Πολιτικά, όχι ποινικά

Του Παντελή Μπουκάλα

Αν γίνεται ακόμα, με τόση οικονομική ανυδρία πια, δεν το ξέρω. Μέχρι και πριν από λίγα χρόνια πάντως αρκετά σωματεία στον προϋπολογισμό τους για την επόμενη χρονιά προέβλεπαν και ένα μελαγχολικό κονδύλιο: με αυτό θα καλύπτονταν τα έξοδα για την αποστολή στεφανιών στην κηδεία όσων μελών του σωματείου θα πέθαιναν στο επόμενο έτος. Διασυνδέσεις με την Πυθία δεν είχαν οι άνθρωποι για να γνωρίζουν τα μελλούμενα, απλώς στήριζαν τους φόβους τους στα στατιστικά στοιχεία. Και σίγουρα ουδείς μπορούσε να τους κατακρίνει ότι προσελκύανε τον θάνατο με την πρόνοιά τους αυτή, ότι έπαιρναν στον λαιμό τους οι γρουσούζηδες ανθρώπους που αλλιώς δεν θα πέθαιναν. Οπως ουδείς μπορεί να κατηγορήσει σαν μαιευτήρα του θανάτου του όποιον κάνει ασφάλεια ζωής.

Το έγραψαν αρκετοί αυτές τις μέρες ότι το να προνοείς για κάτι που ενδέχεται να συμβεί ή φοβάσαι ότι θα συμβεί δεν σημαίνει ότι εύχεσαι να συμβεί, ούτε ότι μεριμνάς υπούλως να συμβεί. Κι όμως. Το ότι και η ελληνική κυβέρνηση, η κατεξοχήν ενδιαφερόμενη, έπραξε ό,τι έπραξαν ρητά ή άρρητα όλες οι υπόλοιπες της Ευρωπαϊκής Ενωσης (αλλά και η Κομισιόν, το ΔΝΤ, η ΕΚΤ, οι ΗΠΑ, η Ρωσία) καταγγέλλεται σαν συνωμοσία της δραχμής. Και αντιμετωπίζεται με όρους ποινικούς και όχι πολιτικούς. Πράγμα όχι πρωτοφανές στη χώρα μας.

Υποχρεωμένος ήταν ο κ. Γιάνης Βαρουφάκης, ως υπουργός Οικονομικών, να έχει και δεύτερο και τρίτο πλάνο στο μυαλό του, για την περίπτωση που οι αγαπητοί μας εταίροι αποφάσιζαν να κόψουν το γαγγραινιασμένο μέλος της Ενωσής τους, αδιαφορώντας για νόμους και αρχές. Ο ακρωτηριασμός αυτός άλλωστε φαινόταν μέρα τη μέρα όλο και πιο πιθανός, αφού μια δηλωσούλα του κ. Σόιμπλε αρκούσε για να δηλητηριάσει το όποιο καλό κλίμα και λειτουργούσε σαν προάγγελος αποπομπής της Ελλάδας.

Αν υπάρχει λόγος να επικριθεί -πολιτικά- ο κ. Βαρουφάκης, δεν είναι το ότι οργάνωσε μιαν άτυπη ομάδα για να μελετήσει κάθε ενδεχόμενο. Είναι το ότι και σε αυτή την περίπτωση, αντί της σοβαρής μελέτης, επικράτησαν οι φαντασμαγορικοί διανοητικοί πειραματισμοί, όπως τους εξιστορεί ο ίδιος σε απανωτές συνεντεύξεις, με μια σχεδόν ακκιζόμενη και αυτοτροφοδοτούμενη ρητορική εύροια, αναντίστοιχη με τη σοβαρότητα των στιγμών.

Αυτό όμως δεν τον καθιστά «πράκτορα και όργανο των κερδοσκόπων» και «άνθρωπο του Σόρος, με επαφές με πανίσχυρα λόμπι», όπως ουρλιάζει ο μεταμφιεσμένος σε προστάτη της Αριστεράς αυριανισμός, στην τηλεοπτική και ειδησεογραφική μορφή του· και είναι θλιβερό κάποια στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ να ερωτοτροπούν με αυτόν τον βαθύτατο κιτρινισμό. Δεν τον καθιστά επίσης ένοχο εθνικής προδοσίας και αρχηγό εγκληματικής οργάνωσης. Εκτός αν αποφασίσουμε πως είναι ποινικώς κολάσιμη κάθε σκέψη, ιδέα, υπόθεση εργασίας για τη δραχμή, τη μνα ή ό,τι άλλο, όπως και κάθε κριτική για το ευρώ. Το οποίο, παρεμπιπτόντως, το επικρίνουν όλο και περισσότεροι Ευρωπαίοι πολιτικοί και οικονομολόγοι.