Κlarina Bourana: Στα χρόνια του Mad Max (Ας καταστραφούν όλα)

του Τάσου Θεοδωρόπουλου

Νιώθω μια άγρια, αναρχική, πέρα από την ηθική, χαρά με όλο αυτό που συμβαίνει. Όπως τα παιδιά που παίζουν πάνω στα χαλάσματα μιας βομβαρδισμένης πόλης χωρίς να συνειδητοποιούν το θάνατο, το φόβο και τον τρόμο. Πάντα πίστευα στο απαραίτητο της ολικής καταστροφής σαν προϋπόθεση για τη γέννηση του καινούργιου. Η ίδια η φύση το έχει εφαρμόσει εξοντώνοντας ολόκληρο τον πλανήτη. Ακόμα κι αν είμαι κι εγώ ανάμεσα σε αυτούς που θα εξοντωθούν. Όχι, δεν ανήκω σε αυτούς που θα ποστάρουν ακόμα ένα, "πονάω που βλέπω τη χώρα μου σε αυτή την κατάσταση". Να πονέσω επειδή για πρώτη φορά βλέπω την αλήθεια; Τις ουρές στα ΑΤΜ για 50 ευρώ από τα οποία κάποτε κι εγώ ο ίδιος έβγαζα χιλιάρικο για να το εξαφανίσω σε ένα σαββατοκύριακο; Τον πανικό και την απελπισία των ανθρώπων που έπρεπε να είναι φοβισμένοι και πανικόβλητοι δεκαετίες πριν, όταν κανείς δεν έμπαινε στη διαδικασία να αναρωτηθεί από που έρχεται το χρήμα της ψεύτικης ευδαιμονίας κι όλοι κυκλοφορούσαμε με ένα χαμόγελο κολγκέϊτ και πέντε τσάντες στο κάθε χέρι από τα εμπορικά κέντρα; Τις ομαδικές απολύσεις την ώρα που έχω ζήσει μέσα σε γραφεία που κανείς δε σήκωσε τη φωνή του από φόβο μήπως χάσει τη θεσούλα του όταν απολυόταν κάποιος συνάδελφός του με τον οποίο μέχρι χτες έπιναν καφέ και μετά δεν τον πήρε καν τηλέφωνο να δει τι κάνει;

Προτιμώ την καταστροφή, την ολική καταστροφή από τις ατέλειωτες συζητήσεις και τις μαραθώνιες τηλεοπτικές μεταδόσεις που μοιάζουν με μια λούπα, μια ασταμάτητη επανάληψη πλύσης εγκεφάλου με δόλωμα μια ψεύτικη ελπίδα. Μέχρι να φτάσεις στο σημείο να μουδιάσει ο εγκέφαλος και το κάθε σου κριτήριο, σαν να βρίσκεσαι στη Βόρεια Κορέα που από το πρωί μέχρι το βράδυ σου πυροβολούν τον εγκέφαλο με προπαγάνδα κάνοντας σε στο τέλος να την πιστέψεις και να παραμείνεις αδρανής. Καλύπτοντας το τρόμο σου, την ανάγκη σου να ουρλιάξεις με μια ψεύτικη ελπίδα. Όχι. Όσο κι αν είναι σκληρό αυτό που γράφω όχι. Προτιμώ τα χρόνια του Mad Max εκεί που δεν υπάρχει τίποτα άλλο πλέον να καταστραφεί και τότε, μόνο τότε οι άνθρωποι ψάχνουν για μια ελπίδα. Αφού έχουν κατασπαράξει ο ένας τον άλλο ακόμα και για ένα μπουκάλι νερό, γδαρμένοι, βρώμικοι, έρποντας.

