Cinetroll: Χιροσίμα Αγάπη μου

του Τάσου Θεοδωρόπουλου

Ο ΤΑΖ παρακολουθεί την θρυλική ταινία του Αλέν Ρενέ που επανακυκλοφορεί στις αίθουσες, σαν κυβιστής που προσπαθεί να ζωγραφίσει τον κύκλο της συνενοχής του στην Ιστορία, και της εξερεύνησης του φορτίου, της δικής του προσωπικής ιστορίας.

Δεν υπάρχει κάτι να γράψω σαν αυτό που λέγεται συμβατική κριτική για το "Χιροσίμα Αγάπη Μου" που να μην έχει ειπωθεί, την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία από τον Αλέν Ρενέ, το 1959, σε σενάριο και διαλόγους της Μαργκερίτ Ντιρά. Ή μάλλον όχι σε διαλόγους, αλλά έναν διάλογο 90 λεπτών, επαναληπτικό και γεωμετρικά ποιητικό,σαν μινιμαλιστικό μουσικό έργο. Μόνο Αυτό ήταν το πρώτο μου μου πρόβλημα σε αυτό το κείμενο. Επειδή γράφω με μουσική, το τι μουσική θα ακούω την ώρα που το γράφω για να ανακαλέσω στη μνήμη μου το συναίσθημα και να μορφοποιήσω το φαινομενικά χαοτικό αλλά τόσο συμπαγές σύμπαν του φιλμ. Επέλεξα Φίλιπ Γκλας. Το δεύτερο πρόβλημα ήταν, ή μάλλον είναι, αφού αυτή τη στιγμή το γράφω, το πως θα καταφέρω να παρέμβω στις συνδέσεις των νευροδιαβιβαστών του εγκεφάλου μου, ώστε αυτή η ανάκληση να γίνει μέσα από την παρόρμηση ενός ερωτευμένου 17χρονου που κοιτάζει το μέλλον, χτίζοντας αναμνήσεις και ληστεύοντας αχόρταγα κάθε στιγμή της μέρας κι ενός τριανταφεύγα ενήλικου, που καλείται να αξιολογήσει και να ταξινομήσει τις μνήμες του παρελθόντος, ζώντας στοιχειωμένος από αυτές και φοβισμένος από την πιθανότητα να μην επαναληφθεί ξανά μέσα του σε όλο το εύρος της τρομακτικής της δύναμης, σαν τον βομβαρδισμό της Χιροσίμα, ή έκρηξη του έρωτα με τη μορφή ενός θανατηφόρου πυρηνικού μανιταριού.

Αυτό που κατάφερε με έναν απίστευτο ακόμα και σήμερα τρόπο ο Αλέν Ρενέ, βάζοντας βόμβα γέννησης στην κινηματογραφική νουβέλ βαγκ και βόμβα αποδόμησης στην συμβατική κινηματογραφική αφήγηση, σε αρμονική αντίστιξη. Δημιουργώντας ένα εκτός κάθε προσδιορισμού σύμπαν, μέσα στο οποίο τα αντίθετα έλκονται τόσο για να ολοκληρωθούν όσο και για να χαθούν με αυτανάφλεξη. Η προσωπική ιστορία σε αναμέτρηση με την Ιστορία, ο έρωτας με το θάνατο, ο διάλογος με την εικόνα, το ντοκιμαντέρ με την μυθοπλασία, το βάρος του ποιητικού λόγου με την πεζότητα της ελλειπτικής επανάληψης συγκεκριμένων φράσεων, την τρέλα με τη λογική,το πάθος με την απάθεια, την πραγματικότητα με το όνειρο, και τον συμβατικά μετρημένος χρόνο της γης των ανθρώπων, με το άχρονο, το δίχως προσδιορισμό, αρχή και τέλος, του σύμπαντος. Και τους ήρωες του, Αυτόν και Αυτήν, χωρίς ονόματα, να περιπλανώνται σε μια Χιροσίμα που έχει στηθεί πάνω στις στάχτες της, αλλά μοιάζει με σκηνικό ερειπωμένου στούντιο. Να περιπλανώνται σε όλο το “μεγαλείο” του μετά μιας ιστορικής καταστροφής, κουβαλώντας όμως και προβάλλοντας πάνω της, το πριν της δικής τους ιστορίας.

