Λεωφορειάδα

του Κοσμά Αντ. Θέμελη

Στην Ράνια Πετρίδου, επίτιμη ανηψιά μου

Δεν είμαι φίλος των μετακινήσεων με Μέσα Μαζικής Μεταφοράς-τι απαίσια λέξη-. Ανήκω μάλλον στους λίγους Αθηναίους που δεν έχουν μετακινηθεί ακόμη με το νέο τραμ-το παλαιό το «γκρέμισε» ως γνωστόν ο Καραμανλής για λόγους που σήμερα πια δεν είναι προφανείς, αφήνοντας την Αθήνα να ανήκει στις ελάχιστες ευρωπαϊκές μεγαλουπόλεις χωρίς τραμ. Αλλά θα μου πεις ότι στην Αθήνα κατήργησαν τα ποτάμια-μέχρι να εμφανισθεί ο Στ. Θεοδωράκης-, στο τραμ θα δίσταζαν;

Θυμάμαι τα πολύ παλιά λεωφορεία, που με έβαζε μερικές φορές η κυρά Σοφιά, η αδελφή ή ξαδέλφη της αγαπημένης μου γιαγιάς, δεν ξέρω που πηγαίναμε. Επίσης με λεωφορείο με πήγε η κυρία Βιργινία μια φορά στο σπίτι της. Το σπίτι της ήταν γκρι σε μια περιοχή με πολλά άλλα γκρι σπίτια, ακανόνιστα, σε λασπωμένους χωματόδρομους. Το σπίτι της δεν είχε πόρτες, αλλά κουρτίνες. Αλλά η κυρία Βιργινία ήταν μια συμπαθέστατη δασκάλα και έπινε καφέ μαζί μου στον Αντωνόπουλο στην Γλυφάδα-εγώ έπινα πορτοκαλάδα-. Και εκεί μου διάβαζε τα παραμύθια του Ομήρου για να βγάζει το καλοκαιρινό της χαρτζιλίκι. Δεν άκουσα ποτέ άλλοτε τόσο όμορφα παραμύθια. 

Τα παλιά λεωφορεία είχαν κι έναν γκριζωπό-καφετί εισπράκτορα που καθόταν πίσω δίπλα στην πόρτα. Κρατούσε μασούρι με γυαλιστερές τρύπιες δεκάρες και πάκους με μικρά τετράγωνα εισιτήρια από λεπτό μαλακό χαρτί με γράμματα και αριθμούς σε απαλά χρώματα, μπλε και ροζ θυμάμαι.. Επίσης στα παλιά λεωφορεία υπήρχαν πινακίδες «Μην ομιλείτε εις τον οδηγόν»-εντάξει, αργότερα το συνέδεσα με Εγγονόπουλο-αλλά και «Απαγορεύεται το πτύειν»-Μα ποιος θα έφτυνε μέσα σε λεωφορείο; Επίσης είχαν εικόνες Παναγίτσας και αγίων, σχοινάκια και μπιχλιμπίδια σε πλούσια χρώματα, καμιά φορά και ατομικό τρανζιστοράκι του οδηγού, που έπαιζε λαϊκά με πολλούς λυγμούς, αλλά και Φέρτε μου ένα Μαντολίνο, που εμένα μού έφερνε δάκρυα. Επίσης είχαν δίπλα στον οδηγό το καπάκι της μηχανής νομίζω, που μου έμοιαζε με φέρετρο. Σκεφτόμουν ταφικές τελετουργίες, όπου οι μισοί επιβάτες ντυμένοι στα μαύρα έκλαιγαν τον νεκρό τους και οι άλλοι μισοί χασκογελούσαν κρατώντας τα ψώνια ή τσάντα με τα μπανιερά τους.

