Η ελληνική συμφωνία μπορεί να καταστρέψει το ευρώ

Shahin Vallée / μετ. Euro2day

H συμφωνία της 13ης Ιουλίου, η οποία πρόκειται να προσφέρει ακόμη περισσότερη χρηματοδότηση στην Ελλάδα, έχει διαφημιστεί ως ένα βήμα πριν από το γκρεμό, το οποίο έγινε την ύστατη στιγμή. Ωστόσο, η πρόταση για ένα προσωρινό Grexit, η οποία κατατέθηκε από την κυβέρνηση συνασπισμού στη Γερμανία, έχει ταρακουνήσει τα θεμέλια του ευρώ πολύ περισσότερο από ό,τι φαίνεται με μία πρώτη ματιά.

Κατ' αρχάς έχει υπονομεύσει αυτό το ελάχιστο επίπεδο γαλλογερμανικής συνεργασίας που είχε απομείνει στις οικονομικές υποθέσεις. Κατέστησε το ενιαίο νόμισμα, ως έχει, μία υπόθεση που στη Γαλλία είναι πλέον αδύνατο να υποστηρίξει κανείς πολιτικά. Κι έχει αυξήσει ουσιαστικά τον κίνδυνο εξόδου από το ευρώ σε ολόκληρη τη νομισματική ένωση. Με λίγα λόγια, η προοπτική του Grexit σήμερα έχει κάνει την έξοδο της Γαλλίας ή και της Γερμανίας από το ευρώ αύριο πολύ πιο πιθανή.

Οι εντάσεις αυτές δεν είναι καινούριες. Η Γερμανία πάντα σκεφτόταν το ευρώ ως έναν βελτιωμένο μηχανισμό σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών που περιστρέφεται γύρω από το γερμανικό μάρκο, ενώ η Γαλλία είχετολμηρές, αλλά ασαφείς φιλοδοξίες ενός πραγματικά διεθνούς νομίσματος, το οποίο θα μπορούσε να ενισχύσει την αποτελεσματικότητα μιας κεϊνσιανής οικονομικής πολιτικής. Αυτές οι θεμελιώδεις διαφορές μπήκαν κάτω από το χαλί στο ξεκίνημα του ευρώ, γιατί τοσο ο François Mitterrand όσο και Helmut Kohl συμφώνησαν ότι το ενιαίο νόμισμα πρέπει πρώτα από όλα να χρησιμεύσει ως μέσο για την πολιτική ενοποίηση της Ευρώπης.

Από το 2010 αυτή η δημιουργική ασάφεια, καθώς και ο απώτερος σκοπός της πολιτικής ενοποίησης διατηρήθηκαν λίγο-πολύ ως είχαν. Αλλά στον τελευταίο γύρο των ελληνικών διαπραγματεύσεων και τα δύοκατέρρευσαν και μαζί με αυτά κι η κόλλα που μέχρι τώρα κρατούσε ενωμένη τη Γαλλία και τη Γερμανία στο ευρώ και στην από κοινού διαμόρφωσή του.

Πράγματι, οι ευρωπαϊκοί θεσμοί, καθοδηγούμενοι από τη Γερμανία, φαίνεται πως αποφάσισαν ότι το νακηρύξουν έναν ιδεολογικό πόλεμο ενάντια σε μία ατίθαση και ερασιτεχνική ακραία αριστερή κυβέρνηση είχε την προτεραιότητα έναντι συναινέσεων που είχαν χτιστεί με μεγάλη και επώδυνη προσπάθεια τα τελευταία 60 χρόνια από ηγέτες όλου του πολιτικού φάσματος.

Με το να επιβάλει μία ακόμα κοινωνικά αντιδραστική δημοσιονομική προσαρμογή, η πρόσφατη συμφωνία επιβεβαίωσε τους φόβους της Αριστεράς στην Ευρώπη ότι η Ε.Ε. θα επέλεγε την επιβολή μίας συγκεκριμένης εκδοχής του νεοφιλελεύθερου συντηρητισμού με οποιονδήποτε τρόπο έβρισκε αναγκαίο. Στην πράξη, χρησιμοποίησε κάτι που θα ισοδυναμούσε με οικονομικό εμπάργκο -πολύ πιο βάναυσο από το καθεστώς κυρώσεων που έχει επιβληθεί στη Ρωσία μετά την προσάρτηση της Κριμαίας- ώστε να προκαλέσει είτε μία αλλαγή καθεστώτος είτε πλήρη παράδοση της Ελλάδας. Τελικά πέτυχε την παράδοση.

