Ο αθλητισμός σαν ψυχοτρόπο

Του Παντελή Μπουκάλα

Το συνηθίζουμε να χρησιμοποιούμε τις επιτυχίες στον αθλητισμό σαν εθνικό ψυχοτρόπο και σαν πιστοποιητικό υπεροχής. Δεν είμαστε η μοναδική χώρα όπου συμβαίνει αυτό. Ίσα-ίσα· η εθνική (ή και εθνικιστική) χρήση και κατάχρηση των αθλητικών νικών είναι οικουμενικό γνώρισμα και ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για την τεράστια διάδοση των αναβολικών, είτε για καθεστώτα σαν του ανύπαρκτου «υπαρκτού σοσιαλισμού» μιλάμε είτε για δυτικού τύπου Δημοκρατίες. Είμαστε όμως η μοναδική χώρα που μπορεί να καυχηθεί ότι η στάση της αυτή υπαγορεύεται από μια παράδοση τριών χιλιετιών, από τον καιρό που οι πόλεις-κράτη αξιοποιούσαν τις ολυμπιακές νίκες των αθλητών τους για να τονώσουν το φρόνημα των πολιτών τους. Ακόμα πάντως ηχούν στ’ αυτιά μας οι επηρμένες δηλώσεις για τα «νικηφόρα ελληνικά γονίδια» -τότε με τους καταστροφικούς για την οικονομία Ολυμπιακούς του 2004-, τα οποία ενίοτε χρειάζονταν χημική ενίσχυση για να αποδείξουν την υψηλή ποιότητά τους.

Ειδικά τις αθλητικές επιτυχίες σε μικρές ηλικίες οι ενήλικοι συνηθίζουμε να τις χρησιμοποιούμε σαν ψυχικό αναβολικό αλλά και σαν ευκαιρία για ηθικολογικά κηρύγματα. Τη μοίρα αυτή δεν θα μπορούσε να την αποφύγει η πρωτιά των εφήβων μας στο Πανευρωπαϊκό του μπάσκετ, στον Βόλο. Πάνω-κάτω τα ίδια παλικαράκια, ελάχιστες μέρες πριν, είχαν κατακτήσει την τέταρτη θέση στο Παγκόσμιο πρωτάθλημα ηλικίας κάτω των 20 ετών, στο Ηράκλειο. Τότε όμως δεν παραασχοληθήκαμε μαζί τους. Δεν το κάναμε «εθνικό θέμα». Γιατί; Θέλει και ρώτημα; Επειδή δεν είχαν πρωτεύσει. Επειδή δηλαδή ενστερνιζόμαστε το ωμό δόγμα «ο πρώτος είναι πρώτος, ο δεύτερος είναι τίποτε». Φανταστείτε λοιπόν τι είναι ο τέταρτος...

Αν θέλουμε καλά και σώνει να αντλήσουμε διδάγματα από την επιτυχία των παιδιών, έστω και για να τα ξεχάσουμε αύριο-μεθαύριο, δεν μπορεί παρά να μνημονεύσουμε το «πνεύμα Γιαννάκη» που φαίνεται να ορίζει την αγωνιστική τους συμπεριφορά. Ο Παναγιώτης Γιαννάκης ήταν εκείνος που συνόψισε καίρια κάποια στιγμή το ούτως ειπείν μανιφέστο της ομαδικότητας, λέγοντας ότι «μια ασίστ κάνει ευτυχισμένους δύο ανθρώπους». Τα παιδιά ήταν μια καλή παρέα. Είχαν ξεχάσει σε ποιον σύλλογο ανήκουν. Και το δηλητήριο που επέμεναν να σκορπίζουν οι οπαδικές αθλητικές εφημερίδες δεν τα επηρέασε.

Δεύτερο αξιοσημείωτο: Κανένα βεντετιλίκι, σημάδι ότι το στυλ Βαρουφάκη τούς αφήνει προς το παρόν αδιάφορους. Ο αρχηγός Βασίλης Χαραλαμπόπουλος, όντως ξεχωριστό ταλέντο, δεν σήκωσε μόνος του το Κύπελλο: κάλεσε δίπλα του τον Γιώργο Παπαγιάννη και τον Διονύση Σκουλίδα. Τρίτο: Ο απλός, φυσικός τρόπος με τον οποίο έδιναν κι έπαιρναν αγάπη κυκλώνοντας στο τέλος κάθε παιχνιδιού το κολλητάρι τους, το πιτσιρίκι με τα κινητικά προβλήματα. Τέταρτο: Έλληνας γίνεσαι λοιπόν. Το ξαναείδαμε στο πρόσωπο του Ιάκωβου Μιλεντίγεβιτς-Αλιφιέρη, με πατέρα Σέρβο και μητέρα Ελληνίδα.

Καλά κι άγια όλα αυτά. Αλλά ήταν ανάγκη να βραβεύσει τα παιδιά ο κ. Μπέος; Κι από πάνω να βραβευτεί και η εξοχότης του; Για ποια ακριβώς προσφορά του στον αθλητισμό;