Ταπεινογραφία: Ανορθόγραφα Συναισθήματα ή... η χαμένη (;) ομορφιά της επιστολογραφίας

του Τάσου Θεοδωρόπουλου

“Δεν έχω λόγια”.  Kαι που να τα βρεις αφού εσύ ο ίδιος τα  εξόρισες; Τα αντικατέστησες με σηματάκια και emoticons,  αυτές οι  φατσούλες που χρησιμοποιούμε στο Ίντερνετ για να εκφράσουμε συναισθήματα όπως χαρά  και λύπη. Συναισθήματα σαν χαρτονομίσμτα από ATM στα  χρόνια κρίσης. 60  ευρώ την ημέρα και πολύ σου είναι. Συναισθήματα σε κρίση για εύκολη  χρήση από ανάπηρους στο μέσα  τους. Συναισθήματα με χρωστούμενα. Λες  και είναι δύσκολο να γράψεις μια απλή  φράση, μια λέξη, λες και είναι δύσκολο να επικοινωνήσεις με άλλο τρόπο πέρα από τον αυτιστικό  σου κόσμο.  Ισοπεδώνοντας αιώνες ολόκληρους πολιτισμού  και γραφής και λογοτεχνίας και ποίησης.

Δεν  ανήκω στους τεχνοφοβικούς της νέας εποχής που είναι ήδη παλιά. Κι εγώ  με πληκτρολόγιο ουσιαστικά μεγάλωσα αν και έχω  νοσταλγήσει την εποχή που οι λέξεις μου χάραζαν ένα παρθένο λευκό χαρτί.  Σαν  ερωτικό σημάδι  στο γυμνό κορμί ενός παρθένου  εφήβου. Να αφήνεις το συναίσθημα σου ανεξέλεγκτο σαν κραυγή να συσσωρεύεται στα δάχτυλα  σου, αυτά να προκαλούν ηλεκτρική εκκένωση στην πένα και αυτή σχεδόν μόνη της να αρχίζει να ερωτοτροπεί με το χαρτί, πότε άγρια, πότε πιο τρυφερά. Το καταλαβαίνω αυτό όποτε χρειάζεται να γράψω μια χειρόγραφη σημείωση. Αν και ποτέ μου δεν ήμουν καλλιγράφος, πλέον τα γράμματα μου έχουν μετατραπεί σε ακαταλαβίστικους σχηματισμούς από κάποιον που πάσχει από Πάρκινσον. Και δεν με κάνει τίποτα πιο έξαλλο από το να ακούω τη φράση, “έχεις πολύ ωραία πένα”. Όχι, δεν γράφω πια, πληκτρολογώ, όπως όλοι μας, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς.

Με τα χρόνια το συνήθισα, σε σημείο να αντιμετωπίζω τα πλήκτρα του pc σαν προέκταση των συναισθημάτων μου και του σώματός μου του ίδιου. Προφητικός σε αυτό ο Ντέιβιντ Κρόνεμπεργκ όσον αφορά την εμμονή του με την σωματική μετάλλαξη και τη θρυλική του φράση “Ζήτω η νέα σάρκα” στο προφητικό του “Videodrome” (1983). Προσαρμόστηκα, γιατί αν έχεις μέσα σου φωτιά που θέλει να γίνει λέξεις προσαρμόζεσαι. Έμαθα να αγαπάω τα πλήκτρα σαν τα γράμματα στο χαρτί και να τους συμπεριφέρομαι ανάλογα. Υπάρχουν φορές που τα χτυπάω απαλά, νωχελικά, σαν χάδι κάποιου ζαλισμένου από έρωτα και μπύρες που ξαπλώνει στην παραλία μέχρι να δύσει ο ήλιος. Κι άλλες φορές, τα χτυπάω αλύπητα, σαν κύματα που σκάνε πάνω στα βράχια, σαν αλάτι πάνω σε πληγή. Εγώ δεν το καταλαβαίνω, μου το λένε οι γύρω μου, όταν το πληκτρολόγημα μου φτάνει  στο σημείο επικίνδυνης πλέον για το ίδιο το pc μανίας και ενοχλητικής για τους γύρω μου έντασης.

Ναι, η λευκή μου οθόνη είναι πλέον το νέο μου χαρτί, το νέο εφηβικό κορμί που θέλω να δαγκώσω με πάθος. Κι αν οι καιροί άλλαξαν, το πάθος μένει. Αρκεί να το διεκδικείς. Έστω και μέσα από ένα laptop. Oι περισσότερες ερωτικές μου επιστολές, κι ως τέτοιες δεν αντιλαμβάνομαι μόνο αυτά που  γράφω με κάποιον συγκεκριμένο αποδέκτη αλλά πολλά κι από τα δημόσια κείμενα μου, στην ουσία είναι ένα κρυπτόλεξο για κάποιον συγκεκριμένο και ένα αόριστο, ερωτικό κάλεσμα για όποιον άλλο το διαβάσει. Σαν επιστολογραφία. Μια εξαίσια τέχνη του γραπτού λόγου με τεράστια ιστορία, πάνω στην οποία έχουν γραφτεί αριστουργήματα της λογοτεχνίας όπως οι γνωστές από τις κινηματογραφικές και θεατρικές διασκευές τους, “Eπικίνδυνες Σχέσεις” 1782). του Σοντερλό Ντε Λακλό.

