Η επόμενη μέρα για την Αριστερά

Του Δημήτρη Ψαρρά

Το ότι η Αριστερά δεν θα είχε μια εύκολη θητεία αυτή την «πρώτη φορά» το γνωρίζαμε όλοι. Ισως βέβαια να μην υπολογίζαμε την ένταση του πολέμου που θα δεχόταν η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα στο εξωτερικό αλλά και στο εσωτερικό μέτωπο. Η αλήθεια είναι ότι κατά παράδοξο τρόπο η νίκη της 25ης Ιανουαρίου δεν ήρθε ως επισφράγιση της επικράτησης ενός αριστερού μαζικού κινήματος. Συνέβη το αντίστροφο.

Η διαχείριση της κρίσης τα πέντε προηγούμενα χρόνια μέσω των μνημονίων συνοδεύτηκε με μια συντριβή των λαϊκών κινητοποιήσεων και απονομιμοποίησε μεγάλο μέρος των ιδεών και των αρχών της Αριστεράς.

Το κίνημα των πλατειών ουδέποτε συγκροτήθηκε σε πολιτικό υποκείμενο και η σχέση του με την Αριστερά παρέμεινε έμμεση και αμφιλεγόμενη. Η επικράτηση του ΣΥΡΙΖΑ δεν στηρίχτηκε σε ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα κοινωνικής αλλαγής -κάτι που είναι μέγα ζητούμενο, ταυτόχρονα όμως και μέγα ερωτηματικό στο δεδομένο ιστορικό πλαίσιο-, αλλά στην ιδεολογικά ουδέτερη διχοτομία «μνημόνιο-αντιμνημόνιο».

Αυτή η επιλογή επέτρεψε στον ΣΥΡΙΖΑ αφενός μεν να σχηματίσει χωρίς δυσκολία κυβέρνηση, με δυνάμεις που έως τότε ήταν εχθρικές προς την Αριστερά, αφετέρου να αποκτήσει σχέσεις εκπροσώπησης με τα λαϊκά στρώματα σε βαθμό που δεν είχε κατορθώσει κανένα αριστερό κόμμα από τη δεκαετία του 1940. Η ίδια ισχυρή δυναμική εκφράστηκε και στο δημοψήφισμα της προηγούμενης βδομάδας.

Ομως οι ιδέες της Αριστεράς -και πολύ περισσότερο η πρόθεση της κοινωνικής και πολιτικής ρήξης- παρέμειναν εξαιρετικά μειοψηφικές στο σύνολο του ελληνικού πληθυσμού. Αυτό επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι ακόμα και μεταξύ των υποστηρικτών του «Οχι» ουδέποτε έπαψε να κυριαρχεί η επιθυμία παραμονής στην Ε.Ε. και στο ευρώ.

Eπώδυνος συμβιβασμός

Την κρίσιμη, επομένως, στιγμή, ο Αλέξης Τσίπρας δεν είχε άλλη επιλογή από τον επώδυνο συμβιβασμό. Και πρέπει να του αναγνωριστεί ότι πάλεψε μέχρι τέλους να τον αποφύγει σ’ αυτούς τους πέντε μήνες των διαπραγματεύσεων, που τόσο άδικα έχουν κακολογηθεί στις Βρυξέλλες και στην Αθήνα.

Το ζήτημα είναι αν μετά από αυτήν την υποχώρηση μπορεί να ανασυνταχθεί η Αριστερά και να αναπλάσει το όραμα της κοινωνικής αλλαγής μέσα στις νέες συνθήκες. Το ΚΚΕ με τη στάση του αυτοαποκλείστηκε από κάθε σχετική διεργασία, εφόσον όχι μόνο δεν συντάχθηκε με το «Οχι», αλλά εξακολουθεί να αρνείται κάθε πολιτική εξέλιξη στο υπάρχον κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο, επαγγελλόμενο μια νεφελώδη επαναστατική αλλαγή στο απροσδιόριστο μέλλον.

Η εκτός ΣΥΡΙΖΑ και ΚΚΕ Αριστερά παραμένει περιθωριακή πολιτική δύναμη. Και μένει η λεγόμενη «αριστερή αντιπολίτευση» του ΣΥΡΙΖΑ ως το μόνο υπολογίσιμο πολιτικό ρεύμα, το οποίο θα μπορούσε θεωρητικά να δώσει μια άλλη διέξοδο στην «κυβερνώσα» Αριστερά. Μόνο που μέσα σε ένα εικοσιτετράωρο κατάφεραν τα στελέχη που ανήκουν σ’ αυτό το ρεύμα να αποδείξουν με τη στάση τους ότι δεν είχαν στο μυαλό τους κάποια εναλλακτική λύση, αλλά την πρόθεση της προσωπικής πολιτικής επιβίωσης.

Ορος για την ύπαρξη της Αριστεράς είναι η στήριξή της σε μια αγωνιστική συλλογικότητα. Σε αντίθεση με τα κατεστημένα κόμματα, τα οποία έχουν δευτερεύοντα ρόλο στο πολιτικό σύστημα, εφόσον το πραγματικό κόμμα της αστικής τάξης είναι το ίδιο το κράτος, η Αριστερά δεν έχει καμιά τύχη χωρίς ισχυρό κόμμα, το οποίο να εξασφαλίζει τη γείωσή της στις λαϊκές δυνάμεις.

