Μια τελευταία ευκαιρία

Του Δημήτρη Ραπίδη

Ήταν ένα εξάμηνο ελπίδας για ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας. Ένα πρωτοφανές κύμα υποστήριξης των κυβερνητικών επιλογών από τον Φεβρουάριο μέχρι και την 5η Ιουλίου και το μεγαλειώδες αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος. Για ένα τμήμα της κοινωνίας και του εμπορικού/επιχειρηματικού κόσμου, το εξάμηνο που πέρασε ήταν εφιαλτικό. Ιδεολογικά και μόνο, γιατί οικονομικά μας άγγιξε όλους – ή τουλάχιστον την πλειοψηφία.

Ξαφνικά, μετά το 61% του «Όχι», τα φώτα έσβησαν απότομα και η παράσταση έληξε. Τόσο απότομα που πολλοί δεν πίστευαν στα αυτιά τους. Ακόμα και εκείνοι που είχαν ταχθεί σφόδρα ενάντια στον ΣΥΡΙΖΑ, στην διαπραγματευτική τακτική Βαρουφάκη, στα πήγαινε-έλα στις Βρυξέλλες, σοκαρίστηκαν. Όχι μόνο με την στροφή 360 μοιρών και την παραδοχή της ήττας –ή για άλλους όπως ο Γιάννης Μηλιός «του ιστορικού συμβιβασμού»- αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο αυτή η στροφή έλαβε χώρα.

Τέτοιο πλήρες και ολικό άδειασμα της λαϊκής ετυμηγορίας σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα, και ιδιαίτερα μετά από πρωτοφανή, άοκνο και επίμονο αγώνα ενάντια σε όλα, δύσκολα θα βρει κανείς στα κιτάπια της ιστορίας. Έμελλε να τύχει στον ΣΥΡΙΖΑ αυτό – ή καλύτερο έμελλε η κυβέρνηση να επιλέξει να συμβεί αυτό επί των ημερών της.

Το πρώτο εξάμηνο της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ έκλεισε πολύ άσχημα. Επώδυνα άσχημα. Με μια μεγάλη προδοσία τόσο για τα μέλη και στελέχη του κόμματος, όσο και για την ίδια την κοινωνία. Από την αναζήτηση και υπεράσπιση του κοινωνικού και εθνικού συμφέροντος για την αποτίναξη των μνημονίων, στην επιλογή αποδοχής ενός τρίτου. Από την σύσταση εξεταστικής επιτροπής για τα μνημόνια, στην αυτοακύρωσή της, ή, ακόμη περισσότερο ανώμαλα, στην ενδεχόμενη εισδοχή του ΣΥΡΙΖΑ (και των ΑΝΕΛ) στο κάδρο εκείνων των πολιτικών δυνάμεων που θα επιτείνουν την ανθρωπιστική κρίση στην Ελλάδα, τη φτώχεια, την ανεργία, την καταπάτηση των ανθρώπινων και εργασιακών δικαιωμάτων, του εξευτελισμού της ανθρώπινης ύπαρξης, και σε ευρύτερο πλαίσιο των οικονομικών ανισορροπιών, του σφετερισμού της δημόσιας περιουσίας και της πρόκλησης πολιτικών και ιδεολογικών ανωμαλιών.

Το πρόγραμμα που συμφώνησε η Ελλάδα είναι οικονομικά παράλογο και θα βυθίσει την χώρα ακόμη βαθύτερα στην κρίση. Θα θρέψει προσωρινά τις τράπεζες και θα πνίξει την κοινωνία, τους μισθωτούς, τους εμπόρους, τους επιχειρηματίες, τους ανέργους, τους συνταξιούχους. Τους νέους. Θα πλήξει οριζόντια και κάθετα όλο τον παραγωγικό ιστό. Αλλά για αυτό θα μιλήσουμε εν ευθέτω χρόνο.

Σε πολιτικό επίπεδο, ο Πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας πήρε μια απόφαση. Καλή ή κακή, έκρινε ο ίδιος και το επιτελείο του ότι είναι η σωστή βάσει συσχετισμών. Αυτοακυρώνεται όμως, και θα αυτοακυρώνεται συνεχώς όσο επιμένει σε αυτή. Όχι στη θεωρία, αλλά στην πράξη. Έχει καταφέρει να εγκλωβιστεί μέσα σε μία εβδομάδα, από την κοινωνία, την αντιπολίτευση, το συγκυβερνόν κόμμα, τους δανειστές. Αλλά παράλληλα είναι αδιαμφισβήτητος ηγέτης. Όχι μέσω δημοσκοπήσεων, αλλά στην ευρύτερη αίσθηση που αποκομίζει κάποιος που γνωρίζει την ελληνική πολιτική πραγματικότητα. Παίζει μπάλα μόνος του. Γιατί; Γιατί πολύ απλά δεν υπάρχει άλλη λύση πέρα από αυτή που πρέσβευε ο ΣΥΡΙΖΑ πριν από τις εκλογές του Ιανουαρίου. Και γιατί τα υπόλοιπα κόμματα, μνημονιακά ή μη, δεν πείθουν και δεν έχουν δυναμική. Τα μνημονιακά καταποντίστηκαν τα τελευταία χρόνια, τα αντι-μνημονιακά είναι εγκλωβισμένα πρωτίστως στην έλλειψη επιχειρημάτων και τις ιδεοληψίες τους.

Τον Αλέξη Τσίπρα τον συμπαθώ και τον σέβομαι. Δεν ενστερνίζομαι όμως τις έσχατες αποφάσεις του. Τουλάχιστον, σε προσωπικό επίπεδο, μπορεί ακόμα να με ξανακερδίσει ως πολιτικός ηγέτης. Με ποιόν τρόπο; Ανοίγοντας τον διάλογο για το μέλλον της χώρας και της επιλογές που αυτή έχει. Γιατί το μνημόνιο δεν είναι μονόδρομος. Είναι μια διαρκώς επαναλαμβανόμενη και άκρως αποτυχημένη επιλογή. Αν ανοίξει τον διάλογο θα έχει κερδίσει την θέση του στην ιστορία. Αρκεί να το τολμήσει, όπως τολμούσε συνεχώς μέχρι την 5η Ιουλίου.

*Ο Δημήτρης Ραπίδης είναι πολιτικός αναλυτής και επικοινωνιολόγος (Twitter: @rapidis).