Ο Οδοιπόρος, το Μεθυσμένο Κορίτσι και ο Αλκιβιάδης

του Πάνου Ζέρβα

Το Δεκέμβρη του ’73 ήμουν δευτεροετής φοιτητής της Νομικής. Έμενα στα Εξάρχεια, σ’ ένα ημιυπόγειο, μ΄ άλλους δυο Ηπειρώτες – δηλαδή συγχωριανούς μου, από το Τσεπέλοβο. Αυτοί ήτανε του Πολυτεχνείου και τριγυρνούσαν άσκοπα, γιατί μετά τα γεγονότα του Νοέμβρη, τα μαθήματα δεν είχαν ξεκινήσει ακόμη.

Απενταρίες… αλλά, ας ήμουν πάλι δεκαεννιά χρονών… Με το μαλλί ακούρευτο, να φτάνει ως τους ώμους, μούσι όσο φύτρωνε, τα πουκάμισα με κείνους τους τεράστιους γιακάδες, τα τζην παντελόνια με τις καμπάνες της Αγια- Σοφιάς… Κάθε που νύχτωνε χτενιζόμουν επιμελώς κι έβγαινα στην πλατεία. Κι αν είχα και κανένα πενηντάρικο στην τσέπη, ήμουν θεός!

Εκείνη τη μέρα δεν είχα, γιατί την προηγούμενη έμπλεξα με κάτι Κρητικούς σε πόκα και έμεινα πανί με πανί. Και το χειρότερο, είμαστε μαζί οι τρεις Τσεπελοβίτες – και οι τρεις φύγαμε μαδημένοι. «Ελάτε, μωρέ κοπέλια, ετσά είν’ η τράπουλα, μαθές: δανείζει, δε χαρίζει! Ζι’ αυτό, μη στεναχωράστε!». Μας υποχρέωσες, Ζαχαριουδάκη!

Το κακό ήταν πως ο μήνας είχε φτάσει μόλις στις έντεκα. Έπρεπε να μην ψοφήσουμε της πείνας ως τις παραμονές των Χριστουγέννων – και να βρούμε και τα ναύλα να πάμε στα σπίτια μας. Που σημαίνει ότι έπρεπε να βρούμε επειγόντως δουλειά! Τον περασμένο Μάιο κάναμε κάμποσα μεροκάματα στην οικοδομή, αλλά τώρα ήταν κακός Δεκέμβρης – δε κουνιόταν φύλλο.

Καθόμαστε λοιπόν οι τρεις σ’ ένα παγκάκι, χωρίς να μιλάμε, περιμένοντας να γίνει κάτι. Κάθε φορά που συναντιόντουσαν τα βλέμματά μας, ψευτογελάγαμε και φασκελωνόμαστε. Ώσπου κάποια στιγμή, ο Χρίστος μουρμούρισε: «Ο Ζαχαριουδάκης έρχεται!». Ο Βαγγέλης κι εγώ στραφήκαμε και τον είδαμε, μουρμουρίζοντας ακατάληπτα πράγματα. Κι όμως, εμάς ζητούσε! Ήρθε και στάθηκε μπροστά στο παγκάκι μας, ένας ευτραφής, πολύχρωμος χίπης.

«Ακούστε, μωρέ κοπέλια. Εγώ κατέχετε πως δουλεύω γκαρσόνι, δηλαδή τώρα πια κάνω κουμάντο… Το λοιπό, σήμερα 11, τη μεθαυριανή 13 του Δεκέμπρη, ξεκινάει ένα καινούρζιο πρόγραμμα, σ’ ένα καινούρζιο μαγαζί στην Πλάκα». Ο Ζαχαριουδάκης έσκυψε προς το μέρος μας, για να μη μας ακούσει κανένα πονηρό αυτί. «Τους εδικούς μου τους έχουνε μαζέψει, άλλους τους επήρανε φαντάρους, άλλοι είναι στη φυλάκα, εξέμεινα μαθές και ψάχνω και σας εθυμήθηκα. Είσαστε;». Άκου ερώτηση. Είμαστε για να μην είμαστε;

* * *

Ήταν το ΠΟΛΥΤΡΟΠΟ, σ’ ένα στενάκι της Πλάκας. Ήταν ένας συνθέτης που δεν τον είχαμε ακουστά, ένας Μάνος Χατζιδάκις – και θα παρουσίαζε για πρώτη φορά, λέει, έναν κύκλο τραγουδιών σε θεατρική μορφή.

