οι άνθρωποι της τέχνης λειτουργούν με γρήγορα αντανακλαστικά, μετατρέποντας τα σημεία των καιρών προς όφελος των θεατών αλλά και του πολιτιστικού οργανισμού που διοικούν, συνήθως κάτι καλό γεννιέται. Η απόφαση του διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου να κάνει ειδικές τιμές για το κοινό το διήμερο της Επιδαύρου, στην εποχή των ειδικών συνθηκών, λειτούργησε άμεσα. Τα 11.000 εισιτήρια στο άνω διάζωμα στην ενιαία τιμή των 8 ευρώ που πρόσφερε η πρώτη κρατική σκηνή άγγιξαν αμέσως το κοινό, όπως και η δοκιμή των 1.000 εισιτηρίων στο άνω διάζωμα (500 για την Παρασκευή και 500 για το Σάββατο), τα οποία διατέθηκαν στην τιμή των 15 ευρώ, συμπεριλαμβανομένης της μεταφοράς από και προς το Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου με πούλμαν. Μια πιλοτική κίνηση που δοκιμάστηκε στις «Εκκλησιάζουσες», αλλά ο Στάθης Λιβαθινός σκέφτεται να συνεχίσει στην Επίδαυρο και το επόμενο καλοκαίρι, βάζοντας σε κάθε πούλμαν και έναν θεατρολόγο που θα μοιράζεται τις γνώσεις του με το κοινό.

Ετσι, με χιλιάδες θεατές το διήμερο, γεμάτα τα πάρκινγκ από αυτοκίνητα, ένα πολύχρωμο ετερόκλητο πλήθος, πολλούς νέους θεατές ανάμεσά τους και πάνω απ’ όλα διάθεση για αριστοφανική σάτιρα, ξεκίνησε η ανάβαση στο αργολικό θέατρο το ζεστό βράδυ της Παρασκευής. Από κει και πέρα άρχισε η έκπληξη. Γιατί, αντίθετα απ’ ό,τι περίμεναν κάποιοι βλέποντας τις οικογένειες με τα παιδιά να παρακολουθούν την παράσταση αναγνωρίζοντας κάθε τηλεοπτική φυσιογνωμία, οι θεατές δεν λειτούργησαν σαν τηλεοπτικό κοινό. Κι αυτό γιατί δεν έδωσε το δικαίωμα με υπερβολές και ξεχειλώματα επιθεωρησιακής αισθητικής ο Γιάννης Μπέζος, υπεύθυνος για τη σκηνοθεσία και τη δραματουργική επεξεργασία.

Η Πραξαγόρα του ή Πραξαγόρι αγόρευσε για το ΠΠΣΔ (Πρώτη Πραξιστική Συστημική Δημοκρατία), για την κοινοκτημοσύνη των αγαθών όπως όριζε το πρόγραμμά της, θύμισε τη Ζωή Κωνσταντοπούλου σαν εμφανίστηκε με το κόκκινο παντελόνι και το κίτρινο μακρύ μαντό, αλλά ως εκεί. Η κοινοκτημοσύνη, οι μεγάλες αντιθέσεις των νέων ιδεών, η εφαρμογή τους δεν έχουν πάντα τα επιθυμητά αποτελέσματα.

Λευκά σπίτια-σκηνές ήταν το σκηνικό του ευρηματικού Γιώργου Γαβαλά, πάνω στο οποίο φώτισαν τα πολύχρωμα κοστούμια των ηθοποιών και η ορμή της νέας γενιάς με τις ωραίες φωνές και τον ρυθμό που όρισε ο πρωταγωνιστής. Εχει ενδιαφέρον όμως ότι ο Γ. Μπέζος μετά τη δική του κύρια εμφάνιση δεν έκλεψε χρόνο για την νταρντάνα Πραξαγόρα του, αλλά άφησε γενναιόδωρα όλους τους μικρούς ρόλους να βγουν στην πρώτη γραμμή, βάζοντας τη βασική ηρωίδα στη δεύτερη. Αφησε τους θεατές να χαρούν τη μετάφραση του Μίνου Βολανάκη, στην οποία πρόσθεσε δυο-τρεις επίκαιρες αναφορές («Αϊ να χαθείς, Κατρούγκαλε», «Ψευτοαριστερές αρλούμπες από αυτές που αρέσουν στον κόσμο», «Η Πραξαγόρα ανήκει στην Αριστερή Πλατφόρμα»), και έδωσε χώρο στον χορό και τη μουσική του Κωστή Μαραβέγια, που έγραψε και τους στίχους, να μιλήσουν για την ουτοπία. Και ήταν η γλυκιά μελωδία στο φινάλε «σ’ αγαπώ πικρή μου χώρα, σ’ αγαπώ κι αρχίζω τώρα μιαν αλλιώτικη ζωή» που άφησε μια γλυκιά γεύση, καθώς το πλήθος κατηφόριζε ευχαριστημένο απ’ αυτό το αριστοφανικό διάλειμμα χαράς. Μια παράσταση που δεν είχε τη νέα πρόταση, αλλά ήταν μετρημένη, ευχάριστη, με ρυθμό, χωρίς ευφυολογήματα, τίμια.