Ταπεινογραφία: H χαμένη πολύτιμη αξία του ιδιωτικού θρήνου

του Τάσου Θεοδωρόπουλου

Ποτέ μου δεν κατάλαβα σε τι ακριβώς χρησιμεύουν οι κολλημένες σε τοίχους και κολόνες της ΔΕΗ αναγγελίες θανάτων και μνημοσύνων. Μου θυμίζουν όσους επώνυμους βγαίνουν στα κανάλια για να θρηνήσουν δημόσια το θάνατο ενός υποτίθεται αγαπημένου τους. Έτσι είναι η παράδοση θα μου πεις. Ποια παράδοση; To να βλέπω το όνομα ενός αγαπημένου μου κολλημένο κάτω από δύο αυτοκόλλητα για πιτσαρίες και μια αφίσα από σκυλάδικο, με την υπογραφή μου από κάτω σαν συγγενής, εκεί που λέει τα "παιδιά του, τα εγγόνια του" σαν διαφήμιση που αναφέρει την ώρα και το μέρος που θα γίνει το πάρτι;

Σαν ένα εναλλακτικό facebook μιας άλλης εποχής, που κάνεις share τα πάντα. Ωραία, σου έκανα share το θάνατο της μάνας μου, της γιαγιάς μου, του παιδιού μου. Και μετά τι; Περιμένω να δω πόσα like θα έχω από την παρουσία των ανθρώπων στην κηδεία μου; Περιμένω comments τύπου "να ζήσετε να τον θυμόσαστε" και "άξιος ο μακαρίτης" από ανθρώπους που ούτε καν θα τους θυμόταν ο μακαρίτης αν ζούσε;

Tα social media, δεν έκαναν τίποτα παραπάνω από το να μετατρέψουν αυτή την περίεργη ανάγκη μας για δημοσιοποίηση κάθε ιδιωτικής μας στιγμής, θλίψης ή χαράς, σε reality show. Στη ροή τους, μπορείς να δεις ανά πάσα στιγμή που βρίσκεται κάποιος, μαζί με το ανάλογο φωτογραφικό υλικό, πότε έχει γενέθλια, με ποιον έχει σχέση αυτόν τον καιρό και πότε πέθανε. Θυμάμαι όταν ψάχνοντας να βρω έναν παλιό μου φίλο στο fb ανακάλυψα σοκαρισμένος ότι έχει πεθάνει. Το μεγαλύτερο σοκ όμως ήταν τα σχόλια από κάτω. "Kαλό ταξίδι Δημήτρη", "Nα είσαι ευτυχισμένος εκεί που πας" και άλλα που στην ουσία γράφτηκαν όχι για τον νεκρό αλλά για να εκθέσουν ναρκισσιστικά το συναίσθημα του συγγραφέα τους. Εκτός κι αν ο πεθαμένος έχει wi fi στον παράδεισο και μπορεί να τα διαβάσει.

Μερικά πράγματα φίλε, είναι προσωπικά. Είναι τα μυστικά πολύτιμα κομμάτια του ταξιδιού σου σε αυτή τη ζωή, που για να παραμείνουν πολύτιμα, τα βιώνεις μόνος σου, ή με την συμμετοχή μερικών, δικών σου ανθρώπων. Η έκθεση τους σε δημόσια θέα, είναι ένα κοινωνικά επιβεβλημένο πορνό που κάνει την ουσία της στιγμής, το κρύσταλλο του συναισθήματος να σπάει σε χίλια κομμάτια. Μετατρέποντας σταδιακά το πάθος, σε απάθεια. Σαν αυτούς που μου δείχνουν στο κινητό τους φωτογραφίες ή video από τις σεξουαλικές τους εμπειρίες, λίγο μετά από τα video με τα ζωάκια τους και το μωράκι τους που κάνει κωλοτούμπες.