Σε ένα διαλεκτικό και όχι μόνο, παιχνίδι θεατρικών ρόλων που αντανακλά τη ζωή, ή μια ζωή που από τη φύση της είναι μια θεατρική σκηνή, στην οποία όμως δεν έχεις το δικαίωμα της πρόβας, τώρα είσαι πάνω της και το έργο τώρα εξελίσσεται, ενίοτε σαν αστείο του σύμπαντος που αντανακλάται πάνω σου με ότι αντίτιμο αυτό έχει. Την αυξομείωση στο μέγεθος των παθών σου, της ιστορίας και της Ιστορίας, από κάτι μεγαλειώδες σε κάτι ασήμαντο και μεγέθους μυρμηγκιού όπως είναι η ανθρώπινη ύπαρξη σε σχέση με το σύμπαν, καθιστώντας ειρωνική την επεξήγηση. Όπως Αυτός και Αυτή μπορεί να ξεσπάσουν σε γέλια μετά από μια σοβαρή κουβέντα, ή να εκφραστούν σπασμωδικά με ένα χαστούκι που στην κινηματογραφική συνέχεια θα εξαφανιστεί, σαν να μην υπήρξε ποτέ, σαν να μην υπήρξαν οι ήρωες ποτέ. Σαν να μην υπάρχει κανείς μας και ότι κάνουμε, ότι λέμε, ότι δημιουργούμε ή καταστρέφουμε, κάθε αγωνία και αντίδραση μας να είναι προϊόν της προσπάθειας μας να προσδιορίσουμε την ύπαρξη μας μέσα από την ανυπαρξία μας.

Αν διάβαζα αυτά που γράφω παραπάνω σε κάποιο άλλο άρθρο, (ίσως σε μια παλιότερη εποχή της δικής μου ανύπαρκτης ύπαρξης) πιθανότατα θα γελούσα με τον βερμπαλισμό του κριτικού και θα τον έκανα ρόμπα. Συν του ότι θα μου ήταν κάτι παραπάνω από αποτρεπτικά στο να δω την ταινία. Εκεί βρίσκεται η μαγεία του Ρενέ σε έναν συνδυασμό που δεν ξέρεις αν πέτυχε ή απλά έτυχε, όπως συμβαίνει με τα περισσότερα μεγάλα έργα τέχνης. Στα χέρια κάπου άλλου, σχεδόν σίγουρα το τελικό αποτέλεσμα θα είχε προκύψει καταστροφικό. Γιατί ο θρύλος λέει πως το “Xιροσίμα αγάπη μου” ξεκίνησε σαν ένα μικρού μήκους ντοκιμαντέρ ανάθεση στον Ρενέ, ο οποίος είχε εντυπωσιάσει το 1955 με το ντοκιμαντέρ του “Oλοκαύτωμα”. Ο τελευταίος όμως δεν ήθελε να επαναλάβει κάτι τέτοιο και μετά από μήνες καθυστέρησης, αστειευόμενος (?) είπε στους παραγωγούς ότι δεν μπορεί να το κάνει, αν δεν γραφτεί σαν ντοκιμενταρίστικη μυθοπλασία από τη Μαργκερίτ Ντιρά. Με τη σειρά της η παραγωγή έβαλε τον όρο ο ένας πρωταγωνιστικός χαρακτήρας να είναι Ιάπωνας και ο άλλος Γάλλος εφ’ όσον η ταινία είναι γαλλοϊαπωνική συμπαραγωγή, και τα γυρίσματα να γίνουν και στις δύο χώρες. Και κάπως έτσι, με αυτές τις συμβάσεις και περιορισμούς, γεννήθηκε ένα αριστούργημα χωρίς κανείς μας να ξέρει αν οι ίδιοι οι δημιουργοί του γνώριζαν τι ακριβώς έκαναν.

Ένα αριστούργημα από αυτά που έχουν όλες τις προϋποθέσεις για να ταξινομηθούν μέσα μου στην κατηγορία “ψευτοσινεμά τέχνης και κριτικών που βαριέμαι αφόρητα”. Συνέβη κάτι εντελώς το αντίθετο στη σχέση μου μαζί του. Κάτι ζωντανό και εξελισσόμενο παράλληλα με μένα μέσα στο χρόνο (με μεγάλη διαφορά μας την αθανασία της “Χιροσίμα”), όπως διαπίστωσα τώρα που το ξαναείδα. Σαν ζωντανός οργανισμός μέσα στην επιτηδευμένη θεατρική στατικότητα του και τον ασταμάτητο λόγο. Αυτά δηλαδή που σιχαίνομαι κι αυτά ακριβώς που ο Ρενέ ως δια μαγείας μετατρέπει σε πιο κινηματογράφος δε γίνεται. Και δεν τα γράφω αυτά επειδή το έχω το σιγουράκι αφού όλοι λένε ότι είναι αριστούργημα να το πω κι εγώ μη με θεωρήσουν αγράμματο. Υπάρχουν δέκα καρότσια “αριστουργημάτων” και “άβατων ιερών” που όλοι τους τα προσκυνούν από υποχρέωση αλλά προσωπικά προτιμώ μπροστά τους να δω μια ταινία με τον Τσακ Νόρις. Στη “Xιροσίμα” o λόγος γίνεται εικόνα και η εικόνα λόγος, σαν (ακόμα μια αντίθεση) να είναι αναπόσπαστα το ένα από το άλλο και ταυτόχρονα εντελώς αυτόνομα, σαν δηλαδή κάποιος να έβαλε τις εικόνες και κάποιος άλλος τα λόγια αλλά για διαφορετικές ταινίες.