Αν δεν συρθείς στο χώμα δε θα αισθανθείς την ανάγκη να σηκώσεις το κεφάλι σου σιγά σιγά για να δεις τον ουρανό. Και πιο μετά τα πόδια σου και το ανάστημα σου. Θα παραμείνεις στον καναπέ, παρακολουθώντας τις συνεδριάσεις των μελών της ΕΕ, τις αναλύσεις των ειδικών, τρώγοντας πίτσα και μιλώντας στο τηλέφωνο με την κουνιάδα σου για το τι νομίζει για τις εξελίξεις. Οι οποίες είναι πάντα μια ύπουλη παραλλαγή της έννοιας στασιμότητα.

Αυτό είναι το δικό μου όχι. Απέναντι στο άλογο, το χωρίς λογική, για να επανεφευρεθεί η λογική. Από τη στιγμή που αυτό που θεωρούμε ως λογική νοσεί ψυχοπαθολογικά αλλά εμείς το χρησιμοποιούμε ως δεδομένο ότι λειτουργεί. Σαν συζήτηση μεταξύ δύο σχιζοφρενών έγκλειστων σε άσυλο. Σαν τις συζητήσεις που γίνονται σε πολιτικό διεθνές επίπεδο τόσα χρόνια. Που επιβάλλουν τη νοσηρή (αλλά εγκληματικά σχεδιασμένη στην ακρίβεια στον εγκέφαλο τους) λογική μιας σαθρής επιχειρηματολογίας κι ενός σκόπιμα μπερδεμένου διαλόγου, για να στηρίξουν τη δική τους αυτοκρατορική, μοναρχική ιδέα της δημοκρατίας ή μάλλον για να πείσουν όλους εμάς ότι υπάρχει κάτι τέτοιο. Παραληρώ; Πιθανότατα. Είναι κι αυτό μια αντίσταση απέναντι στην ψύχραιμη αποδοχή ενός ατελείωτου βιασμού που έχει σκοπό να κάνει το θύμα στο τέλος να τον απολαμβάνει.

Ας καταστραφούν όλα. Μόνο η ανάγκη η απελπισία στο ύψιστο επίπεδο, μπορεί πλέον να κάνει τον πολίτη να ενεργοποιήσει ξανά το αρχέγονο, ζωώδες ένστικτο επιβίωσης του, με όσους κινδύνους κουβαλάει κι αυτό. Προτιμότερο όμως από τον αργό βασανιστικό θάνατο της απάθειας που μεταδίδεται σαν μολυσματική νόσος.

Κάπως, κάπου, κάποτε, μέσα από τη στάχτη και τα χαλάσματα, θα αναβλύσει ένας πίδακας νερού. Ο αέρας θα σπρώξει σε μια νερολακούβα ένα σπόρο. Ο σπόρος θα γίνει δέντρο. Το δέντρο δάσος. Και οι άνθρωποι, έχοντας φτάσει στο πιο χαμηλό σημείο της ύπαρξης τους, θα μπορέσουν να κοιτάξουν το δέντρο, το δάσος, με θαυμασμό. Και δέος. Θα συνειδητοποιήσουν την καταστροφή, θα αρχίσουν με τα ίδια τους τα χέρια να μετακινούν τις πέτρες και τα χαλάσματα από την έκρηξη και θα ξαναρχίσουν να ζουν από την αρχή. Εκτιμώντας τα βασικά, που πάντα προσπερνούσαν αδιάφορα, μαγεμένοι από τη φαντασμαγορία της προκατασκευασμένης τους άνεσης. Μαθαίνοντας ξανά να επικοινωνούν μεταξύ τους. Με μια πρωτόγονη γλώσσα, ίσως με βρυχηθμούς σκέτο. Από την οποία όμως, αργά, όσο χρειαστεί, θα γεννηθεί μια καινούργια γλώσσα, και ένας νέος πολιτισμός.

Γιατί δυστυχώς, ο παλιός, ακόμα και σαν άλλοθι, παρά τον πλούτο του, μας τελείωσε από τη στιγμή που μετατράπηκε σε μουσειακό έκθεμα, και όχι σε εργαλείο προόδου, ελευθερίας και προσευχής απέναντι στην ομορφιά και τη δικαιοσύνη.

Και πάλι, όλα αυτά, υποθετικά. Η φύση του ανθρώπου είναι....