Δεν είχαμε ξαναμπεί σε τέτοιο μαγαζί, ούτε είχαμε ξανακούσει τέτοια τραγούδια. Ξέραμε τα ηπειρώτικά μας και τα τραγούδια που έπαιζε το ραδιόφωνο – ειδικά τις Κυριακές δε χάναμε τις εκπομπές των Εταιρειών.

Η Παρασκευή 12 του μηνός είχε από τα ξημερώματα καθαριότητες, την άλλη μέρα ήταν η πρεμιέρα. Τρίψαμε και ξεσκονίσαμε τα πάντα, πλύναμε όλα τα ποτήρια, τακτοποιήσαμε τα καφάσια με τα αναψυκτικά και τα μπουκάλια με το κονιάκ, το βερμούτ και το ουΐσκι. Βολέψαμε τα μαύρα μεταλλικά τραπεζάκια και τις ψάθινες καρέκλες και τις καρέκλες των μουσικών, υπό τις οδηγίες του αφεντικού. Το αφεντικό έδωσε από δυο κατοστάρικα σ’ εμάς τους ηπειρώτες, να πάμε λέει αύριο πρωί στην Αθηνάς και να ψωνίσουμε μαύρα παντελόνια και λευκά πουκάμισα.

Μόλις σουρούπωσε, είχαμε τελειώσει, όλα ήταν στην τρίχα. Εκείνη την ώρα άρχισαν να φτάνουν οι μουσικοί, κουβαλώντας τα όργανα στις θήκες. Σε μια άκρη του παταριού υπήρχε κιόλας ένα πιάνο. Αν και ήμουν κουρασμένος, δεν ήθελα να φύγω, ήθελα ν’ ακούσω και να δω. «Κάτσε» μου είπε τ’ αφεντικό, «και έχε το νου σου, ό,τι ζητήσουν οι μουσικοί και ο κύριος Χατζιδάκις…». Με εντυπωσίασε το κοντραμπάσσο’ «τι βιολάρα είν΄ αυτή;» ρώτησα το Ζαχαριουδάκη, που γέλασε πολύ και μετά μου έδειξε τον κύριο Ανδρέα Ροδουσάκη, που αναζητούσε σταχτοδοχείο. Έτρεξα και ταχτοποίησα μερικά στη σκηνή. Μετά ο Ζαχαριουδάκης μου έλεγε ποιος είναι ποιος, αλλά δε θυμάμαι όλα τα ονόματα.

Για κάμποση ώρα γινόταν χάβρα: άλλος κάπνιζε, άλλος κούρδιζε, άλλος έλεγε ανέκδοτα. Ξαφνικά ακούστηκε ένας δυνατός ψίθυρος «ο Μάνος, ο Μάνος!» και έγινε απόλυτη ησυχία. Στο μαγαζί είχαν μπει δυο – ένας γεμάτος κι ένας κάπως πιο ψηλός, αδύνατος σα στέκα. Πλησίασαν τους μουσικούς (τα τσιγάρα είχαν σβήσει) και ο γεμάτος, που έτρωγε κάπως το ρο, είπε «καλησπέρα παιδιά, να σας συστήσω το Μάνο». Χαιρέτησαν όλοι. Ο Μάνος έψαξε με το μάτι το χώρο και κάθισε στο διπλανό μας τραπέζι. «Τι να σας φέρω, κύριε Χατζιδάκι;» ρώτησα και ξαφνιάστηκα καθώς είδα το Ζαχαριουδάκη να διπλώνεται απ’ τα γέλια, προσπαθώντας να μην ακουστεί. «Φέρε μια μπύρα, παρακαλώ» είπε ο ευγενέστατος τριανταπεντάρης – τόσο τον έκοψα.
Όταν γύρισα στο τραπεζάκι, ο Ζαχαριουδάκης ξέσπασε σε καινούριο χάχανο. «Κατέχεις μωρέ ποιος είναι αυτός;» «Ο Μάνος Χατζιδάκις!» είπα με σιγουριά. «Χωρζιό, ε χωρζιό… Αυτός είναι ο Μάνος ο Ελευθερίου μαθές, έσει γράψει τα μισά τραγούδγια του έργου! Ο Μάνος ο Χατζιδάκις είναι ετσείνος ο χοντρουλός, στην ορσήστρα!»

