Φράνκ Σινάτρα

Εκατό χρόνια συμπληρώνονται φέτος από τη γέννηση της «Φωνής» και τα προεόρτια ξεκίνησαν με το τετράωρο «οριστικό» ντοκιμαντέρ «All Οr Nothing Αt All». Πέρα από τις αμφιλεγόμενες πτυχές της έντονης ζωής του, το μεγάλο κατόρθωμα του Φρανκ Σινάτρα είναι η δημιουργία ενός διαχρονικού ανδρικού μοντέλου.

Οταν πέθανε ο Φράνκι το απόγευμα της 14ης Μαΐου του 1998, η «έκτακτη είδηση» έκανε αμέσως τον γύρο του κόσμου, ελάχιστους όμως φάνηκε να σοκάρει. Επικρατούσε η γενική εντύπωση, παρότι δεν υπήρχε καμιά έγκυρη σχετική πληροφόρηση, ότι πέθαινε από καιρό, απομονωμένος καθώς ήταν από κάθε μορφή δημοσιότητας τα τρία τελευταία χρόνια της ζωής του. Eνώ όμως δεν εγκατέλειψε μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’90 τις δημόσιες εμφανίσεις -είχε τραγουδήσει και στο Ολυμπιακό Στάδιο της Αθήνας τον Ιούνιο του 1992, βαστώντας ένα ποτήρι με ουίσκι στη σέντρα-, ο ίδιος είχε επιλέξει προ πολλού ως αληθινή, ένδοξη αυλαία της καριέρας του το αποχαιρετιστήριο κοντσέρτο που έδωσε τον Ιούνιο του 1971 στο Λος Αντζελες. Αυτά τα έντεκα, καθοριστικά στη δισκογραφική πορεία του, τραγούδια (από το «All Οr Nothing At All» μέχρι το «My Way», τη μοιρολατρική ελεγεία με την οποία συνδέθηκε απόλυτα), που ερμήνευσε σε κατάσταση έντονης συναισθηματικής φόρτισης εκείνο το βράδυ, χρησιμοποιεί ως θεματικούς άξονες το τετράωρο βιογραφικό ντοκιμαντέρ με τίτλο «Sinatra: All Οr Nothing At All», το οποίο έκανε πρεμιέρα πρόσφατα στο αμερικανικό καλωδιακό κανάλι HBO.

Ο Μπρους Σπρίνγκστιν

Η ταινία ξεκινάει με τη φωνή ενός πιο σύγχρονου συντοπίτη του Σινάτρα, του Μπρους Σπρίνγκστιν, ο οποίος θυμάται μια νύχτα πριν από μισό αιώνα, όταν η μητέρα του τον πήρε μαζί της για να μαζέψουν τον πατέρα του από ένα σκοτεινό μπαρ: «“Ακου αυτό”, μου είπε καθώς μπαίναμε, “είναι ο Φρανκ Σινάτρα. Κι αυτός από το Νιου Τζέρσεϊ είναι”. Η μουσική του μπορεί να έγινε συνώνυμη με τη μαύρη γραβάτα, την καλή ζωή, τα καλύτερα ποτά, τις γυναίκες, το σοφιστικέ ρομάντσο, αυτό που εμένα όμως με επηρέασε πιο πολύ ήταν το βαθύ μπλε της φωνής του». Ο Μπρους Σπρίνγκστιν είναι βεβαίως το «Αφεντικό», ο Σινάτρα όμως ήταν πάντα η «Φωνή» κυρίως, αν και είχε κι άλλα υποκοριστικά, με πιο γνωστό βέβαια το «Ol’ Blue Eyes». Και στα πρώτα χρόνια της καριέρας του, το βαθύ μπλε των ματιών του υπήρξε εξίσου σημαντικό με το βαθύ μπλε της φωνής, όταν τα κοριτσάκια που άκουγαν, προπολεμικά ακόμα, αυτόν τον αισθαντικό διάδοχο του Μπινγκ Κρόσμπι στο ραδιόφωνο, έσπευδαν στις εμφανίσεις του με την ορχήστρα του Τόμι Ντόρσι να δημιουργήσουν πρωτοφανή πανζουρλισμό μπροστά στη σκηνή για τα μάτια του νέου ινδάλματος. Ηταν το πρώτο ακραίο περιστατικό ποπ ειδωλολατρίας στην Iστορία, ο προάγγελος των σκηνών υστερίας που θα συνόδευαν πολλά χρόνια αργότερα τις εμφανίσεις του Ελβις και των Μπιτλς.

