Ταπεινογραφία: Kαι ο Πάγος Καίει

του Τάσου Θεοδωρόπουλου

 

Ο ΤΑΖ κοιτάζει με δυσπιστία τα φίλτρα καθαρισμού,
αποφεύγει αυτούς που πίνουν φρέντο και αναζητά τα κομμάτια ενός πάζλ που στάζει σαν παγωμένο υγρό στο καυτό πάτωμα κόντρα στο χρόνο, πριν εξατμιστούν.

Κάτι μου συμβαίνει αυτό το καλοκαίρι. Βασικά πάντα μου συμβαίνει κάτι κάθε καλοκαίρι το οποίο δεν είναι αυτό ακριβώς που θα λέγαμε “η εποχή μου”. Όπως δε θα έπρεπε να είναι και για κανέναν λογικό άνθρωπο στην Αθήνα. Κάτι σαν μούδιασμα, σαν να θέλω να γράψω αυτοφλεγόμενες εξομολογήσεις όπως συνηθίζω αλλά να μην μπορώ να βρω αυτή τη φλόγα. Όπως όταν πατάς το γκαζάκι το αυτόματο, αυτό που δεν χρειάζεται να χρησιμοποιήσεις αναπτήρα αλλά έχει τσακμάκι μόνο του, και μολονότι βγαίνει το αέριο, η σπίθα δεν αρκεί για να πάρει φωτιά.

Εύχομαι να είναι κάτι παροδικό, μια μέθοδος αυτοπροστασίας σε μια μεγάλη περιπέτεια – αλλαγή της ζωής μου, για την οποία όσο κι αν καίγομαι να μιλήσω, προτιμώ να τη δω να ολοκληρώνει τον κύκλο της, να σταθώ απέναντι της με ευθυκρισία, να μετρήσω τα χαμένα και τα κερδισμένα και τα κουράγια μου. Όχι δεν είναι ακόμα η ώρα να γράψω γι αυτό, με το συναίσθημα μου ακόμα να είναι άφλεκτο, παγωμένο, αν και ο πάγος καίει αν τον κρατήσεις πολύ ώρα στα χέρια σου.

Μεγάλος ο φόβος μου φίλε, δεν φαντάζεσαι πόσο, όταν, αν, τα κομμάτια του πάζλ αναδιαταχθούν, όσον αφορά το τι εικόνα θα σχηματίσουν. Αν θα μπορέσω να διατηρήσω τις ζωτικές για μένα ανθυγιεινές εμμονές μου από το φιλτράρισμα του εξωτερικού κόσμου στο μέσα μου. Για να καταλάβεις το πρόβλημα μου με το φιλτράρισμα, καφετιέρα κάθομαι και κοιτάζω, που στάζει σιγά σιγά τον καφέ και μυρίζει όλη η κουζίνα επιθυμία και αναρωτιέμαι αν το φίλτρο, τα χημικά του, “μόλυναν” την καθαρότητα, το ατόφιο του καφέ. Έχω μια προσωπική θεωρία για τον καφέ ειδικά, ότι αυτό που σε ξυπνάει δεν είναι η καφεΐνη τελικά, αλλά το άρωμά του. Αυτό σου προκαλεί εγρήγορση μέσα στην πολυπλοκότητα των “χρωμάτων” του κάτω από την επιφανειακή απλότητά του, γιατί σου υπενθυμίζει ότι έχεις ακόμα μια μέρα να διανύσεις μπροστά σου, γεμάτη από υποσχέσεις.

Ίσως να είναι και αυτός ένας λόγος που δεν μπορώ να συγχρονιστώ με τους ανθρώπους το καλοκαίρι. Επειδή όλοι τον πίνουν φραπέ, ή γενικώς φρέντο. Που αν το πεις αυτό σε Ιταλό, σε έχει στήσει στο ένα μέτρο και σε τουφεκίζει. Ούτε άρωμα, ούτε τίποτα, αρκεί να πίνουν κάτι δροσερό που να έχει γεύση καφέ και να περιέχει καφεΐνη. Ο παγωμένος καφές πρέπει να είναι το αγαπημένο ποτό της μέσης ψυχοπουτάνας (εννοώ ψυχιάτρου), είμαι σχεδόν βέβαιος πλέον γι αυτό. Μόνο μια τέτοια αντιμετωπίζει την ανθρώπινη φύση τόσο επιφανειακά, σαν χημεία, νευροδιαβιβαστές και γενικώς, απαξιώνοντας ουσιαστικά το μεγαλείο της.