Έσβησαν όλα τα φώτα και άναψε ένας προβολέας πάνω στον συνθέτη. Εκείνος, κοιτάζοντας προς το μέρος των θεατών, είπε:

Ο Οδοιπόρος περπατάει αδιάκοπα μέσα στη νύχτα. Προσπαθεί να μη θυμάται και να μη βλέπει γύρω του. Ξάφνου, σε κάποια ερημιά συναντάει το Μεθυσμένο Κορίτσι να κλαίει ολομόναχο. Το πλησιάζει και πάει να το χαϊδέψει, μα εκείνο ευθύς βγάζει από τον κόρφο του ένα μαχαίρι και σαν αστραπή του κόβει το κεφάλι. Πέφτοντας καταγής το σώμα του Οδοιπόρου, μεταμορφώνεται και γίνεται ο Αλκιβιάδης. Κι από τη στιγμή εκείνη ο Αλκιβιάδης ψάχνει μέσα του να βρει τον Οδοιπόρο. Το μεθυσμένο κορίτσι βυθίζεται σ’ ένα πηγάδι για να ενωθεί με το είδωλο ή του Οδοιπόρου ή του Αλκιβιάδη – αυτό ποτέ δεν θα το μάθει. Και ο Οδοιπόρος, αδιάκοπα θα τριγυρνά μέσα στο σώμα του Αλκιβιάδη και μέσα στα οράματα του βυθισμένου κοριτσιού.

Τα φώτα άναψαν και φώτισαν τους μουσικούς. Ο Χατζιδάκις χτύπησε ένα λεπτό ραβδάκι στο αναλόγιο που είχε μπροστά του και η ορχήστρα άρχισε να παίζει.

Μια μουσική παράξενη, που δεν την είχα ξανακούσει. Κοίταξα λοξά το Ζαχαριουδάκη, είχε γουρλώσει τα μάτια κι είχε μισανοίξει το στόμα, προσηλωμένος σ’ αυτό που άκουγε. Ο Μάνος Ελευθερίου είχε ανάψει την πίπα του και τον είχαν τυλίξει οι καπνοί. Μόλις τελείωσε η μουσική, ο προβολέας έπεσε πάνω σε μια γυναίκα ντυμένη στα κόκκινα, η οποία άρχισε να αφηγείται:

Ο Οδοιπόρος είναι μονάχος μες τον κόσμο και αδιάκοπα γυρίζει στις πιο κρυφές και μακρινές γωνιές, σ’ ερημικές ακρογιαλιές, στους λόφους και στα δάση, στης πολιτείας τα στενά, με προορισμό του να χαθεί ένα πρωί ή κάποια νύχτα βροχερή. Ο Οδοιπόρος, χωρίς της μάνας την ευχή, θα εξαφανιστεί.

«Η μπαλάντα του οδοιπόρου» είπε δυνατά ο Μάνος Χατζιδάκις – και ο Γιάννης Δημητράς άρχισε να τραγουδάει.

Βλέπω πλήθος κόσμο να κυλά
μα ψυχή δε μου χαμογελά
τα κρεβάτια τ’ άρρωστα παιδιά
και στα δέντρα ξερά τα κλαδιά

Την αγάπη πέταξα σ’ ένα βυθό
και το φόβο μου έστρωσα να κοιμηθώ.
Βρίσκω τάφους κι έναν κόσμο
που δεν πονά.
Όπου πάω κι ένα λάθος
με τυραννά.

Ποιος προφήτης τώρα θ΄ ακουστεί
σα φωνή σε στέρνα κλειστή;
Σ’ έναν κόσμο άδειο κι ορφανό
ποια κραυγή απ΄ τον ουρανό;

Τα πουλιά παράτησα στις ερημιές
και το φως σπατάλησα στις γειτονιές.
Δεν τον θέλω και φοβάμαι
το γυρισμό.
Δες ποιος είμαι που πηγαίνω
για το χαμό.

Ξανά ο προβολέας στην κόκκινη γυναίκα:

Οι ποδηλάτες πάνω στα σπασμένα ποδήλατα, είναι άγγελοι από τον ουρανό που προσπαθούνε μάταια νάρθουν ανάμεσά μας, για να μας μεταφέρουν μηνύματα φίλων κι εχθρών που ξεχάστηκαν, από τον άλλο κόσμο. Μα τα σπασμένα ποδήλατα δεν κυκλοφορούν. Μόνο ο Οδοιπόρος ακούει τις φωνές των ξεχασμένων και τις γυρνάει σε μουσική έτσι καθώς περιδιαβάζει από τη νύχτα ως το πρωί.

«Τα σπασμένα ποδήλατα. Τραγουδάει το πράσινο κορίτσι» είπε ο Χατζιδάκις.

