Τζιτζίκια, δυοσμαρίνια, Οδυσσέας

Της Σοφίας Πολυχρονιάδου

Ξημέρωσε της Αγίας Μαρίνας. Μια μέρα θαμπή του 2015, που τρέμει, μέσα στην αψάδα του καλοκαιριού. Το πολιτικό στερέωμα συνεχίζει να κλέβει το τώρα λες και θα επανέλθει έτσι άκοπα,  το ξοδεύουμε χωρίς πολλή σκέψη χωρίς αιδώ. Γεννημένη πριν αιώνες - ενώ εσύ ήσουν ύπαρξη του ονείρου - στην Αντιόχεια της Πισιδίας. Η μητέρα της πέθανε και έτσι ο πατέρας της ανέθεσε σε μια γυναίκα ή οποία ήταν Χριστιανή να την μεγαλώσει. Στα 15 της αποκάλυψε στον πατέρα της ότι είναι χριστιανή και αυτός την αποκλήρωσε. Απελπισμένος από την αποκάλυψη της κόρης του δεν δίστασε να την καταγγείλει στον έπαρχο Ολύμβριο. Ο έπαρχος όταν την είδε μπροστά του, θαύμασε την ομορφιά της και προσπάθησε να την πείσει με κάθε τρόπο να αρνηθεί το Χριστό και να γίνει σύζυγος του [….Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη - Μα που γύριζες

Ολημερίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας

Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη ….]

[…Κι ένα φόρεμα κόκκινο σαν το αίμα…] δεν δίστασε να το φορέσει βαμμένο από το ίδιο της το κορμί.

Εκεί, στο φως διάλεξε να ζει να απλώνει τα άκρα της βαθιά μες στο χρυσαφί της μέρας και να γυρίζει με ξέπλεκα μαλλιά στον άνεμο των καλοκαιριών. Ξυπόλητη, περιδιαβαίνει τους βράχους. Όταν σκύβεις να φιλήσεις την εικόνα της νιώθεις τα χείλη σου να σκάνε από την αλμύρα της θάλασσας και να αναβλύζουν αρώματα από πρωινούς υακίνθους και μια αγκαλιά από αλλόκοσμη βαθιά μωβ πασχαλιά. Πασχαλιά μέσα στο καλοκαίρι παράξενο και τούτο… μα που βρέθηκε; δροσερό, φρουτώδες το άρωμα της  που με το πιο απαλό άγγιγμα απλώνουν τα μήλα των δαχτύλων μας πάνω στην αγία την γύρη από τα μικροσκοπικά λουλούδια της. Κάθομαι εδώ και ώρα στο στασίδι και εάν σωπάσω, ακούω το σαράκι που τρώει το ξύλο με μανία. Τα κύματα οδεύουν στην εκκλησιά μα δεν φτάνουν ποτέ ακούω τα ποδοβολητά τους και αυτή εκεί, ζωγραφισμένη από χέρι καλλιτεχνικό, περίτεχνη, κοιτάζει αναπνέει θαρρείς κάτω από την αυγοτέμπερα και το άτονο κίτρινο χρώμα που έχουν πλέξει στα μαλλιά της σε σχήμα κυκλικό .

[...Κατεβαίνοντας προς τους γιαλούς τους κόλπους με τα βότσαλα ....]θα πάρω μαζί μου ότι μπορώ από το καλοκαίρι που τρεμοπαίζει στην χούφτα των χεριών μου και ύστερα θα πέσω στα κύματα και από εκεί, σαν ένα στοιχείο μέσα στο όλον θα κοιτάξω την εκκλησιά που λαμπυρίζει λευκό και ασβέστη και θα ψελλίσω διὸ ἀπαύστως πρέσβευε Χριστῷ, εἰς τὸ σωθήναι ἠμᾶς. … Μαρίναν την αγίαν, ύμνοις τιμήσωμεν.