Βρίσκω μειωτικό και χυδαίο, τόσο για μένα όσο και για τον άλλο, ακόμα και σε μια απλή συζήτηση στο facebook, να απαντήσω με emoticons και λεκτικές συντμήσεις. Από μικρός το είχα αυτό. Αν κάποιος μου έλεγε “σ’ αγαπώ” προσπερνούσα αδιάφορα. Ήθελα το “σε αγαπάω”, ολόκληρο, με όλα του τα φωνήεντα για να το αισθανθώ, να με κατασπαράζει σαν λέξη, άπληστα. Να με εγκλωβίσει μέσα του σαν φυσαλίδα, που υψώνεται στον  αέρα, με μένα μέσα  της να αψηφώ τους νόμους της βαρύτητας. Θυμάμαι το παράπονο της μητέρας μου όταν σπούδαζα στη Ρουμανία και κάθε εβδομάδα μαζί με την χάρτινη κούτα που μου έστελνε από την Ελλάδα, με φαγητά, περιοδικά, λίγα χρήματα, να υπάρχει και μια επιστολή: “Είναι Κυριακή μεσημέρι τώρα που σου γράφω. Μου λείπεις πολύ και δε θέλω να σε ακούω στενοχωρημένο στο τηλέφωνο όπως την τελευταία φορά. Δείξε κουράγιο αγόρι μου. Ακούω το δίσκο του Ραχμάνινοφ που μου αγόρασες στο πικ απ και σε σκέφτομαι”.

Απλές λέξεις, πολλά συναισθήματα που ακόμα και τώρα που τα γράφω, κάτι υγραίνει περίεργα τα μάτια μου. Κάτι που κανένα emoticon δεν μπορεί να προκαλέσει. Δεν της έγραψα ποτέ. Βαριόμουνα. Προτιμούσα το τηλέφωνο. Αυτό ήταν το μεγάλο της παράπονο. Μου ζητούσε να της γράψω και προτιμούσα το τηλέφωνο. Ειρωνικό αν σκεφτείς ότι εγώ με τις λέξεις, πιο ερωτευμένος κι από με εραστή. Χωρίς αυτές δεν θα μπορούσα να επιβιώσω, ούτε συναισθηματικά ούτε κυριολεκτικά αφού αυτή είναι η δουλειά μου. Μόνο κάτι μεθυσμένα βράδια, που γυρνούσα στο σπίτι, και είχαμε μαλώσει με τη μάνα, έπαιρνα μια χαρτοπετσέτα, το πρώτο σε χαρτί πράγμα που έβλεπα μπροστά μου για να της γράψω ένα “καλημέρα σε αγαπάω” να το διαβάσει το πρωί που θα ξυπνήσει. Και με έπιανε πάλι ο δαίμονας. Από το “καλημέρα σ’ αγαπάω” έπαιρναν φόρα όλες οι άλλες λέξεις που ένιωθαν καταπιεσμένες μέσα μου, έκαναν επανάσταση, άνοιγαν στα δύο το στομάχι μου, σαν μαχαίρι ενός ευγενικού αλλά αδίστακτου δολοφόνου. Και η μια χαρτοπετσέτα γινόταν δύο, και τρεις και πέντε. Τις αρίθμηζα στην δεξιά γωνία για να ξέρει με ποια σειρά θα τις διαβάσει κι έπεφτα γαλήνια, καθαρός, χωρίς χρωστούμενα για ύπνο.