Μια γιορτή σε κάποια πόλη
έβρεξε παλιούς καημούς
και οι δώδεκα αποστόλοι
κάθισαν στους ποταμούς

Σαν ποδήλατα σπασμένα
που πεθαίνουν στη σκουριά
φύγαν οι καιροί για μένα
μέσα στην κακοκαιριά

Μες στον ύπνο μου διαβάτες
άγγελοι περαστικοί
τ’ ουρανού οι ποδηλάτες
χάθηκαν μια Κυριακή.


Και ξανά η κόκκινη γυναίκα:

Στον ποταμό τον Ιορδάνη εκεί που ο νους σου δεν το βάνει, αν συναντήσεις το ληστή μην τον αφήσεις να λουστεί, γιατί μαζί με το Χριστό θα κρεμαστεί.

Και μετά, στα νερά του Ιορδάνη, με το πράσινο κορίτσι.

Βγήκε νύχτα στο σεργιάνι
ξημερώνοντας γιορτή
και κοντά στον Ιορδάνη
βρήκε ένα ληστή.

Ήταν στ΄ όνειρο καβάλα
είχε ολόχρυσο σπαθί
μες τα μάτια του ψιχάλα
και παλιά βροχή

Στα νερά του Ιορδάνη
βρήκε ένα ληστή.

Είναι δύσκολο του λέω,
τέτοια μέρα που περνάς
έχεις μάνα στο νυχτέρι
σπίτι σου να πας.

Είναι μαύρο το κουβάρι
παλικάρι που κρατάς
την κλωστή που δεν αντέχει
μην τηνε τραβάς.

Βγήκε νύχτα στο σεργιάνι
για να βρει τη λησμονιά
κι είδε κόσμο στη μεγάλη
πόρτα του φονιά

Κι είδε και στο σπιτικό σου
-το θυμάμαι και πονώ –
έναν άγγελο να βγαίνει
μέσα απ’ τον καπνό.

Στα νερά του Ιορδάνη
βρήκε το Χριστό.


Η κόκκινη γυναίκα, αναγγέλλει τη συνάντηση του Οδοιπόρου με το μεθυσμένο κορίτσι:

Ήρθε καιρός που ο Οδοιπόρος θα δοκιμάσει μες την πόλη του κόσμου την κατακραυγή κι από το φόβο σ’ ένα λιμάνι θα βρεθεί. Κι ένα κορίτσι μεθυσμένο, πληγωμένο, μαζί του θα συναντηθεί κι εκείνος θα το λυπηθεί.

«Κρίση» λέει ο Χατζιδάκις. «Ο Οδοιπόρος τραγουδάει τη συνάντησή του με το μεθυσμένο κορίτσι».

Στο σταυρό στο Γολγοθά με πας
και φωτιά σκορπάς.
Τα φτερά που μούδωσες φορώ
κι όλο προχωρώ.

Στα καφενεία
τον κόσμο παίζουν στα χαρτιά.
Ποιος θα γλιτώσει
της νύχτας τη λαβωματιά.

Τον καιρό τον είδα σα φονιά
μια Πρωτοχρονιά.

Στο σταυρό στο Γολγοθά με πας
κι αστραπές σκορπάς
Τα παιδιά δε μούδωσαν να πιω
και πολύ διψώ.

Μα ποιος κερδίζει
σε χαλασμένη ζυγαριά;
Ποιος ταξιδεύει
χωρίς πυξίδα στο βοριά;

Οι ληστές σκορπίσαν τις χαρές
μες τις αγορές.


Και πάλι, η κόκκινη γυναίκα:

Μα το κορίτσι μεθυσμένο ήξερε τάχα να τον δει; Κι έτσι όπως έκλαιγε πάνω στο λόφο, ήταν με θλίψη ή από κρυφή οργή; Θα τον βοηθήσει ν’ αγαπήσει ή θα του πάρει τη ζωή;

«Το αίνιγμα» λέει ο Μάνος Χατζιδάκις. Δεν τραγουδάει κανείς, παίζει μονάχα η ορχήστρα, με εκείνο τον παράξενο και γοητευτικό ήχο που άκουγα για πρώτη φορά. Όταν τελείωσε το κομμάτι, ο Χατζιδάκις γύρισε προς τον Ελευθερίου’ «αυτό είναι το πρώτο μέρος, με τον οδοιπόρο και το μεθυσμένο κορίτσι» είπε. «Πώς σου φάνηκε;» Ο Ελευθερίου έμεινε για λίγο ατάραχος, σα Βούδας. «Ο Μαρκόπουλος γράφει πιο ζωηρά, αυτός θα κάνει σουξέ!» είπε – και ξέσπασαν όλοι σε γέλια. «Θέλετε κάτι κύριε Χατζιδάκι;» ρώτησε ο Ζαχαριουδάκης, «Όχι τώρα, συνεχίζουμε! Παιδιά, μέρος δεύτερο, το μεθυσμένο κορίτσι και ο Αλκιβιάδης. Κύριε Σμυρναίε, το νου σας στο τρελό κορίτσι με τα μωβ!»

