Πάμε μπουρδέλο;

του Γιάννη Πάσχου

Τελικά έχει δίκιο ο φίλος μου Κωνσταντίνος Πουλής που λέει, ότι οι μισές μαγκιές δεν σε βγάζουν πουθενά, ειδικά αν είσαι αρρωστάκι (συμπληρώνω εγώ) και δεν μπορείς επ’ ουδενί να ξεπεράσεις την εξάρτηση. Συνήθως καταλήγεις και δαρμένος και μαλάκας. Θυμάμαι τον Πέτρο τον Φρυδάκια που τον έβγαλαν από το μπουρδέλο της Ούλμαν Κελ σηκωτό. Ζητούσε σώνει και καλά να του φέρουν μια ουκρανή ξανθιά με τατουάζ πεταλουδίτσα στην πλάτη, λες και δεν ήξερε ότι κάθε μπουρδέλο έχει τους κανόνες του. Δεν γίνεται ρε αγόρι μου, του έλεγε η τσατσά, έχει ρεπό η κοπέλα. Βολέψου με μια άλλη να ξεχαρμανιάσεις κι αύριο, μεθαύριο, παραμεθαύριο που θάρθει η ουκρανέζα, εδώ είμαστε.

Τίποτε αυτός, έβαλε το ένα πόδι πάνω στο άλλο και παρήγγειλε ένα φρέντο στο αγόρι, ένα αγγελούδι τσαχπίνικο που έφτιαχνε καφέδες και ανακάτευε ληγμένες πορτοκαλάδες στους πελάτες της αναμονής. Είδε κι απόειδε η τσατσά και κάνει πως τηλεφωνά στην λεγάμενη, μπροστά του κιόλας, για να μην υπάρχει αμφισβήτηση για την καλή της πρόθεση. Μισά ελληνικά, μισά ρώσικα άκουγε ο Φρυδάκιας και μαλάκωσε ο έρμος που θα του γινόταν η χάρη. Τόξερε καλά το παιχνίδι η μαντάμ, ήξερε καλά πόσο αρρωστάκια ήταν όλοι αυτοί που μπαινόβγαιναν στο μαγαζί της και τι εξάρτηση είχαν από το ξένο. Ένα χατιράκι να τους έκανες το λάμβαναν σαν δώρο θεϊκό, τους ανέβαζε την μειωμένη αυτοπεποίθηση στα ύψη. Θάρθει; τη ρώτησε ο Φρυδάκιας σαν έκλεισε το τηλέφωνο η μαντάμ. Μάλλον, του απάντησε εκείνη αδιάφορα και πήγε στα ενδότερα.

Το γιουσουφάκι του έφερε το φρέντο και του ψιθύρισε με την υποκριτική τραγουδιστή φωνούλα του. «Εσείς δεν είστε σαν τους άλλους που παίρνουν ότι τους σερβίρουν, χοντρές, λεπτές, άβυζες και κρυόκωλες. Είστε μερακλής κι έχετε και αξιοπρέπεια και περνάει κι ο λόγος σας». Χαμογέλασε στραβά και με βαθιά ικανοποίηση ο Φρυδάκιας που είχε την συμπαράσταση από τον νεαρό και ταρακούνησε τα παγάκια στον καφέ χαζεύοντας τις κοπέλες που πηγαινοερχόταν στα δωμάτια. Αυτός δεν ήταν σαν τους άλλους.

Μετά από κάμποση ώρα αναμονής στο σαλονάκι, έρχεται η τσατσά και του λέει να πάει στο χαβάϊαν, δεύτερη πόρτα δεξιά, τον περιμένει η ουκρανέζα. Σκάει μύτη λεβέντικα και με σιγουριά στο χαβάϊαν ο Φρυδάκιας, ένα δωμάτιο διακοσμημένο με φτέρες, κοχύλια και ταπετσαρίες με θάλασσες ξεβαμμένες και βλέπει μπρούμυτα στο κρεβάτι μια ξανθούλα τόσο λεπτή και κοκαλιάρα που τρόμαξε. Αυτό ήταν, αρχίζει τις φωνές, τα βρισίδια, σήκωσε το μπουρδέλο στον αέρα, παραλίγο να πιάσει την τσατσά από τον λαιμό. Κόλλησε όμως, όταν είδε ένα ντερέκι με ξυρισμένο κεφάλι και μαύρη μακό εφαρμοστή μπλούζα νάρχεται καταπάνω του, να τον τσιμπάει από το σβέρκο λες κι ήταν γατάκι και να τον πετάει σηκωτό από την πίσω πόρτα.

Να μην επαναληφθεί, είπε το ντερέκι σοβαρά. Ο Φρυδάκιας, σχεδόν κλαμένος, έβγαλε πενήντα ευρώ και ψέλλισε λες κι ήταν έτοιμος να πεθάνει: Δεν θα επαναληφθεί, άντε πάρτα κι άσε με να μπω. Στο χαβάϊαν, του λέει επιτακτικά το ντερέκι, εντάξει; Δώσε κι άλλα πενήντα για τιμωρία και συμπληρώνει, αφού είσαι αρρωστάκι ρε φίλε τι τις θέλεις τις μαγκιές; Στο χαβάϊαν, συμφώνησε καταρακωμένος ο Πέτρος ο Φρυδάκιας κι έδωσε κι άλλα πενήντα ευρώ, τα τελευταία του.