Ε, λοιπόν, την κρίσιμη ώρα τα στελέχη της «αριστερής αντιπολίτευσης» επέλεξαν να ακολουθήσουν προσωπικές στρατηγικές προκειμένου να διασωθούν ατομικά στον άμεσο πολιτικό τους περίγυρο, αδιαφορώντας για τις αποφάσεις των κομματικών οργάνων και των συλλογικών διαδικασιών.

Και έτσι είδαμε κάποιους να καταψηφίζουν την κυβέρνηση και να μην παραιτούνται. Αλλους, να ψηφίζουν «παρών» και να παραμένουν στα υπουργεία τους. Τους τρίτους, να υπερψηφίζουν -κερδίζοντας λίγο χρόνο- αλλά να απειλούν εκ των υστέρων ότι δεν πρόκειται να συναινέσουν στα μέτρα που προτείνει η κυβέρνηση! Πιο χαρακτηριστική η περίπτωση του Νίκου Χουντή, ο οποίος ανήκει στην τελευταία κατηγορία και έχει φροντίσει να μεταπηδήσει από το υπουργείο στην Ευρωβουλή, αντικαθιστώντας τον Μανόλη Γλέζο, αφού πρώτα είχε ζητήσει λίγο χρόνο για να δει πού θα κάτσει η μπίλια.

Κακά τα ψέματα. Κανείς δεν πείθει τον άλλο να θυσιαστεί για το κοινό καλό, όταν ο ίδιος έχει φροντίσει προκαταβολικά την προσωπική του διάσωση. Γιατί αν το ρεύμα των «αντιμνημονιακών» στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ ήθελε να παίξει έναν πραγματικό πολιτικό ρόλο, θα μπορούσε συντεταγμένα εντός του κόμματος ή, αν αυτό δεν ήταν δυνατόν, και εκτός του κόμματος, να υποστηρίξει την όποια δική του εναλλακτική λύση και να την παλέψει μακριά από τη θαλπωρή των υπουργικών και βουλευτικών καθισμάτων.

Προσωπικές στρατηγικές

Πρωταγωνιστές σ’ αυτή την επίδειξη προσωπικών στρατηγικών είναι βέβαια και «αντιμνημονιακά» στελέχη, χωρίς άμεση σχέση με τον ΣΥΡΙΖΑ, με πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις τη Ζωή Κωνσταντοπούλου, τη Ραχήλ Μακρή και τον Αλέξη Μητρόπουλο. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο αντιμνημονιακός φονταμενταλισμός και των τριών φτάνει μέχρι του σημείου να εντάσσουν και τη Χρυσή Αυγή στο «αντιμνημονιακό μέτωπο», με ό,τι αυτό συνεπάγεται για το «αντιναζιστικό μέτωπο».

Ούτε αυτή η κατηγορία πολιτικών μπορεί να έχει σχέση με μια αριστερή διέξοδο από την κρίση, παρά τα «γουναράδικα» που θυμήθηκε η κυρία Μακρή.

Ειδικά η πρόεδρος της Βουλής, που έφτασε στο σημείο να δικαιολογήσει το «παρούσα», λέγοντας ότι έτσι θα είναι χρήσιμη «στις επόμενες γενιές και στις ευρωπαϊκές κοινωνίες». Οσο για τα καλά της λόγια για τον πρωθυπουργό, δεν ήταν παρά μια κακή απομίμηση της ομιλίας του Αντωνίου για τον Βρούτο, από τον σεξπιρικό «Ιούλιο Καίσαρα».

Εκ των πραγμάτων, δηλαδή, η πλειοψηφική τάση του ΣΥΡΙΖΑ που συσπειρώνεται γύρω από τον Αλέξη Τσίπρα έχει και ένα δεύτερο δύσκολο καθήκον, πέρα από την υπογραφή μιας όσο το δυνατόν λιγότερο σκληρής συμφωνίας. Ενα καθήκον που τόσο το ΚΚΕ όσο και οι «αντιμνημονιακοί» του ΣΥΡΙΖΑ δεν μπόρεσαν να επωμιστούν.

Να αποκαταστήσει τη βαριά πληγωμένη τιμή της Αριστεράς. Και ο μόνος τρόπος για να συμβεί αυτό είναι να επιχειρηθεί για πρώτη φορά σε εποχή μνημονίων να πέσουν τα βάρη στις μεγάλες κερδοφόρες επιχειρήσεις, στους μεγιστάνες που φοροδιαφεύγουν και σε όσους έπαιξαν το παιχνίδι της δραχμής μεταφέροντας μαζικά τις καταθέσεις τους στο εξωτερικό. Και βέβαια, να υποστηριχτούν σε όλους τους τομείς (παιδεία, υγεία, δικαιώματα κ.λπ.) θεσμικές και ουσιαστικές αλλαγές που να φέρουν τη σφραγίδα μιας φιλολαϊκής κυβέρνησης.