Αυτός είναι ένας αρχιτέκτονας από τη Χιροσίμα που τη μέρα του βομβαρδισμού της, βρισκόταν μακριά από την οικογένειά του υπηρετώντας στο στρατό. Αυτή μια Γαλλίδα ηθοποιός που βρίσκεται εκεί για τα γυρίσματα μιας ταινίας με θέμα φυσικά τη Χιροσίμα. Ο φακός μας τους συστήνει αγκαλιασμένους, χωρίς να βλέπουμε τα πρόσωπά τους. Εκείνη μιλάει, η κάμερα περιπλανιέται στη σύγχρονη Χιροσίμα που μολονότι έχει καταφέρει να στηθεί ξανά, μοιάζει σαν μια πόλη φάντασμα, παγωμένη ανάμεσα στο χρόνο, το τότε και το τώρα. Ενδιάμεσα παρεμβάλλονται ντοκιμενταρίστικες σκηνές από στημένα και πραγματικά επίκαιρα. Φωτογραφίες από την καταστροφή. Εκείνη μιλάει για αναμνήσεις και για γνώση, εκείνος της απαντάει αρνητικά, “δεν είσαι προικισμένη με τη μνήμη”. Ο διάλογος τους καταλήγει σε γέλια, σαν να ειρωνεύονται τη σοβαρότητά του, σαν να μην έγινε. Έχουν μόνο μια νύχτα και μέρα μπροστά τους πριν Εκείνη φύγει. Εκείνος τη διεκδικεί. Εκείνη συνεχίζει να μιλάει.

Η πλαστή μνήμη της μπερδεύεται με την πραγματική. Την ερωτική της ιστορία με έναν Γερμανό στρατιώτη στη Νεβέρ που μεγάλωσε. Τη διαπόμπευση, το κούρεμα και το κλείδωμα της σε ένα υπόγειο από τους δικούς της όταν μαθεύτηκε η σχέση της. Ο Ρενέ αντιπαραβάλει με μια σειρά από αριστοτεχνικά σύντομα flash back από το παρελθόν Εκείνης στη Νεβέρ, το δικό της τότε και τώρα με το τώρα και το πριν της Χιροσίμας. Τα κομμένα μαλλιά της ηρωίδας με τα μαλλιά που έπεσαν από τη ραδιενέργεια μετά την έκρηξη από τις γυναίκες, και εκτίθενται στο μουσείο της πόλης. Εκείνη του λέει “καταβρόχθισε με, παραμόρφωσε με”, ενώ έχουμε δει φωτογραφίες με τερατογενέσεις και παραμορφωμένα παιδιά. Τα κομμάτια του παζλ εδώ δεν έχουν σκοπό να συνθέσουν μια εικόνα αλλά να την αποσυνθέσουν. Σαν δομή και σαν φυσική μεταθανάτια διαδικασία.

Ο χρόνος διαστρεβλώνεται, δεν είναι απλά η γέννηση της Νουβέλ Βαγκ, τολμάω να γράψω ότι είναι η γέννηση του Ντέιβιντ Λιντς και πολλών άλλων. Τα πάντα φαίνονται τακτοποιημένα, τα κάδρα αρχιτεκτονικά στημένα κι αυτό ενισχύει ακόμα την "ανωμαλία" στην ατμόσφαιρα, που ένα τραύμα δημιουργεί μέσα σου. Την αφυσικότητα της διαγραφής του από τη μνήμη με το χτίσιμο μιας φαινομενικά άψογης ρέπλικας, αντιγράφου, προσομοίωσης πάθους και ζωής. Ο χρόνος συστέλλεται και διαστέλλεται. Κάποια στιγμή, λίγο πριν το τέλος, Εκείνος κι Εκείνη θα συναντηθούν σε ένα μπαρ που όχι τυχαία, ονομάζεται Καζαμπλάνκα. Η πυρηνική έκρηξη θα έχει ορθώσει το μανιτάρι της στον εγκέφαλο σου. Και το συναίσθημα σου, σε σύγχυση, να εκβιάζεται από τον ποιητικό λόγο της Ντιρά να εκφραστεί και να σε κυριεύσει και ταυτόχρονα να ακρωτηριάζεται, να μπαίνει υπό περιορισμό από την μαθηματική, στακάτη επανάληψη του. Όπως ακριβώς επαναλαμβάνεται η Ιστορία. Και η ιστορία του κάθε ένα μας. Κυκλικά αλλά σαν κύκλος ζωγραφισμένος από κυβιστή.

Το ανέκφραστο αποκτάει την έκφραση του αψηφώντας κάθε νόμο λογικής. Kαι ο θεατής φορτώνεται το τίμημά του, σαν συνένοχος στην Ιστορία, και εξερευνητής του φορτίου, της δικής του προσωπικής ιστορίας.

***To "Xιροσίμα αγάπη μου" προβάλλεται από την Πέμπτη 23 Ιουλίου στο Cine Paris στην Πλάκα, το Τριανόν (Πατησίων και Κοδριγκτώνος) και την Κατερίνα στο Χαϊδάρι.