Ήρθες αργά. Έφυγες νωρίς

του Κωνσταντίνου Παρίσση

Η πολιτική είναι μια διαρκής άσκηση ισορροπίας ανάμεσα στην ιδεολογία, το συναίσθημα και τον πραγματισμό. Αν κάτι από τα τρία χαθεί, τα άλλα δυο δεν επαρκούν για να οδηγήσουν σε ορθές αποφάσεις κι ενέργειες. Το αντίθετο, μπορεί να οδηγήσουν σε καταστροφές.

Στην περίπτωσή μας, το κυβερνόν κόμμα έχει κατ’ αρχήν ξεκάθαρο ιδεολογικό προσανατολισμό. Είναι υπέρ του αδυνάτου, υπέρ της κοινωνικής δικαιοσύνης, υπέρ του λαού. Προσανατολισμό ο οποίος δεν είναι πλήρης ως πολιτική πρόταση, κατά τη γνώμη μου (κάποια στιγμή, ελπίζω πολύ σύντομα, θα αναλύσω τους λόγους). Είναι όμως σαφής. Η Κυβέρνηση από την πρώτη στιγμή ήξερε τι θέλει να πετύχει γιατί έχει ευδιάκριτη ιεράρχηση αξιών. Αυτή η ιεράρχηση την οδήγησε στην επιλογή της σκληρής διαπραγμάτευσης και στη διεκδίκηση. Και ορθώς.

Το συναίσθημα, από την άλλη πλευρά, ως κάτι το προσωπικό, αφορά έναν έκαστο εκείνων που έχουν την ευθύνη της διακυβέρνησης. Δεν πρέπει και δεν μπορεί να υποτιμάται, αφενός διότι επηρεάζει σε σημαντικό βαθμό την ιδεολογία, τόσο σε ατομικό επίπεδο όσο και σε επίπεδο συλλογικής έκφρασης (αρκεί να μην εκτρέπεται σε λαϊκισμό), και αφετέρου διότι κάνει τη διαφορά ανάμεσα σε μια πολιτική απόφαση και την επιτυχημένη εφαρμογή της. Δε σηκώνεις το ανάστημά σου μπροστά στον ισχυρό μόνο επειδή πρέπει – όπως κι αν ορίζεται το «πρέπει». Χρειάζεται θάρρος, αποφασιστικότητα, ψυχραιμία, αυταπάρνηση. Αυτά τα χαρακτηριστικά, δηλαδή, τα οποία δεν είχαν οι προηγούμενοι, και κυρίως ο Αντώνης Σαμαράς.

Ο πραγματισμός, τέλος, είναι η δικλείδα ασφαλείας. Μόνος του, χωρίς ιδεολογία και «ψυχή», οδηγεί μαθηματικά σε υποτέλεια. Αν, ωστόσο, έχεις τα άλλα δυο αλλά λείπει ο πραγματισμός, η ιδεολογία γίνεται ιδεοληψία και το συναίσθημα (αυτο)καταστροφική εμμονή. Πριν ξεκινήσεις, «διαβάζεις» το χάρτη και τον καιρό. Αναζητάς συμμαχίες, υπολογίζεις αντοχές, επιλέγεις προσεκτικά το χρόνο και τον τόπο της σύγκρουσης.

Σχεδιάζεις στρατηγικές, τακτικές, εναλλακτικές, ορίζεις σημείο εκκίνησης και, αυτό που ξεχνούν πολλοί, σημεία αναθεώρησης. Η υποχώρηση δεν είναι ταμπού (η νίκη του Μαραθώνα βασίσθηκε σε ιδιοφυή στρατηγική μερικής υποχώρησης). Αν η υποχώρηση έχει σχεδιαστεί, μπορεί να αποδειχθεί νικηφόρος στρατηγικός ελιγμός. Αν όχι, ελλοχεύει ο κίνδυνος να γίνει άτακτη. Η ολοκληρωτική ήττα που θα σημάνει το δραματικό τέλος.