Όλοι συσπειρώθηκαν και ξεκίνησε το δεύτερο μέρος.

Αυτά είπε ο Ζαρατούστρας και καθένας μπορεί να λέει τα δικά του.
Για το Μεθυσμένο Κορίτσι το αίνιγμα παραμένει. Στ’ αλήθεια αναγνώρισε το σώμα του Αλκιβιάδη όταν συνάντησε πρώτη φορά τον Οδοιπόρο, ή τον θυμήθηκε σαν τούκοψε με το μαχαίρι το κεφάλι; Στ’ αλήθεια ήταν ένα κορίτσι λυπημένο που είχε διαλύσει τα όνειρά του και προσπαθούσε τώρα να τα συνδέσει ξανά με λεπτομέρειες ζωντανές ή έκρυβε μέσα του μια πρωτογονική κακία; Ο Αλκιβιάδης ήταν χορευτής ή χόρευε γιατί δεν είχε άλλο τρόπο να εκφραστεί; Τέλος, το Μεθυσμένο Κορίτσι ήταν στ’ αλήθεια μεθυσμένο, ή εμείς το βλέπαμε έτσι, καθώς εκείνο λειτουργούσε φυσικά μέσα στους νόμους τους ονειρικούς; Αυτά δεν τα είπε ο Ζαρατούστρας κι έτσι ο καθένας λέει τα δικά του.

«Το μεθυσμένο κορίτσι, τραγουδάει ο νέος με τα μέταλλα» ανήγγειλε ο Μάνος Χατζιδάκις.

Μες το κρύο μες τ’ αγιάζι
το κορίτσι μου βουλιάζει
το σκεπάζει τ’ αναφιλητό.

Χάθηκαν τα ξεροβόρια
σπάν’ τα ζάρια τρία αγόρια
το κορίτσι κλαίει σαν το Χριστό.

Μεθάει κι ανοίγει μια τρελή πηγή
το στόμα γίνεται πληγή
έχει το μίσος φτιάξει φυλαχτό
παίζει με το Θάνατο κρυφτό.

Έχει στα μαλλιά κορδέλες
στο κορμί της χίλιες βδέλλες
και στο πλάι το Χάροντα σκυφτό.

Απ’ τα μάτια της δυο στάλες
κι απ’ τα χείλη πέφτουν κι άλλες
ο καιρός χτυπάει σαν κεραυνός.

Ποιος της έδωσε μαχαίρι
ποιος αγέρας θα τη φέρει
για ν’ αστράψει ο μαύρος ουρανός.

Με το μαχαίρι κόβει τη σιωπή
κι είναι σαν πέτρα σκυθρωπή
μπλέκει τα χέρια κάνει προσευχή
ποιος θα της δώσει μιαν ευχή;

Μες το κρύο μες τ΄ αγιάζι
το κορίτσι μου τρομάζει
πεθαμένο τρέχει στη βροχή.

Το τρελό κορίτσι με τα μωβ, που αντικατέστησε τη γυναίκα με τα κόκκινα, μας αφηγείται τη συνέχεια της ιστορίας:

Σαν είδαν τα πουλιά το σώμα του Αλκιβιάδη κατά γης, φύγαν μακριά. Χωρίς να χαιρετίσουνε τους φίλους κι αδερφούς. Χωρίς να προφτάσουνε να δώσουνε μηνύματα για τους εχθρούς. Από τη μέρα εκείνη γιορτάζουμε «τη θλιβερά επέτειο της φυγής των»

«Η επέτειος. Τραγουδάει η κόκκινη γυναίκα» είπε ο Χατζιδάκις.

Σαν και χτες
τα πουλιά ξεκινήσαν
για του ανέμου τις πηγές
ανοιχτές
οι πληγές
μας σφραγίσανε για πάντα τις γιορτές.

Πες μου που-
πες μου που θα αράξουν τα πικρά
πουλιά
για να στείλω της αγάπης δυο
φιλιά
και να πλέξω μιαν ολόχρυση
ποδιά
να τυλίξω μες τον ύπνο τα
παιδιά…

που κοιτάν
τα πουλιά
σαν κινάν
κι όλο παν
μακριά
πέρα στο Νοτιά.