Σπανιότατα χρησιμοποίησα λεωφορείο εξ ιδίας πρωτοβουλίας. Συνέτεινε σε αυτό μια συστολή που είχα για να ζητήσω πληροφορίες για τις διαδρομές ή για τον τρόπο πληρωμής εισιτηρίου. Σαν Αθηναίος δεν ήθελα να φανώ επαρχιώτης, ή άσχετος με τις χαρές που χαρίζει η χρήση λεωφορείου. Σε ξένους τόπους δεν ήθελα να φανώ πολύ τουρίστας, ώστε ακόμη και στα 25 μου πήγαινα με τα πόδια στην αρχή από την φοιτητική εστία που φιλοξενήθηκα για ένα μήνα ως το κέντρο του Φράϊμπουργκ, ή μέχρι το Ινστιτούτο που αργότερα δούλευα στην διατριβή μου. Εντούτοις σαν τουρίστας γυρνούσα με μεγάλη ευχαρίστηση με το μετρό στο Παρίσι, ή και με το κάπως επίφοβο μετρό του Λονδίνου. Αντιθέτως χρησιμοποιούσα ευχαρίστως ταξί. Στο πρώτο πάρτυ του Γυμνασίου πήγα από την Ακρόπολη στο σπίτι της εκ Βόλου Μιρέλλας στην Πλατεία Κολιάτσου-τότε μεσοαστική περιοχή- και γύρισα με τα πόδια, αφού δεν ήμουν σίγουρος αν θα μου έφταναν τα λεφτά μου για ταξί. Και μαθητής στην εξέγερση του Πολυτεχνείου πήγα με ταξί. Αφού προηγουμένως είχα ξεγελάσει την μάνα μου ότι πάω στους Αμπελοκήπους στο Αθήναιον με μια φίλη για να δούμε το «Μεγάλο Φαγοπότι». Το ταξί με άφησε περίπου στην Βουκουρεστίου, αφού πιο κάτω ακούγονταν εκπυρσοκροτήσεις που έμοιαζαν με πυροβολισμούς. Συνέχισα την επανάσταση με τα πόδια.

Χρησιμοποίησα 2-3 φορές το 27 που από την Πλατεία Κάνιγγος πήγαινε στον Παράδεισο Αμαρουσίου, όπου ήταν το σχολείο μου. Την μία φορά ήταν 1 Οκτωβρίου, πρώτη μέρα της σχολικής χρονιάς. Τότε τα σχολεία άρχιζαν πάντα την πρώτη Οκτωβρίου και οι διακοπές την πρώτη Ιουλίου. Η ζωή φαινόταν πιο ασφαλής και σίγουρα είχε σταθερότερες ημερομηνίες για τα σπουδαία πράγματα. Τις άλλες δυό φορές είχα χάσει το σχολικό λεωφορείο, που πάντα περνούσε με γερμανική ακρίβεια στις 7:05 ακριβώς (νάτη πάλι η σταθερότητα) από την στάση. Που η στάση πάντα ήταν στην γωνία Βεΐκου και Χατζηχρήστου, εκεί που είναι το νεοκλασικό του Φεστιβάλ Αθηνών, πλην μιας χρονιάς που ήταν ψηλά στην Ροβέρτου Γκάλι, εκεί που είναι σήμερα το περίπτερο και παλιά είχε δίπλα και έναν θάλαμο του ΟΤΕ. Αργότερα ανακάλυψα την λιγότερο κοπιώδη και συμφέρουσα λύση: Γρήγορα στο σπίτι της γιαγιάς στην Ζαχαρίτσα 4, απαλλοτρίωση κατοστάρικου «για να πάρω και κουλούρι». Και φυσικά μετάβαση στο σχολείο με τα αγαπημένα μου ταξί, που τότε είχαν όλα ταξίμετρο KIENZLE ARGO, που τα αντιπροσώπευε ο Καλφόπουλος, πατέρας του φίλτατου Κώστα. Κόστος διαδρομής ακριβώς 43,50 δραχμαί, συν-πλην 30 λεπτά, είπαμε, σταθερότης. Αργότερα ήρθαν οι ομαδικές ή ατομικές κοπάνες. Οι ατομικές ξεκινούσαν με καφέ στον ΔΙΟΝΥΣΟ και συνέχιζαν συνήθως με ανάγνωση βιβλίου στο Νυμφαίο, σε παγκάκι στου Φιλοπάππου ή κάτω από δέντρο περί την Ακρόπολη και την Αγορά.

