CINETROLL: “Ted 2”. To εθισμένο στον “μπάφο αρκουδάκι επέστρεψε

του Τάσου Θεοδωρόπουλου

To “δυστυχώς επτωχεύσαμεν” που  αποδίδεται σαν φράση στον Χαρίλαο Τρικούπη το 1893. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ταιριάζει γάντι  στον ταλαντούχο “βέβηλο” Σεθ ΜακΦάρλαν, που έγινε πρώτο  όνομα στη μαρκιζα με  το ενήλικο και πολιτικά μη ορθό χιούμορ  του  θρυλικού  τηλεοπτικού καρτούν “Family Guy” και  3 χρόνια πριν με το  εξωφρενικό, εκτός κάθε  ορίου  καθωσπρεπισμού, επιτηδευμένα χοντροειδές, σαρωτικό όμως χιούμορ, “ανήθικο” και γεμάτο αναφορές  στην pop κουλτούρα, ξεκαρδιστικό  “Ted”. Tην ιστορία ενός αγοριού, του Τζον που εύχεται να ζωντανέψει ο λούτρινος αρκούδος του.

Το θαύμα γίνεται, τα χρόνια περνάνε και ο Τεντ συνεχίζει να είναι κολλητός με τον ψιλοαποτυχημένο στη ζωή του, Τζον (Μαρκ Γουόλμπεργκ), περνώντας όλη τη μέρα μιλώντας για γκόμενες, λέγοντας σεξιστικά αστεία, σκαρώνοντας φάρσες, μεθώντας ή μαστουρώνοντας με μπάφους και βλέποντας στην τηλεόραση τον Flash Gordon. Με τον περίγυρο, να αντιμετωπίζει το Τεντ που  δουλεύει ταμίας σε σούπερμάρκετ και κυνηγάει να πιάσει τον κώλο  μια συναδέλφου του, της Τάμι Λι , σαν κάτι απολύτως  φυσιολογικό.

Την ίδια συνταγή επιχειρεί να ακολουθήσει ο ΜακΦάρλαν στην αναμενόμενη μετά την επιτυχία, συνέχεια της ταινίας που παίζεται από την Πέμπτη 16/7 στις αίθουσες. Κι εδώ είναι που κολλάει το  “δυστυχώς επτωχεύσαμεν”. Kατ’ αρχάς από ιδέες. Το εύρημα του αρκούδου που μιλάει, κυνηγάει γκόμενες (παρά το γεγονός του ότι δεν έχει γεννητικό όργανο) και τα κάνει όλα σμπαράλια, έχει εξαντληθεί ήδη από την πρώτη ταινία που κι αυτή στην ουσία, μια συρραφή ξεκαρδιστικών “ανεκδότων” ήταν  (τα οποία όμως λειτουργούσαν άψογα) με μια υποτυπώδη πλοκή η οποία αναπαράγεται κι εδώ σχεδόν αυτούσια. Του ίδιου κακού που θέλει να απαγάγει τον αρκούδο προκειμένου αυτή τη φορά να τον πουλήσει σε μια εταιρεία παιχνιδιών για να τον ανοίξουν, να δούνε από τι είναι φτιαγμένος και να δημιουργήσουν πολλούς Τεντ για να αυξήσουν τα κέρδη τους.

Μόνο που αυτή τη φορά τα “ανέκδοτα” είναι προβλέψιμα και ζορισμένα, σαν κάποιος χωρίς ιδιαίτερη όρεξη να προσπαθεί να μιμηθεί τον ΜακΦάρλαν. Κι αυτό φαίνεται από την ανισότητα  των αστείων όταν σκάει μια πραγματικά αστεία στιγμή που στην ουσία μεγενθύνει την αστοχία των υπολοίπων. Μοναδική  διαφορά το ότι ο Τεντ είναι πλέον παντρεμένος πλέον με την Τάμι Λι και θέλουν να κάνουν παιδί ψάχνοντας δωρητή σπέρματος. Και την άρνηση των θεσμών να τον αποδεχτεί σαν άτομο, μέσω μιας δικαστικής διαμάχης που θέλει να αποδείξει ότι πρόκειται για προϊόν και ιδιοκτησία.

Εκεί είναι που χάνει ακόμα περισσότερο την μπάλα ο Μακφάρλεν. Στην ευγενική προσπάθεια του να περάσει ένα μήνυμα για το δικαίωμα στη διαφορετικότητα έρχεται σε αντίθεση με το ξέσαλωμα που επιδιώκει. Κάνοντας μια υποτίθεται, συγκινητική και πολιτικά ορθή παρέμβαση στις σκηνές του δικαστηρίου που μετατρέπεται σε “κοιλιά” και του γυρνάει μπούμερανγκ.

Σε μια ταινία που σίγουρα θα περάσεις ευχάριστα αλλά ειδικά στους οπαδούς του πρώτου “Ted” θα αφήσει μια έντονη αίσθηση ανικανοποίητου, ως και προδοσίας μη σου πω, απέναντι στον ΜακΦάρλεν. Όχι επειδή έχει χάσει το ταλέντο του, αλλά επειδή  είναι ολοφάνερο ότι αυτή τη φορά, μολονότι υπογράφει ξανά το σενάριο και τη σκηνοθεσία το έκανε από παραγγελιά του studio και βαριόταν. Αλλά “είναι πολλά τα λεφτά Άρη” για να ψηφίσει το “ΌΧΙ” και εκ του αποτελέσματος “τον ήπιε”, όπως  κι αυτοί που ψήφισαν το “NAI”.