Μαγικές
ζωγραφιές
σαν τα όνειρα που πλάθουν συννεφιές
και στιγμές
θλιβερές
σαν τα όνειρα που σμίγουν τις ψυχές

Δεν μπορώ
να προβλέψω που θ’ αστράψει
ο ουρανός
που θα πέσει να ξαπλώσει
ο κεραυνός
τη στιγμή που θάχει αρχίσει
ο εσπερινός
και θ’ αρπάζει με θυμό
ένας γερανός…

τα παιδιά
που κοιτάν
τα πουλιά
καθώς φεύ-
γουν γυμνά
μες την παγωνιά.

Το τρελό κορίτσι με τα μωβ, δίνει μιαν αναπάντεχη διάσταση στη συνέχεια:

Το σώμα του Αλκιβιάδη ανασηκώθηκε. Απέκτησε κεφάλι αρχαϊκό και μπήκε ευθύς σ’ ένα περίπτερο για να πουλάει τσιγάρα. Μα η κάψα του καλοκαιριού και οι ρυθμοί που παίζαν οι γειτόνοι δεν τον άφηναν σε ησυχία. Γι’ αυτό τις νύχτες και ιδιαίτερα τις ώρες τις μικρές, έβγαζε όλα τα ρούχα του κι έτσι όπως ήτανε γυμνός, χόρευε στη μικρή πλατεία ατέλειωτα, ώσπου να ξημερώσει.

Ο Χατζιδάκις αναγγέλλει: «Ο Αλκιβιάδης. Τραγουδούν το κίτρινο κορίτσι και η κόκκινη γυναίκα μαζί»

Στην πλατεία
καίει ο πυρετός
Ένα αγόρι
πετάει σαν αητός.

Μας χαρίζει τραγούδια και καπνό
δεν μιλάει μα κοιτά τον ουρανό.

Στην πλατεία
γέρνουν οι μυρτιές
μα τ’ αγόρι
πηδάει μες τις φωτιές.

Το τραγούδι
σβήνει στον καιρό
μα τ’ αγόρι
κλέβει το χορό.

Το κεφάλι θα κόψω απ΄ το λαιμό
να το βλέπω μες στ’ όνειρο χλωμό.

Χελιδόνι
Φύγε στο Νοτιά
Ξημερώνει
έσβησε η φωτιά.


Το τρελό κορίτσι με τα μωβ, παίρνει πάλι το λόγο, για να μας δείξει το μεθυσμένο κορίτσι μέσα στον τρελό κόσμο. Ακολουθεί το τραγούδι «ο τρελός κόσμος», που το τραγουδάει και πάλι ο νέος με τα μέταλλα.

Ο κόσμος γύρω μας είναι τρελός. Φαντάζει σαν παλιές φωτογραφίες που μας κοιτάζουνε τυραννικά και μας προστάζουνε να θυμηθούμε αυτό που δεν ορίζουμε, ό,τι δεν μας ανήκει. Το Μεθυσμένο Κορίτσι οργίζεται και σκίζει τις φωτογραφίες σκοτώνοντας περαστικούς, πνίγοντας με τα χέρια της ευσπλαχνικούς κυρίους – πρόσωπα ανύπαρκτα, νεκρά για το δικό μας κόσμο τον φανταστικό. Τον μόνο κόσμο που έπλασε ο Θεός με τη βοήθεια των καπνών, των φυτών και των μυρωδικών.

Μαύρο παιδί
κανείς δε σ’ έχει δει.

Σημάδι μαγικό
και μάτι φονικό
σε βλέπω τώρα στον γκρεμνό
σώμα γυμνό.

Τι πιστεύεις
τι γυρεύεις
στον ουρανό;

Μια κραυγή
βάφει τον κόσμο με οργή
το παιδί θα πνιγεί
μεθαύριο την αυγή.

Μαύρη σκιά
φύγε μακριά.

Η φλόγα του κεριού
ξεγελά
μα σιωπηλά
καίει το κορμί
δίχως πάθος κι ορμή.

Μαύρο παιδί
ποια νύχτα σ’ έχει δει;

Τραγούδι και βροχή
χαμένη προσευχή
ο κόσμος έγινε πληγή
και τρέμει η γη.

τι πιστεύεις
τι γυρεύεις
χωρίς ψυχή;

Μια φωνή
άγρια τη νύχτα θρηνεί
κι έτσι σβήνει η γιορτή
σαν καμένο χαρτί.