Μέσω αυτών της των ενεργειών, η Γερμανία έκανε φανερή μία ακόμα αρχή στη διακυβέρνηση του ευρώ: επιβεβαίωσε την πεποίθηση ότι η ομοσπονδιοποίηση μέσω αποκλεισμού -δηλ. ο πλήρης εκμηδενισμός της κυριαρχίας ενός κράτους μέλους και της εθνικής δημοκρατίας- θεωρείται εντάξει, όποτε κάποιοι βλέπουν ότι αυτό το μέλος αμφισβητεί τους κανόνες βάσει των οποίων λειτουργεί η νομισματική ένωση. Στην ουσία, η Γερμανία κατέστησε σαφές ότι κάποιες δημοκρατίες είναι πιο ίσες από άλλες. Και κάνοντας αυτό, η συμφωνία προσπάθησε να απομακρύνει την πολιτική και τη διακριτικότητα από τη λειτουργία της νομισματικής ένωσης, χαρακτηριστικά που ήταν ιδιαίτερα αγαπητά για πολύ καιρό στους Γάλλους.

Οι διαπραγματεύσεις που οδήγησαν στην ελληνική συμφωνία κατέστρεψαν επίσης τη δημιουργική ασάφεια που ενυπήρχε στη Συνθήκη του Μάαστριχτ, καθιστώντας απόλυτα σαφές ότι η Γερμανία προτιμά να ακρωτηριάσει και να εκμηδενίσει ένα από τα μέλη της, από το να κάνει υποχωρήσεις. Η Γερμανία φαίνεται να πιστεύει ότι το ενιαίο νόμισμα θα πρεπε είτε να είναι ένα σύστημα σταθερών ισοτιμιών είτε να μην υπάρχει καθόλου στην τωρινή του μορφή, ακόμα και αν αυτό σημαίνει την εγκατάλειψη του εγχειρήματος πολιτικής ενοποίησης, το οποίο υποτίθεται ότι έπρεπε να υπηρετεί. Και τέλος, ίσως κάτι ακόμα πιο σημαντικό, η Γερμανία έδειξε στη Γαλλία, ότι ήταν έτοιμη να προχωρήσει μόνη της και να πάρει μια ξεκάθαρα αντίθετη θέση σε ένα κρίσιμο πολιτικό ζήτημα.

Αυτή η επιθετική συμπεριφορά και τα αρκετά ταμπού που έσπασε αποκαλύπτουν ότι η νομισματική ένωση που θέλει η Γερμανία είναι θεμελιωδώς ασύμβατη με αυτό που μπορεί η γαλλική ελίτ να πλασάρει και η γαλλική κοινή γνώμη να προσυπογράψει. Η επιλογή σύντομα θα είναι ανάμεσα στο αν η Γερμανία μπορεί να φτιάξει το ευρώ που θέλει με τη Γαλλία ή αν το κοινό νόμισμα θα διαλυθεί.

Η Γερμανία αναμφίβολα θα μπορούσε να φτιάξει μια πολύ πετυχημένη νομισματική ένωση με τις βαλτικές χώρες, την Ολλανδία και κάποια άλλα κράτη, αλλά θα πρέπει να καταλάβει ότι δε θα φτιάξει ποτέ μια επιτυχημένη και πολιτικά σταθερή νομισματική ένωση με τη Γαλλία και την υπόλοιπη Ευρώπη μεαυτούς τους όρους.

Μακροπρόθεσμα, η Γαλλία, η Ιταλία και η Ισπανία, για να ονομάσουμε απλώς μερικές χώρες, δε θα συμμετάσχουν σε μια τέτοια ένωση, όχι γιατί δε θα μπορούν, αλλά επειδή δε θα θέλουν. Το συνολικό ΑΕΠ και ο πληθυσμός αυτών των κρατών μαζί, είναι  διπλάσια απ' ό,τι της Γερμανίας. Όσο περνά λοιπόν ο χρόνος, η αντιπαράθεση θα είναι αναπόφευκτη.

