Πειραγμένα σταθμά

Του Παντελή Μπουκάλα

Είχαμε γελάσει λίγα χρόνια πριν με τις διαφημίσεις του Πίου. Καλογυρισμένες, σαν ταινίες μικρότατου μήκους, με πειστική υποκριτική και με ατάκες ποδοσφαιρολογικές, που πάντα μας αρέσουν. Η επαγγελματική τους ποιότητα λειτούργησε σαν διευκολυντικό κατάποσης. Μας βοήθησε δηλαδή να καταπιούμε την ελαφρώς ειρωνική και απαξιωτική λογική τους για τους μαύρους, οι οποίοι στο πρόσωπο του Πίου εμφανίζονταν μοιραία και τελεσίδικα εγκλωβισμένοι στον ρόλο που τους αποδίδει η λευκή υπεροχή μας: αφελούτσικοι, γελαστοί κι όταν τους σφαλιαρίζουμε για ξέδωμα ή για να τους επαναφέρουμε στην τάξη, άξιοι μόνο για τα μικρά· για τα φανάρια π.χ., που ακούγονταν πίσω από το Φανάρ Μπαξέ, το πειραγμένο όνομα της τουρκικής ομάδας. 

Περίπου τα ίδια πράγματα είχαν ισχύσει και σε μιαν άλλη από τις διαφημίσεις που είχαν κάνει ντόρο στον καιρό τους. Λέω για το «Πουτ δε κοτ ντάουν» που φώναζε ο αστυνομικός κάπου στην ελληνική επαρχία. Τα ελληνοαγγλικά της πυρκαγιάς μεταφράζονταν βέβαια στη γλώσσα του αθώου καλαμπουριού, μεταφράζονταν όμως και στη γλώσσα του ξινού χλευασμού: Τι άλλο παρά ξένος, μάλλον Αλβανός, θα μπορούσε να είναι ο κλεφτοκοτάς; Έλληνας; Ποτέ των ποτών.

Δεν θυμάμαι ποιο προϊόν ή υπηρεσία προπαγάνδιζε ο Πίου. Ούτε κι ο «Πουτ δε κοτ ντάουν». Όσο ρωτάω γύρω μου, καταλαβαίνω ότι δεν είναι αποκλειστικά δικό μου το πρόβλημα μνήμης. Φαίνεται πως όσο πιο διασκεδαστική είναι μια ρεκλάμα τόσο πιο εύκολο είναι να παρασυρθούμε από την πλακατζίδικη ιστοριούλα και να παραβλέψουμε το «κυρίως θέμα», ή μάλλον το ηθικόν δίδαγμα: «Αγοράστε! Καταναλώστε! Διαδώστε!» Στις κουβέντες μας άλλωστε, όταν αναμεταδίδουμε δίκην ανεκδότου ό,τι είδαμε στη μικρή οθόνη, την ιστοριούλα λέμε περιληπτικώς, όχι ποιον εμπορικό στόχο είχε.

Και τον ίδιο τον Πίου δεν τον παραθυμόμασταν πια. Το όνομά του το ξανακούσαμε τώρα, αλλά πια σαν το όνομα ενός αρνητικότατου ήρωα: Συνελήφθη στο αεροδρόμιο με 1.285 γραμμάρια ηρωίνη στο στομάχι του, εμπεριεχόμενα σε 58 αυτοσχέδιες ωοειδείς συσκευασίες. Καταδικαστέος. Αυτονοήτως. Και θα κρίνει η Δικαιοσύνη πόσα χρόνια ελευθερίας θα του κοστίσει η απόφασή του να γίνει βαποράκι. Αλλά καταδικαστέα πιστεύω είναι και η τεράστια ευκολία με την οποία δόθηκε πάραυτα στη δημοσιότητα το όνομα του Πίου, παρότι ανήκει ακόμα στην τάξη «φέρεται ως...» και όχι των επισήμως καταδικασμένων. Να φταίει το χρώμα του; Το ότι δεν είναι Έλληνας, «ένας από μας», τους προστατευτέους; Καθόλου απίθανο.

Σε πάρα πολλές άλλες περιπτώσεις ακούμε (σωστά) για «διάσημη τηλεπερσόνα» που έκανε το ένα ή το άλλο, για «νεαρό ηθοποιό» κτλ. Η διά νόμων επιβαλλόμενη ανωνυμία τούς προστατεύει από τον κανιβαλισμό.

Όπως προστάτεψε, λ.χ., προ μηνός «γνωστό πρόσωπο, δραστηριοποιούμενο στον τουριστικό τομέα», που χρωστούσε από χρόνια στην εφορία μόλις 14,8 εκατομμύρια. Πάλι για τα μέτρα και τα σταθμά λοιπόν ο λόγος. Πάλι και πάντα.