Ούτε αρώματα, ούτε χρώματα, απλά καφεΐνη. Απλά, χάπια με την μία ή την άλλη ουσία για να σε “ανεβάσουν” ή να σε “κατεβάσουν” ή να σε “σταθεροποιήσουν”. Kαι τί είμαι μωρή ψυχοπουτάνα; Φρουί ζελέ είμαι που το βάζεις στο ψυγείο να σταθεροποιηθεί; Βάζω λίγο νερό στο κρασί μου (που κι αυτό μόνο ψυχοπουτάνα βλαχάρα θα το έκανε εγκληματώντας πάνω στο κρασί). Και το βάζω επειδή υπάρχουν εξαιρέσεις. Υπάρχουν τόσο ψυχίατροι που λειτουργούν όπως οι πουτάνες, (“δώσε μου τα φράγκα σου να σου δείξω ότι νοιάζομαι”) όσο και πραγματικοί γιατροί της ψυχής. Η διαφορά ανάμεσα τους είναι περίπου η ίδια με αυτήν ανάμεσα στους ψυχαγωγούς όσον αφορά στην αγωγή της ψυχής και τους διασκεδαστές, όσον αφορά στο ουίσκι και τα γαρύφαλλα στην πίστα. Και σίγουρα υπάρχουν περιστατικά που είναι αποτέλεσμα εγκεφαλικών δυσλειτουργιών και χημείας και αντιμετωπίζονται μόνο με αγωγή.

Τώρα βγάζω το νερό από το κρασί μου, γιατί πήρα φόρα, ειδικά από τη στιγμή που όπως είναι εμφανές, στην αρχή του κειμένου δεν είχα ιδέα για το τι θα γράψω, απλά άρχισα να πληκτρολογώ, μου βγήκε όμως στην πορεία κι αφού μου βγήκε, λέω να το συνεχίσω έτσι. Οι πιο πολλές από τις ψυχοπουτάνες είναι εντελώς αμόρφωτες. Δεν μιλάμε για το αν έχουν ανοίξει σελίδα από βιβλίο. Μία θυμάμαι είδε για πρώτη φορά στη ζωή της Ταραντίνο και σοκαρισμένη από τη βία, έβγαλε το πόρισμα της και μου είπε ότι μόνο ψυχικά ασθενείς βλέπουν τέτοια πράγματα. Που να μην πέσει στα χέρια της ούτε ο εχθρός σου δηλαδή.

Οπότε φαντάζομαι ότι όσες από αυτές έχουν καταφέρει να διαβάσουν ως εδώ, γιατί δεν φημίζονται για το πάθος τους με την ανάγνωση, έχουν βγάλει κι εκείνες το δικό τους πόρισμα για μένα: “Επιθετικότητα του ασθενούς απέναντι στην ψυχιατρική εξ’ αιτίας του μπούρδου μπούρδου μπούρδου και άρνηση ως προς την αντιμετώπιση των προσωπικών του προβλημάτων σε σχέση με το μπούρδου μπούρδου μπούρδου”. Α και “αδυναμία συγκρότησης σκέψης” εφ’ όσον από αλλού ξεκίνησα κι αλλού το κείμενο με πήγε. Κλισέ μαντάμ. Όσο για την επιθετικότητα... εγώ; Που δεν υπάρχει άνθρωπός στον κόσμο που να αγαπάει περισσότερο την δολοφονικά εκλεπτυσμένη, παθιασμένη και πολύπλοκη σαν μαθηματικό γρίφο συμπεριφορά του Χάνιμπάλ Λέκτερ; (Όποιος δεν έχει δει την τηλεοπτική σειρά “Hannibal” δεν ξέρει τι έχει χάσει).

Εγώ με τους παγωμένους νεσκαφέδες τα έβαλα. Σαν στάση ζωής, σαν ισοπέδωση του εξαίσιου σε απλά χρηστικού. Εγώ με τα φίλτρα φρίκαρα. Όσον αφορά το κατά πόσο συγκρατούν μόνο το κατακάθι, αυτό που χρειάζεται να πεταχτεί ή συγκρατούν και μέρος από τη μαγεία που κουβαλάει το χαρμάνι και επεμβαίνουν στο άρωμά του. Εγώ τον πάγο που κρατάω σφιχτά στη χούφτα μου κοιτάζω, καθώς στάζει στο πάτωμα, σχηματίζοντας διάσπαρτες λιμνούλες από νερό μέσα στις οποίες προσπαθώ να δω την θρυμματισμένη αντανάκλαση κομματιών του προσώπου μου.

Κι όσο αυτό το πρόσωπο σχηματίζεται, τόσο πιο σφιχτά κρατάω τον πάγο, να μελανιάσουν τα χέρια μου, να αρχίσουν να με καίνε, μέχρι ο πόνος να γίνει αβάσταχτος, να γίνει ξανά κραυγή που δε θα κρατιέται άλλο και θα βγει από μόνη της, να βρει τη φωνή της. Μέχρι να λιώσει όλος ο πάγος από τα χέρια μου, στάζοντας στο καυτό από τη ζέστη πάτωμα, με την αγωνία να μην εξατμιστεί το νερό. Όχι πριν οι διάσπαρτες λιμνούλες ενωθούν σε μία, με το νερό να τρέχει στα διαχωριστικά ανάμεσα στα πλακάκια, να δω το πρόσωπό μου ολόκληρο. Εγώ... δεν συνεχίζω να γράφω “εγώ” γιατί θα μου βγάλουν διάγνωση και ναρκισσιστικής διαταραχής.


*** Aκολουθήστε τον ΤΑΖ στο https://www.facebook.com/tazthebuzz