Η σειρά των επεισοδίων της ζωής του Σινάτρα, όπως ξετυλίγεται στο ντοκιμαντέρ, είναι αυστηρά χρονολογική. Τα ζόρικα παιδικά χρόνια στην εποχή της μεγάλης οικονομικής ύφεσης (αλλά και της ποτοαπαγόρευσης) με τη μαμά «Ντόλι» να λειτουργεί ως σημαντικός παράγοντας της ιταλικής παροικίας στο Χόμποκεν του Νιου Τζέρσεϊ, αλλά και ως σύνδεσμος με την ελπίδα που ενσάρκωνε ο Δημοκρατικός ηγέτης Φραγκλίνος Ρούζβελτ. Ο γάμος, πριν έλθει η αναγνώριση, με τη Νάνσι. Τα χρόνια του πολέμου και η δυσαρέσκεια πολλών στρατευμένων με τον τραγουδιστή που δεν κατετάγη, αλλά «ξεμυαλίζει τις γυναίκες μας την ώρα που εμείς πολεμάμε στο μέτωπο». Η μετακόμιση στο Χόλιγουντ και τα πρώτα (μουσικοχορευτικά) βήματα στο σινεμά. Η απότομη αλλαγή τάσεων και γούστων στη μεταπολεμική Αμερική, που οδηγεί σταδιακά και βασανιστικά στην πτώση του. Ο τρελός έρωτας με την Αβα Γκάρντνερ και τα παρελκόμενά του: μυθικοί καυγάδες, απόπειρες αυτοκτονίας (δικές του), πόλεμος με τα σκανδαλοθηρικά έντυπα. Ο αλκοολισμός και η κατάθλιψη. Και μετά, η ως εκ θαύματος επιστροφή (το πιο βασικό συστατικό ίσως του μύθου του Σινάτρα), η πλήρης ανασύσταση της δημόσιας εικόνας του ως προσωπικότητας και ως καλλιτέχνη: από νεανίας τραγουδιστής των γυναικών, ώριμος τραγουδιστής των ανδρών με τη σειρά κλασικών άλμπουμ που ηχογράφησε με ενορχηστρωτή τον σπουδαίο Νέλσον Ριντλ· από διασκεδαστής της οθόνης, σοβαρός ηθοποιός σημαντικών ταινιών, όπως το «Οσο υπάρχουν άνθρωποι» του 1953, η ταινία που κατοχύρωσε τη θριαμβευτική επιστροφή του, χαρίζοντάς του το Οσκαρ δεύτερου ανδρικού ρόλου.

Οι «Οικογένειες»

Ο Σινάτρα έκανε τα πάντα για να πάρει τον ρόλο του στρατιώτη Μάτζιο στο εξαιρετικό δράμα του Φρεντ Τσίνεμαν με φόντο την επιδρομή στο Περλ Χάρμπορ. Καμιά σοβαρή μαρτυρία όμως δεν στηρίζει την επίμονη φήμη που θέλει την περιβόητη σκηνή του Νονού με το κεφάλι του αλόγου στο κρεβάτι του παραγωγού, ο οποίος αρνείται στον τραγουδιστή γαμπρό του Ντον Κορλεόνε ρόλο στην ταινία του, ευθεία αναφορά στις έντονες πιέσεις της μαφίας για να παίξει ο Σινάτρα στο «Οσο υπάρχουν άνθρωποι». Η γνωριμία του με επιφανείς και πρωτοκλασάτους εκπροσώπους των «Οικογενειών», από τα χρόνια της ποτοαπαγόρευσης ακόμα, δεν αμφισβητείται, είναι αδύνατον όμως να συνδέσει κανείς τα νήματα που οδηγούν στον σκληρό πυρήνα του οργανωμένου εγκλήματος, ειδικά αν πρόκειται για τη δαιδαλώδη θεωρία συνωμοσίας όπου έχουν ανακατέψει κατά καιρούς τον Σινάτρα, τον αρχιμαφιόζο Σαμ Τζιανκάνα, τη Μέριλιν Μονρόε και τους δολοφονηθέντες Τζον και Ρόμπερτ Κένεντι.