Όμως, αυτή η θλιβερή κατάσταση πραγμάτων δεν είναι ευθύνη μόνο της Γερμανίας. Ξεκίνησε κατά βάση από τη ρομαντική και κάπως αφελή άποψη της Γαλλίας για τη νομισματική ένωση. Βάθυνε εξαιτίας τηςπολιτικής απουσίας της Γαλλίας από τις ευρωπαϊκές υποθέσεις μετά το ξεκίνημα της κρίσης. Κι ενισχύθηκε από το τραυματικό σοκ που προκλήθηκε από τις χρηματοπιστωτικές πιέσεις στις γαλλικές τράπεζες και τα κρατικά ομόλογα το καλοκαίρι του 2011, το οποίο αποκάλυψε την οικονομική αδυναμία που συνεχίζει να υπονομεύει την αυτοπεποίθηση της Γαλλίας.

Εν τω μεταξύ η Γερμανία έχει κατασκευάσει μία πολιτικά και ηθικά συνεκτική αφήγηση, η οποία συσκοτίζει το οικονομικά απατηλό όραμα, το οποίο βασίζεται στην ιδέα ότι από μόνη της η συμμόρφωση με τους κανόνες μπορεί να δημιουργήσει ευμάρεια και σταθερότητα για ολόκληρη την Ε.Ε. Αυτή η αφήγηση βρίσκει ευρεία αποδοχή από το σύνολο του γερμανικού πολιτικύ φάσματος και μια ξεκάθαρη υποστήριξη από τη γερμανική κοινή γνώμη.

Η Γαλλία δεν έχει ακόμα ξεπεράσει πλήρως την τάση της να βάζει τη γαλλική ανεξαρτησία και τις πολιτικές αποφάσεις σε προτεραιότητα και δεν έχει καταφέρει να αρθρώσει ένα όραμα για μια επιτυχημένη νομισματική ένωση κατά τη μετά το Μάαστριχτ εποχή, που θα υποστηρίζεται από έναν ομοσπονδιακό προϋπολογισμό και θα κυβερνάται από μία αληθινή εκτελεστική εξουσία νομιμοποιούμενη από το ευρωπαϊκό κοινοβούλιο.

Παρά την πιο πρόσφατη έκκληση του προέδρου Φρανσουά Ολάντ να αντιμετωπιστούν αυτά τα θέματα, είναι μάλλον απίθανο να υπάρξει πρόοδος. Κι αυτό γιατί τώρα οι γαλλικές ελίτ δεν είναι πια ικανές να πείσουν την κοινή γνώμη για τα πλεονεκτήματα της παρούσας οικονομικής πολιτικής είτε στην Ε.Ε. γενικά είτε στην Ελλάδα ειδικότερα. Είναι επίσης πολύ διχασμένες και οι ίδιες για να προτείνουν ένα νέο κοινό όραμα, υπερβολικά αποπροσανατολισμένες για να μπορέσουν να αμφισβητήσουν τη γερμανική αφήγηση, και υπερβολικά φοβισμένες για να μπορέσουν να φτιάξουν συμμαχίες με χώρες που σκέφτονται με παρόμοιο τρόπο, όπως η Ιταλία και η Ισπανία.

Αυτός ο αποτυχημένος γάμος μπορεί να διαρκέσει για χρόνια, αλλά κάτι τέτοιο θα αυξήσει σημαντικά τις πιθανότητες των αντισυμβατικών κομμάτων σε όλη την Ευρώπη να έρθουν στην εξουσία, καθώς οι συμβατικοί ηγέτες δεν θα μπορούν πλέον να αποδείξουν ως λανθασμένη την άποψη ότι το ευρώ, όπως έχει αυτή τη στιγμή, έχει γίνει καταστροφικό τόσο οικονομικά όσο και πολιτικά.

Αυτό θα αναγκάσει όλα τα κόμματα, συμπεριλαμβανομένων και των φιλοευρωπαϊκών, να μπουν στη συζήτηση για τα πιθανά πλεονεκτήματα της αποχώρησης από τη νομισματική ένωση κι αυτό θα ενθαρρύνει τις πολιτικές ακραίες στάσεις, ειδικά στη Γαλλία, όπου υφίσταται μία υπόγεια γερμανοφοβία, η οποία είναι εύκολο να αναθερμανθεί.

Ό,τι και να συμβεί τώρα πια στην Ελλάδα, η συμφωνία της 13ης Ιουλίου κατέστησε την προοπτική διάλυσης του ευρώ πολύ πιο πιθανή. Το ερώτημα είναι αν θα πάρει τη μορφή ελεγχόμενης αποχώρησης της Γερμανίας ή παρατεταμένης και οικονομικά πιο καταστροφικής εξόδου της Γαλλίας και του ευρωπαϊκού νότου.