Ο θάνατος είναι μια ιερή στιγμή, τόσο ιερή όσο και η γέννηση. Ο θάνατος πιστοποιεί την γέννηση σου, την ύπαρξη σου, το πέρασμα σου από αυτή τη ζωή και τα ίχνη που άφησες. Ο θάνατος μπορεί να είναι σκληρός, να προκαλεί φόβο, και φρίκη όταν έχει γίνει κάτω από βίαιες συνθήκες, ή έχει συμβεί πρόωρα. Αλλά ταυτόχρονα είναι όμορφος μέσα στον πόνο που κουβαλάει για όσους μένουνε πίσω. Όμορφος επειδή αποδεικνύει το ότι έζησες. Αποτρόπαια όμορφος επειδή δείχνει την ανθρώπινη φύση σε όλο της το εύρος. Αυτό μιας φυσιολογικής τροχιάς ζωής που οδηγεί στο αναπόφευκτο κι αυτό του ερέβους στις ψυχές των ανθρώπων όταν πρόκειται για έγκλημα. Επειδή δείχνει το απρόβλεπτο της στιγμής αλλά και την πολυτιμότητα με την οποία πρέπει να ζούμε την κάθε στιγμή.

Ο θάνατος έχει ασχήμια. Αλλά και η ζωή. Συνηθίζουμε να εξωραΐζουμε την ασχήμια του βάφοντας τον πεθαμένο με μακιγιάζ και ντύνοντας τον με όμορφα ρούχα για να τον εκθέσουμε λίγο πριν την ταφή σαν κέρινο ομοίωμα της μαντάμ Τισό. Όπως και στη ζωή, όταν μακιγιαριζόμαστε, λες και η φυσικότητα ενός προσώπου, το γεγονός του ότι μπορεί να σκέφτεται, να μιλάει, να αισθάνεται, να χαμογελάει, να μας συγκινεί ή να συγκινείται δεν αρκεί για να ανακαλύψουμε την ομορφιά του. Ποτέ ένα πτώμα δεν είναι στην πραγματικότητα τόσο όμορφο όσο όταν το βλέπουμε στην κηδεία. Μόνο πεντικιούρ δεν του έχουν κάνει γιατί ούτως ή άλλως θα φοράει παπούτσια οπότε δεν χρειάζεται. Χρειάζεται να καλυφθεί ότι φαίνεται από ένα συνεργείο καλλωπιστών. Για να τον θυμούνται όμορφο, όπως ήταν στη ζωή οι δικοί του, λέει.

Ή μήπως για να μην τρομάξουν με την πραγματικότητα; Οι άνθρωποι δεν θέλουν την πραγματικότητα. Προτιμούν την κατασκευασμένη εκδοχή της. Προτιμούν να πιστεύουν ότι όταν πνίγηκε η Οφηλία ήταν αυτό το υπέροχο μέσα στα νερά και τα νούφαρα πτώμα που απεικονίζει ο πίνακας. Ενώ το στοίχημα είναι να ανακαλύψεις την ομορφιά μέσα στην ασχήμια και να την αποδεχτείς. Θυμάμαι, λίγες μέρες πριν πεθάνει η Μ. που δεν δεχόταν επισκέψεις στο νοσοκομείο, μου τηλεφώνησε ο άνθρωπος της και μου είπε "αν θέλεις να τη δεις, έλα τώρα, εκτός κι αν προτιμάς να τη θυμάσαι όπως ήταν". Δεν υπήρξε δεύτερη σκέψη. Πήγα. Μπαίνοντας στο δωμάτιο σοκαρίστηκα. Η όμορφη μου, η αγαπημένη μου, αγνώριστη. Χωρίς να μπορεί σχεδόν να μιλήσει, με τα χαρακτηριστικά του προσώπου της αλλοιωμένα. Σήκωσε με κόπο το χεράκι της και μου χαμογέλασε. Βγήκα έξω από το δωμάτιο βρίσκοντας μια πρόφαση. Κι άρχισα να κλαίω σαν παιδί. Ξαναμπήκα και στα μάτια μου η Μ. ήταν και πάλι πανέμορφη, όπως παλιά. Ένα ατίθασο κορίτσι έτοιμο για την τελευταία του ζαβολιά, το θάνατο.

Λίγες μέρες μετά με ξύπνησε η μάνα 7 το πρωί χωρίς να μου πει το γιατί, ενώ δεν ξυπνάω ποτέ μου σχεδόν πριν τις 12. Με χάιδεψε και με ρώτησε αν θέλω καφέ. Της απαντώ, "έφυγε, έτσι δεν είναι"? Άνοιξα την τηλεόραση, διάφοροι μιλούσαν για εκείνη, με πήραν τηλέφωνο να γράψω κάτι, αρνήθηκα. Ο θρήνος μου ήταν δικός μου, ήταν ακόμα μια συναισθηματική συνομωσία από αυτές που συχνά στήναμε μαζί. Έγραψα για εκείνη μετά από πολλά-πολλά χρόνια, όταν είχα αναμετρηθεί πλέον με τον πόνο μου και μου είχε μείνει μόνο η ομορφιά της σχέσης μας.