Μεταβάσεις από Αθήνα προς Γλυφάδα και αντιστρόφως με το 40, αν θυμάμαι καλά, που είχε τέρμα και αφετηρία στο Ζάππειο. Εκτός αν υπήρχαν χρήματα για ταξί, φυσικά. Το σπίτι στην Γλυφάδα ήταν στην Πλατεία Εσπερίδων, με έναν υπέροχο τεράστιο κήπο με όλα τα καλούδια, με ρωμαϊκή σαρκοφάγο, με μύλο, φρέσκα φιστίκια από τα δέντρα και πολλά άλλα. Ο κήπος ξεκινούσε δίπλα από την κάβα του Αντωνιάδη. Μεταβάσεις με τον αδελφό μου Γιώργο με το 40 προς το Κολυμβητήριο για παρακολούθηση των τιτανομαχιών του πόλο Εθνικού-Ολυμπιακού με ελεύθερη είσοδο. Φυσικά κραυγές υπέρ Εθνικού ως βάζελοι εξ απαλών ονύχων. Ξαφνικά έβαλαν εισιτήριο... Γρήγορα πίσω για λεφτά, επάνοδος με ταξί με την ψυχή στο στόμα. Προλάβαμε.

Αργότερα ήρθε το πολυπόθητο δίπλωμα οδήγησης και η συχνή χρήση του πατρικού λευκού Audi 100 με την μαύρη σκεπή, εγκαινιάζοντας την προσωπική αουντιάδα που διαρκεί μέχρι σήμερα, όπως και την συμπάθεια στις μεγάλες πανεπιστημιακές αίθουσες Audi Max. (Auditorium Maximum).  

Πριν λίγες μέρες αναγκάσθηκα μετά από 30 περίπου χρόνια να γυρνάω μια ολόκληρη σχεδόν μέρα με λεωφορεία σε διάφορες περιοχές. Εντυπωσιάσθηκα. Υπάρχουν πάρα πολλοί αλλοδαποί στην Αθήνα. Που είναι ευγενέστατοι, πρόθυμοι να βοηθήσουν έναν Αθηναίο-χωρίς συστολές πλέον- να συνδυάσει απίθανα λεωφορεία για εξωτικές διαδρομές. Χαμογελούν, μιλούν τέλεια ελληνικά, είναι υπομονετικοί και δεν φωνασκούν, ούτε αδημονούν, όπως κάνουν πολλοί Έλληνες. Οι οδηγοί λεωφορείων οδηγούν απίστευτα. Ξεκινούν απότομα, φρενάρουν απότομα, καμιά σχέση με τους παλιούς οδηγούς... Με αγκάλιασαν κάπως άγρια πολλοί, αναγκάζοντάς με να αγκαλιάσω άλλους. Όταν δεν υπάρχει πολύς κόσμος, υπάρχει η τάση, που ίσως οφείλεται στις περίεργες μέρες που ζούμε, να δημιουργούνται παρέες αγνώστων που σχολιάζουν τα τεκταινόμενα. Μαθαίνει κάποιος συγκριτικές τιμές προϊόντων στα διάφορα σούπερ μάρκετ, αλλά ακούει και τις πιθανές μελλοντικές εξελίξεις στον Σύριζα. Τα λεωφορεία κινούνται γενικά γρηγορότερα από ό,τι περίμενα. Ήταν μια πολύ ενδιαφέρουσα μέρα.

ΕΠΙΜΥΘΙΟΝ: Δεν υπάρχει σωτηρία με την μελλοντική συμφωνία, αν έρθει. Μπαίνουμε σε μεγάλους μπελάδες κι η Κυβέρνηση σε ακόμη μεγαλύτερους. Η Παναγιά μαζί μας. 

Τα σχόλια έχουν κλείσει για αυτό το άρθρο

Σχόλια

  • 1 Ο/Η apofoitossymmathitis έγραψε: (πριν 1 έτος)

    Εξαιρετική διαδρομή! Μία διόρθωση μόνο: στη Βούλα πήγαινε το 84, μετέπειτα 122, που περνούσε βέβαια από Γλυφάδα. Keep writing.

loading..