Σύμφωνα με την αφήγηση του ντοκιμαντέρ πάντως, ο θάνατος του JFK τού προκάλεσε ισχυρό σοκ και τον οδήγησε σε μακρά φάση εσωστρέφειας πριν απορροφηθεί εντελώς από τη «Rat Pack» ανδροπαρέα του Λας Βέγκας (με Ντιν Μάρτιν, Σάμι Ντέιβις Τζούνιορ και Σία). Ισως αυτό εξηγεί εν μέρει και την πολιτική οδύσσεια του Σινάτρα, ο οποίος, από γέννημα θρέμμα του αριστερόστροφου φιλελευθερισμού των Δημοκρατικών (θέση που τον είχε φέρει ακόμα και ενώπιον επιτροπών του μακαρθισμού), κατέληξε στα τέλη της δεκαετίας του ’60 υπέρμαχος του συντηρητισμού και ένθερμος υποστηρικτής του Νίξον και του Ρέιγκαν, κυβερνήτη τότε της Καλιφόρνιας. Μπορεί να εξηγείται επίσης από τον εξαιρετικά αμφίθυμο χαρακτήρα του. «Είμαι μανιοκαταθλιπτικός 18 καρατίων», είχε δηλώσει ο ίδιος, «κι έχω ζήσει μια ζωή γεμάτη βίαιες συναισθηματικές αντιφάσεις, γι’ αυτό ίσως έχω ακραία προδιάθεση τόσο στη θλίψη όσο και στην έξαρση».

Ο προσδιορισμός «αμφιλεγόμενος» μοιάζει να δημιουργήθηκε για τον Σινάτρα, το ντοκιμαντέρ του HBO πάντως προτιμά να αναδείξει τα θετικά στοιχεία της προσωπικότητάς του, όταν δεν ήταν δέσμιος αφόρητων εγωκεντρικών ενστίκτων. Οπως το πραγματικά αξιοθαύμαστο δεκάλεπτο δραματοποιημένο «εκπαιδευτικό» φιλμ του 1945, «Το σπίτι που ζω», με τον νεαρό σταρ να κηρύσσει με αξιοπιστία την ανεκτικότητα και την απέχθεια στον ρατσισμό και σε πάσης φύσεως μισαλλοδοξία στους πιτσιρικάδες της γειτονιάς που κακοποιούν έναν συνομήλικό τους επειδή θεωρούν ότι είναι από κατώτερη ράτσα. Ή τις συναυλίες του με μπάντα αποκλειστικά μαύρων μουσικών σε φυλακές αποκλειστικά μαύρων κρατουμένων, πολλά χρόνια πριν από τις διάσημες ηχογραφημένες συναυλίες του Τζόνι Κας στις φυλακές του Φόλσομ και του Σαν Κουέντιν. Ενας από τους σταθμούς, εξάλλου, της μεγάλης παγκόσμιας φιλανθρωπικής περιοδείας του 1962 ήταν και η Αθήνα, με δύο συναυλίες στο Ηρώδειο στις 18 και 19 Μαΐου, τα έσοδα των οποίων προσφέρθηκαν υπέρ της ανέγερσης μιας νέας πτέρυγας στο Νοσοκομείο Παίδων «Αγία Σοφία» και στον Δήμο της Αθήνας για το χτίσιμο ενός παιδικού σταθμού.

Ενα νέο μοντέλο ανδρισμού

Ολα αυτά δεν έχουν ίσως και τόση σημασία, αν αναζητούμε τη βαθιά ουσία της κληρονομιάς που έχει αφήσει ως ερμηνευτής. Πάνω απ’ όλα, ήταν αυτός που καθόρισε τη μυθική (όσο και απατηλή) γοητεία της νυχτερινής πόλης ως σκηνικό ρομαντικού ιδεαλισμού, όπου το σάουντρακ είναι πάντα τραγούδια του Σινάτρα. Οπως γράφει ο συγγραφέας Πιτ Χάμιλ, «ως ερμηνευτής / αφηγητής, ο Σινάτρα είχε μόνο ένα βασικό θέμα: τη μοναξιά. Ολες οι μπαλάντες του είναι στρατηγικές διαχείρισης της μοναξιάς και της εγκατάλειψης, ωδές στο κορίτσι που έφυγε (ή δεν ήρθε ποτέ), ενώ τα τραγούδια όπου το τέμπο ανεβαίνει αποτελούν εκφράσεις απελευθέρωσης από τη μοναξιά, αγκαλιές στο κορίτσι που μόλις έφτασε... Ο Σινάτρα βρήκε σταδιακά τον τρόπο να επιτρέψει την τρυφερότητα στην ερμηνεία, διατηρώντας συγχρόνως την “ανδροπρέπειά” της. Πριν απ’ αυτόν, τέτοιο αρχέτυπο δεν υπήρχε στην αμερικανική κουλτούρα. Είναι ο κύριος λόγος που τον κάνει διαχρονικά σημαντικό: ο Φρανκ Σινάτρα κατασκεύασε ένα νέο μοντέλο ανδρισμού».

(Του Δημήτρη Πολιτάκη για την "Καθημερινή")