Μαύρη σκιά
στάσου μακριά

Φωνάζουν οι τρελοί
και οι σοφοί
ότι ξανά
θα γεννηθεί
όποιος τώρα χαθεί.

Ο προβολέας φωτίζει και πάλι το τρελό κορίτσι με τα μωβ:

Μια στέρνα, ένα πηγάδι, απαιτεί προσήλωση και κοίταγμα προσεκτικό μέσα στ’ ακίνητο νερό μη τύχει και φανερωθεί ταγμένο πρόσωπο ιερό πίσω απ’ το είδωλό μας. Κι αν απ’ τα αστέρια που πηδούν σχηματισθείς εσύ, λατρευτικός, φανταστικός μες την ακίνητη διαφάνεια του νερού, τότε κι εγώ προσεκτικά θα βυθιστώ μες το πηγάδι, θα χαθώ, παντοτινά μαζί σου θα ενωθώ, ως την καινούρια αρχή του κόσμου, στο σκοτάδι.

«Οράματα. Τραγουδούν το κορίτσι και η κόκκινη γυναίκα» λέει ο Χατζιδάκις.

Φως και νερό
στο πηγάδι κοιτώ
τ’ άστρα μετρώ στο βυθό
το πρόσωπό σου προσπαθώ
να θυμηθώ.

Στο βυθό
θα βρεθούμε εσύ κι εγώ.

Φως και κρασί
το πηγάδι κι εσύ.

Μες στο νερό ταραχή
του κόσμου γίνεται η αρχή
απ’ την ψυχή.

Στο βυθό
θα σε βρω και θα χαθώ.

 

Το τρελό κορίτσι με τα μωβ μας αφηγείται το τέλος της ιστορίας, όπου κυριαρχεί ο φόβος. Ακούγεται και το τελευταίο τραγούδι, από τον νέο με τα μέταλλα.

Βυθίστηκε το μεθυσμένο κορίτσι στο νερό. Για πάντα χάθηκε. Τι απόμεινε στους παγωμένου δρόμους; Μονάχα ο φόβος. Τώρα που το κορίτσι δεν κυκλοφορεί πήραν κουράγιο οι λογικοί και κυβερνούν αυτούς που έχουν το θάρρος να ονειρεύονται. Τώρα που το κορίτσι χάθηκε απ’ τους δρόμους, κυκλοφορεί πανίσχυρος στην πολιτεία ο Φόβος.

Φόβος φόβος
Το βλέμμα αυτό – που με τυραννά
του κοριτσιού – που μόνο γυρνά
δίχως νόμο – μες το δρόμο.

Μ’ ένα πάθος εχθρικό
το πλήθος γύρω σου νεκρό
σε προσπερνάει
με πανικό.

Δεν υπάρχω ούτε μπορώ
τα χείλια σου να ξαναβρώ
να σε φιλήσω
και να σωθώ.

Φόβος φόβος
Χίλια πόδια χίλια χέρια
πληγωμένα καλοκαίρια
απ’ το φόβο
μες το φόβο.

Κι αν το αίμα ξεχειλίσει
σαν ποτάμι θα κυλήσει
μες το φόβο
απ’ το φόβο.

Οι βροχές δεν σταματούν
χιλιάδες μάτια σε κοιτούν
σ’ αναγνωρίζουν
και σε ρωτούν.

Αν υπάρχεις κι αν μπορείς
να βρεις το δρόμος σου νωρίς
μη σε προφτάσει
και σε δικάσει
η οργή της Γης.
Στάσου φύγε
Γειά σου μόνος
Θα…χα…θώ…

Μόλις έσβησαν οι τελευταίες νότες, ακούστηκε ένα δυνατό χειροκρότημα, από τον Μάνο Ελευθερίου. Αυθόρμητα χειροκροτήσαμε κι εγώ με τον Ζαχαριουδάκη – και το αφεντικό που παρακολουθούσε τόση ώρα χωρίς να τον έχουμε πάρει είδηση. Οι μουσικοί και οι τραγουδιστές είχαν καρφώσει τα μάτια τους στον συνθέτη. «Καλά…» είπε ο Χατζιδάκις, «δυο τρία σημεία που πρέπει να προσέξουμε, θα σας τα πω μετά. Διάλειμμα τώρα!»

