Είμαστε ναυαγοί

του Άρη Δαβαράκη

Μ’ αυτά και μ’ αυτά φτάσαμε ήδη σε μία επικίνδυνη καμπή, μια ανοιχτή στροφή χωρίς ορατότητα. Τι κάνουμε; Που πάμε; Τι θα γίνει; Κάποιοι από εμάς κρατάμε την ελπίδα σαν πείσμα και αυτό είναι άκρως ανθυγιεινό. Η ελπίδα πρέπει να φτερουγίζει, να σε αλαφραίνει, να σε φορτίζει θετικά, να σε φωτίζει εσωτερικά. Ελπίδα που καταντάει βαρίδι δεν είναι ελπίδα, είναι στρουθοκαμηλισμός.

Κάτι σάπιο υπάρχει, δεν μπορεί πια κανείς να υποκριθεί πως δεν το διακρίνει. Η απόσταση ανάμεσα στο ουσιώδες και αυτό που ζούμε σαν κοινό τόπο είναι από εδώ ως την αιωνιότητα. Λέμε συνεχώς ψέματα, μας λένε συνεχώς ψέματα, αποδεχόμαστε το ψέμμα σαν κοινωνική συνθήκη ικανή να μας προφυλάξει από τα χειρότερα. Ποια είναι τα χειρότερα; Να δούμε την αλήθεια κατά πρόσωπο. Να παραδεχτούμε πως για άλλη μια φορά αποτύχαμε οικτρά. Αυτό το τρέμουμε.

Και δεν μιλάω καθαρά πολιτικά. Τα συμπτώματα έχουν πάψει προ πολλού να είναι τόσο επιφανειακά όσο «η τέχνη του εφικτού». Η Ελλάδα πάνε χρόνια που βουλιάζει όλο και πιο βαθειά, ενώ εμείς, οι πολίτες της, οι Έλληνες, βασανιζόμαστε οι μισοί από την φτώχεια και την στέρηση ακόμα και των αναγκαίων για την επιβίωση – και οι άλλοι μισοί από μια ένοχη συνείδηση που ουρλιάζει πια, μας τρώει τ’ αυτιά, τα σωθικά, την σκέψη μας. Ξέρουμε όλοι, η τεράστια, η συντριπτική πλειοψηφία, πως αυτό που ζούμε δεν είναι ζωή, είναι ένας καταναγκασμός που έχει για επίκεντρο το χρήμα και τα «αγαθά» που μπορεί κανείς να αγοράσει (ή να εξαγοράσει, ή να εκβιάσει, ή να απαιτήσει) με το «εργαλείο» αυτό. Ένα πιάτο φαϊ ή έναν έρωτα φτηνό, ένα ταξίδι, μια στέγη – ηλεκτρισμό, νερό, κινητό.

Πότε κατάντησε έτσι η Ελλάδα; Πως οδηγηθήκαμε σ’ αυτή την κατάντια, να φεύγουν πάλι οι νέοι Έλληνες από τον τόπο τους και να βρίσκουν δουλειά όπου κι’ αν πάνε, παντού αλλού εκτός απ’ την «πατρίδα»; Και γιατί δεν μας απασχολεί αυτό καθόλου; Έχουμε αποδεχθεί την καταδίκη μας και υπομένουμε τα πάντα σιωπηλοί ή δεν μπορούμε πια ούτε να καταλάβουμε πως έχουμε πιάσει πάτο αλλά ο πάτος είναι το δάπεδο του ασανσέρ και έχει όλο και πιο κάτω, πιο χαμηλά, πιο χαμηλά, πιο χαμηλά, βαθιά μέσα στην μαύρη τρύπα που μας ρουφάει στο μαύρο σκότος της;

Να παρηγορηθούμε που δεν είμαστε οι μόνοι; Πως ο πυρήνας του προβλήματος δεν είμαστε εμείς αλλά μια παγκόσμια ολιγαρχία που κάνει απανωτά λάθη, μοιραία λάθη, που έχουν παγκόσμιο αντίκτυπο; Ακόμα και έτσι αν σκεφτούμε πάλι στα δικά μας θα καταλήξουμε – γιατί η ζωή μας είναι εδώ.

Δεν πάμε καλά, ζούμε χωρίς πυξίδα, έχουμε αποκοπεί από την φύση και το οικοσύστημα και κρεμόμαστε από τα ΑΤΜ, από την ΕΚΤ, από το ΔΝΤ – και άλλα τέτοια αρχικά που έχουν φορτωθεί μεγάλο «κύρος» και εξουσία. Ότι έχει σχέση με χρήμα –ή με την έλλειψη του χρήματος.

Σε λίγες μέρες κλείνω τα 62 μου χρόνια. Δεν ξέρω πόσα χρόνια, μήνες, εβδομάδες, μέρες, ώρες μου μένουν. Είναι τρελλό να σκορπάω τη ζωή μου έτσι, σαν αυτόματο, σαν ρομποτάκι, σαν ανεγκέφαλος μηχανισμός επιβίωσης – ένα σώμα δηλαδή και τίποτε άλλο.

Ζούμε ένα δραματικό ναυάγιο. Αν δεν επανασυνδεθούμε με το άνω τερματικό να πάρουμε οδηγίες για την συνέχεια, την έχουμε βάψει.

Τα σχόλια έχουν κλείσει για αυτό το άρθρο

Σχόλια

  • 1 Ο/Η αριστο έγραψε: (πριν 1 έτος)

    aristo

loading..