Δε νομίζω να ήρθα ποτέ πιο κοντά στον εαυτό μου από εκείνη τη στιγμή και πολύ παλιότερα, όταν πέθανε ο πατέρας αν και τότε ήμουν πολύ μικρός για να κατανοήσω συναισθηματικά τους κεραυνούς στο συναίσθημα μου. Πόνος μεγάλος φίλε, όταν έφυγε η Μ. Εγώ σε εμβρυακή στάση να επιδιώκω να ξαναμπώ στην μήτρα της μάνας μου σπαράζοντας στο πάτωμα. Αλλά και μια περίεργη αίσθηση ομορφιάς. Ή μάλλον δέους απέναντι σε αυτό που λέγεται ζωή. Ένα μεγάλο θυμωμένο "στα τσακίδια" (με χειρότερες λέξεις) απέναντι στο Θεό και ταυτόχρονα, στον ίδιο "σ' ευχαριστώ". Που τη γνώρισα. Σ' ευχαριστώ για την ομορφιά που μπορώ να δω και να νιώσω γύρω μου και που είχα την ευκαιρία να τη μοιραστώ μαζί της. Σ΄ ευχαριστώ για όσα μου έμαθε και τις αποσκευές που κουβαλάω.

Ο θρήνος φέρνει λύτρωση και αυτογνωσία όσο πόνο κι αν κουβαλάει. Και είναι μια αυστηρά προσωπική υπόθεση. Φαντάζομαι τη Μ. πόσο θα γελούσε αν έβλεπε αυτό που γίνεται στο καφενείο των νεκροταφείων με το φτηνό κονιάκ, τα παξιμάδια και τους καφέδες. Ένα από τα πιο χυδαία αισθητικά, θλιβερά θεάματα που μπορεί να δει και να ζήσει κανείς. Το σημείο μηδέν που το πολύτιμο του θρήνου μετατρέπεται σε λαϊκή απογευματινή με κυρίες με κρεπαρισμένο μαλλί να μιλάνε πέντε λεπτά για τον πεθαμένο, μετά να αρχίζουν να κουτσομπολεύουν συγγενείς και κοινούς γνωστούς και να καταλήγουν σε συμβουλές ομορφιάς. Για να περάσουν αργότερα παρέλαση μπροστά από το τραπέζι των στενών συγγενών να δώσουν συλλυπητήρια. Αν και στην κηδεία της Μ. από ότι θυμάμαι δεν έγινε κάτι τέτοιο, ίσως από δική της επιθυμία ή των παιδιών της.

Συλλυπητήρια. Μια λέξη που τη σιχαίνομαι όσο τα κηδειόχαρτα και τον καφέ της παρηγοριάς. Μια ζωή ολοκλήρωσε τον κύκλο της, ακόμα και πιο νωρίς από το προβλεπόμενο (και ποιο είναι τελικά το προβλεπόμενο; Αύριο μπορεί να σου πέσει ένα τούβλο από ένα μπαλκόνι στο κεφάλι και να τελειώσεις). Μια ζωή που κομμάτια της θα κουβαλάς πάντα μέσα σου σαν κληρονομιά ομορφιάς. Κι ένας θάνατος. Ναι, φοβάμαι το θάνατο αλλά σιγά σιγά συμβιβάζομαι μαζί του. Τον αντιμετωπίζω σαν μέρος της ζωής μου, σαν υπενθύμιση του να γεμίσω τη θνητή ύπαρξη μου με όση ομορφιά υπάρχει γύρω μου. Να απολαμβάνω τον αέρα να χαϊδεύει σαν εραστής το σώμα μου, ξαπλωμένος και μισοκοιμισμένος σε μια παραλία. Το ίδιο σώμα που κάποια στιγμή θα μπει σε διαδικασία αποσύνθεσης,

Αν υπάρχει λόγος να γίνω κηδειόχαρτο όταν έρθει η ώρα, αν έτσι επιβάλλεται, κάτι τέτοιο θα ήθελα. Ούτε "κηδεύουμε σήμερα τον αγαπημένο μας..." ούτε τίποτα άλλο. Μια φωτογραφία μου, κοιμισμένος σαν όμορφος πεθαμένος, στη θάλασσα. Σαν μια πρόβα θανάτου γεμάτη όμως από ζωή.