Ο Χατζιδάκις προχώρησε προς το τραπέζι που καθόταν ο Ελευθερίου. Κάθισε, έβαλε ένα τσιγάρο στην πίπα του και το άναψε. «Ώστε ο Μαρκόπουλος γράφει πιο ζωηρά, ε; θα το θυμάμαι!» Γέλασαν όλοι, ακόμα κι εγώ. Ξαφνικά ο Χατζιδάκις στράφηκε προς το μέρος μου. «Σου άρεσε εσένα;» με ρώτησε. «Πολύ» απάντησα, με ειλικρίνεια. «Για πες μου τότε, τι κατάλαβες;» Έμεινα άναυδος, αλλά στο τέλος ψιθύρισα την αλήθεια: «τίποτα…» Γέλασαν όλοι – κι εγώ κοκκίνισα, αλλά δεν παρεξηγήθηκα. «Όταν το ξανακούσω, θα καταλάβω!» είπα με αυτοπεποίθηση.

Ο Μάνος Ελευθερίου χτύπησε την πίπα του στο πλάι του τραπεζιού, άδειασε τα καμένα και άρχισε να την ξαναγεμίζει. «Θα καταλάβεις ένα μέρος» είπε ήσυχα. «Ένα πρώτο επίπεδο. Μετά, με τον καιρό, θα καταλαβαίνεις όλο και περισσότερα». Ο Μάνος Χατζιδάκις γέλασε και είπε: «Στο τέλος θα καταλαβαίνει περισσότερα κι από εμάς που το γράψαμε! Δεν είναι τίποτα πολύπλοκο Μάνο, θέλει απλώς άσκηση, όπως όλα τα ακριβά πράγματα! Με συγχωρείτε τώρα, πάμε πάλι πρόβα…»

Ο Ζαχαριουδάκης μου έγνεψε να φύγουμε. «Θα μείνω. Θέλω να το καταλάβω!» του είπα.

* * *

Μια πρώτη μορφή του έργου τελείωσε τις πρωινές ώρες της 25ης Οκτωβρίου 1973 και ολοκληρώθηκε στην οριστική του μορφή στις 16 Ιανουαρίου 1974, σημειώνει ο Μάνος Χατζιδάκις.

Έχουν περάσει κιόλας 32 χρόνια. Η ακρόαση του έργου υπήρξε για μένα μια συγκλονιστική αποκάλυψη: ένας ποιητικός και μουσικός θησαυρός, ένα από τα πολλά κορυφαία επιτεύγματα του μεγάλου Μάνου Χατζιδάκι, μια υψηλή αισθητική απόλαυση – και συνάμα μια ασυνήθιστα τολμηρή πρόσκληση για κατάδυση στα βαθιά σκοτάδια της ανθρώπινης τραγωδίας, για αναζήτηση αυτογνωσίας – χωρίς δεδομένο το χάπυ έντ. Μάλλον, με δεδομένο ότι δεν υπάρχει χάπυ έντ.

Τραγουδούν ο Γιάννης Δημητράς (Η μπαλλάντα του οδοιπόρου, Κρίση – στίχοι Μάνος Ελευθερίου), η Μαρία Κάτηρα (Τα σπασμένα ποδήλατα, Στα νερά του Ιορδάνη – στίχοι Μάνος Ελευθερίου). Οι στίχοι στα τραγούδια του δεύτερου μέρους ανήκουν στον Μάνο Χατζιδάκι. Ο Ευτύχιος Χατζητοφής τραγουδά Το μεθυσμένο κορίτσι, τον τρελό κόσμο και τον φόβο. Η Βερενίκη Βαλαρή τραγουδά την επέτειο – και μαζί με την Εύα Καναβαράκη τον Αλκιβιάδη και τα οράματα. Τα αφηγηματικά μέρη ερμηνεύει η Ελένη Μανιάτη. Παίζουν οι καλύτεροι μουσικοί εκείνης της εποχής: Βράσκος, Δεσποτίδης, Καψάλης, Ροδουσάκης, Φάμπας, Τενίδης, Μανωλιδάκης, Κριθάρη, Κατσικάκης, Ψωμιάδης, Καρακατσάνης, Γκίνος, Ρέγγιος, Φάρου, Νίκος και Γιώργος Λαβράνος, Διακογιώργης, Ζουγανέλης, Πολυκανδριώτης, Τόμπρας, Παναγοπούλου. Το εξώφυλλο έχει φιλοτεχνήσει ο Γιώργος Σταθόπουλος. Ηχολήπτες ήταν ο Γιαννακόπουλος και ο Σμυρναίος.

Όσα υποτίθεται ότι λέει ο Μάνος Χατζιδάκις στην έναρξη της παράστασης, είναι δικό του κείμενο, παρμένο από το δίσκο ακτίνας (ΝΟΤΟS / LYRA).