Αν για κάτι ελέγχεται η Κυβέρνηση, κατ’ εμέ, είναι η διαφαινόμενη έλλειψη πραγματισμού. Ίσως να υπάρχει ένα μεγαλύτερο στρατηγικό σχέδιο το οποίο δεν μπορώ να αντιληφθώ, μέχρι στιγμής ωστόσο δε φαίνεται να κατάλαβε ότι η επιβολή κεφαλαιακών ελέγχων ήταν σημείο μη επιστροφής (point of no return). Δε φαίνεται να όρισε το έσχατο σημείο αναθεώρησης (stop loss position) και δεν δείχνει να είχε στρατηγική ελεγχόμενης απεμπλοκής (optimal stopping strategy) σε περίπτωση διακριτού αδιεξόδου.

Σε προηγούμενο άρθρο μου, λίγο πριν την εκκίνηση της ακολουθίας που κατέληγε στους κεφαλαιακούς ελέγχους (capital controls) κι αφού πια ο Πρωθυπουργός είχε ήδη εκθέσει ανεπανόρθωτα την αξιακή και θεσμική  γύμνια της Ένωσης και της ζώνης του Ευρώ, είχα γράψει «Αλέξη νίκησες» και ζήτησα να λάβει τη δυσκολότερη απόφαση της ζωής του. Εκείνη της αυτοθυσίας του ηγέτη, που εκθέτει χωρίς περιστροφές την κατάσταση, καταγγέλλει ό,τι οφείλει να καταγγείλει και παίρνει πάνω του όλη την ευθύνη, ώστε να σώσει το Λαό και τη χώρα του. Στο απόγειο της προσπάθειας και της αποδοχής του. Γιατί;

Διότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, όποιο δρόμο κι αν ακολουθούσε η ζωή από το σημείο της μη επιστροφής και μετά, η κατάληξη, τουλάχιστο μέχρι εδώ που βρισκόμαστε σήμερα, ήταν αναπόδραστη. Τα οχυρωματικά έργα του Ευρώ αποδείχθηκαν πολύ γρήγορα – και τουλάχιστο μέχρι στιγμής – επαρκή. Από την άλλη πλευρά, για όλους τους λόγους της γης, δεν είναι ο ΣΥΡΙΖΑ το κόμμα που θέλει, πρέπει ή μπορεί να υποστηρίξει μια δανειακή σύμβαση που προβλέπει συνέχιση των προγραμμάτων λιτότητας.

Τα δυο αυτά, συνδυαζόμενα με την ταμειακή κατάσταση της χώρας, μόνο σε ένα αποτέλεσμα μπορούσαν να οδηγήσουν: νέα επαχθή δανειακή σύμβαση κι εφαρμογή της από μια άλλη Κυβέρνηση.

Βεβαίως, υπάρχει ακόμη ελπίδα. Αφενός, η διαφαινόμενη ρήξη του γαλλογερμανικού άξονα ίσως εν τέλει να αλλάξει σημαντικά και οριστικά τις ισορροπίες. Δεν αποκλείεται να βρισκόμαστε στην αρχή του τέλους της πλήρους Γερμανικής οικονομικής ηγεμονίας στην Ευρωζώνη, κάτι που δε θα είχε συμβεί αν τα πράγματα δεν είχαν φτάσει ως εδώ.

Αφετέρου, η ιστορία δεν εξελίσσεται γραμμικά. Κάτι που δεν μπορούμε να δούμε σήμερα ίσως να αποδειχθεί η συγκυρία που θα αλλάξει τα πάντα, ακόμη και στο κοντινό μέλλον.

Δυστυχώς, όμως, η αποτρεπτική δύναμη του Grexit ως απειλής αποδείχθηκε πως δεν είναι εκείνη του 2012, και πολύ περισσότερο του 2011 ή του 2010. Δεν ξέρω αν το ίδιο συμβαίνει με το Grexit ως γεγονός – κι ελπίζω να μη χρειαστεί να μάθουμε. Είναι όμως βέβαιο πως η τελευταία μεγάλη ευκαιρία για κατά το δυνατόν αναίμακτη λύση χάθηκε το 2012.