Χρόνια μετά, ψάχνοντας κάτι στα συρτάρια της, ανακάλυψα πως τις είχε φυλαγμένες αυτές τις χαρτοπετσέτες σεβαστικά, μαζί με φωτογραφίες κι άλλα πολύτιμα που αγαπάει στη ζωή της. Κλάμα που έριξα φίλε, δεν μπορείς να φανταστείς. Και δεν ήξερα κι όλας  γιατί. Για την αγάπη μου για  εκείνη,  από ευγνωμοσύνη απέναντι σε όποιον Θεό μου έδωσε  αυτό  το  χάρισμα, τι να σου πω. Στέρησε τα  μου  όλα, μόνο  τους αγαπημένους  μου και τις λέξεις μου μη μου στερήσεις, αυτό μόνο μπορώ να σου πω.  Έπαιρνα το τρένο  από  τη δουλειά να πάω σε έναν όμορφο που αγαπούσα και του  έγραφα  μέσα  από  το βαγόνι παρ’ όλο που θα τον έβλεπα σε λίγο. Επικίνδυνο πράγμα οι λέξεις και οι επιστολές και δεν τις αντέχουν όλοι. Ίσως γι αυτό και τις αποφεύγουν. Από φόβο που όπως είναι γνωστό πως όσο τον τρέφεις τόσο θεριεύει και μετά γίνεται ένα με σένα.  Θυμάμαι έναν άλλο όμορφο, τον  Α. Πήγαινα σπίτι του τις νύχτες, έμενε σε ένα μικρό σπιτάκι σε μια αυλή κι  είχε μια σόμπα με φωτιά που πάνω της έβαζε φλούδες  από  μανταρίνι.  Έτσι μύριζε όλο το σπίτι, έτσι και το σώμα  του. Έτσι τον ανακαλούσα στο μυαλό μου. Μια μέρα του τα έγραψα όλα αυτά  μαζί με πολλά  άλλα. Τα διάβασε, πήρε μια περίεργη έκφραση, μετέωρη, δίχως ίχνος πρόβλεψης του  τι θα ακολουθήσει. Έκανε τα χαρτιά που του  είχα  γράψει μια  μπαλίτσα και τα πέταξε μέσα στη φωτιά της σόμπας.

Τότε  ήταν που κατάλαβα τη δύναμη μιας επιστολής. Τότε ήταν που ζήλεψα τους καλλιγράφους. Αυτούς  που δεν αρκούνται στο να κάνουν το συναίσθημα λέξεις, αλλά φροντίζουν η γραπτή απεικόνιση των λέξεων, να αντιστοιχεί στον παλμό της έννοιας ή του συναισθήματος που αυτή  η λέξη εκφράζει. Σαν ιδεογράμματα. Δεν υπάρχει τίποτα πιο  ερωτικό από το να δεις έναν καλλιγράφο να σέρνει την πένα - πινέλο πάνω σε ένα χαρτί, μετατρέποντας τις λέξεις σε ζωγραφική, με το χαρτί να ανοίγει διάπλατα  τους  πόρους  του  για να τις απορροφήσει.  Να γονιμοποιηθεί από αυτές  για  να ανθίσει και με το χρόνο, σαν ζωντανός οργανισμός, να κιτρινίσει, να γίνει  εύθραυστο τόσο που αν το πιάσεις με τα χέρια σου  θα διαλυθεί, να γίνει πιο πολύτιμο κι από όταν το γράφτηκαν πάνω του  οι λέξεις.

Ίσως αυτό να είναι και το πιο σημαντικό που με ενοχλεί με τις πληκτρολογημένες λέξεις.  Μένουν  αναλλοίωτες πάντα σε ένα σκληρό δίσκο. Κι αυτό τις ποτίζει με μια περίεργη σκληρή ψυχρότητα. Από την άλλη όμως  αν το δεις, αυτές οι λέξεις, οι επιστολές, αυτές  είναι που δίνουν ανθρώπινο πρόσωπο στην  ψυχρότητα του pc. O ίδιος ο υπολογιστής  τρέφεται από αυτές, σαν να αποκτά τεχνητή  νοημοσύνη και συναίσθημα. Και ο λογαριασμός του e-mail σου γίνεται αίθουσα αναμονής και ξωκλήσι για προσευχή όσο εσύ περιμένεις την απάντηση του αγαπημένου.  Το νερό γίνεται πάνω  στο  οποίο μια   βάρκα  περαματάρη εκτελεί μπρος πίσω διαδρομή  σε δύο αντικριστές όχθες. Δε χρειάζεται να έχεις κάποιο ξεχωριστό ταλέντο, ή κομψότητα στη γραφή. Χρειάζεται  να είσαι  ερωτευμένος  με  τη ζωή και χορογράφος του  συναισθήματος και ορκισμένος εχθρός  του φόβου.

Τότε  είναι που ακόμα και το κοινότοπο, θα γίνει λαμπερό γιατί θα είναι δικό σου, και πολύτιμο σου φυλαχτό.  Και δικό σου  και δικό του - δικό  της,  σε  όποιον απευθύνεσαι με την επιστολή σου. Θα το καταλάβεις στο βλέμμα, και τότε, μόνο τότε, είναι που  οι λέξεις δεν χρειάζονται για λίγο και μπορούν να ξεκουραστούν. Tώται  ινε  εκύνι η μαγεικη  όρα  που στων ουρανό  ειπάρχουν ταυτώχρωνα ο  ήλυος κε  το φαιγάρη. Ακόμα και  ανορθόγραφα. Όπως είναι και τα συναισθήματα.