Και τι καταλάβαμε μ' αυτήν την ιστορία;

της Νάντιας Κατσαρού

Ας αφήσω συναισθηματισμούς και ενθουσιασμούς κι ας γίνω αντικειμενική. Αυτό το δημοψήφισμα έχανε από παντού. Κι ακόμα χάνει, αφού το αποτέλεσμα ερμηνεύτηκε με τρόπο... αλλόκοτο να τον πω;

Αρχικά μου φάνηκε πως θα βοηθούσε να γίνει επιλογή μετά το αδιέξοδο, αφού η κυβέρνηση δεν ψηφίστηκε για να μας πάει σε ένα άλλο, σκληρότερο μνημόνιο, αλλά ούτε και για ρήξη. Οπότε έγινε για να αποφασίσει ο λαός την τύχη του. Να πέσουμε στον τοίχο (τον οποίο, αν είναι φτιαγμένος από σαθρά υλικά, τον διαπερνάς με ελάχιστες απώλειες) κι ό,τι γίνει ή να κάνουμε όπισθεν και να μπούμε στο δρόμο που μας προτείνουν, να πάρουμε το σταυρό στους ώμους και να ανεβούμε το Γολγοθά; Με άλλα λόγια, ο πρωθυπουργός έπρεπε να κάνει τη γενναία ερώτηση: «Παιδάκια, να το πάμε για ρήξη;» Αντιθέτως, το ερώτημα είχε να κάνει με την έγκριση της πρότασης για το δρόμο προς Γολγοθά. Την οποία έπρεπε ο καλός πολίτης να μελετήσει για να ξέρει τι καλείται να εγκρίνει ή να απορρίψει. Μια πρόταση η οποία, από κάποιο σημείο και μετά, έπαψε να ισχύει.

Ζήσαμε την άθλια τρομοκρατία των υποστηρικτών του «ναι», με ελάχιστα σοβαρά επιχειρήματα, από τα οποία, τα πιο πειστικά ήταν αυτά που μιλούσαν για την ανωριμότητα και την αναξιοπιστία της κυβέρνησης, είχαμε μια κυβέρνηση ανίκανη να δώσει μια γενναία απάντηση, να μας ανακοινώσει ένα πλάνο, μια διαβεβαίωση ότι έχουν ετοιμαστεί για κάθε ενδεχόμενο, ότι έχουν πάρει μέτρα για να αντιμετωπίσουν οποιαδήποτε αντίδραση, ότι έχουν οργανώσει σχέδιο για ώρα ανάγκης, ότι μέσα σ’ αυτό το σχέδιο είναι η αναδιοργάνωση του σκορπιοχωρίου στο οποίο ζούμε την οποία μπορούν να κάνουν από το μηδέν. Άφησαν ένα λαό να βαδίσει στο άγνωστο, με την ελπίδα το άγνωστο να μην είναι τόσο ταπεινωτικό όσο το γνωστό των τελευταίων χρόνων και τα κατάφεραν. Παρά το γεγονός ότι στήριξα με πάθος αυτήν την πορεία προς το άγνωστο (κυρίως γιατί η επιστροφή μιας κυβέρνησης σαν αυτήν που είχαμε μέχρι πριν από λίγους μήνες είναι πραγματικός εφιάλτης), ήμουν σίγουρη πως θα επικρατούσε το «ναι». Άλλωστε, κατά τα προηγούμενα χρόνια, αυτά της «ευμάρειας» είχαμε πλαδαρέψει πολύ  για να φτάσουμε τόσο σύντομα να τολμήσουμε να ρισκάρουμε ακόμη και το γνωστό και σταθερό μας Γολγοθά, για το άγνωστο. Όμως τολμήσαμε. Παρά την άγρια προπαγάνδα, παρά την απουσία απαντήσεων της κυβέρνησης, παρά τις κλειστές τράπεζες, τολμήσαμε.

Από αυτό το δημοψήφισμα κατάλαβα πολλά ωραία πράγματα και γι’ αυτό τελικά το θεωρώ σημαντικό. Γιατί τελικά δεν πλαδαρέψαμε και τόσο. Ή ίσως πλαδαρέψαμε τόσο όσο χρειάζεται ώστε να φοβόμαστε την επιστροφή στον Σαμαρά περισσότερο από την επιστροφή στη δραχμή. Το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος έδειξε ότι είμαστε έτοιμοι για δουλειά (τόσοι άνεργοι, βαρεθήκαμε να καθόμαστε και να ψαχνόμαστε), όχι μόνο για να γεμίσει η τσέπη μας (έχει μάθει να είναι άδεια) αλλά για να δούμε κάτι να αλλάζει. Αυτό το δημοψήφισμα απέδειξε πως ο βρεγμένος τη βροχή δεν τη φοβάται, άρα και οι απειλές για χάσιμο χρήματος στον άφραγκο δεν πιάνουν. Κάποιοι βέβαια, οι «πάση θυσία στο ευρώ» ίσως θα μπορούσαν να την κάνουν επιτέλους τη ρημάδα τη θυσία στο βωμό του. Από τα δικά τους, γιατί εμείς δώσαμε-δώσαμε.

Ας πάμε και στους συμβολισμούς. Η μισή Ευρώπη, αυτή που πιστεύει ότι μας συνδέει το χρήμα, ήθελε να σβήσουμε την ίδια στιγμή που η υπόλοιπη, αυτή που πιστεύει ότι μας συνδέει ο πολιτισμός μας, περίμενε να κάνουμε την αρχή. Να προτείνουμε μια άλλη Ευρώπη, να δώσουμε έναυσμα, παλμό, όραμα και έμπνευση για τη δημιουργία της. Να μπούνε οι άνθρωποι με τους ανθρώπους και τα ρομπότ με τα ρομπότ. Το ρομπότ φτιάχτηκε για να κάνει τη δουλειά του. Ο άνθρωπος όμως έχει τη λογική για να καταλάβει το άδικο και το συναίσθημα για να το αντιμετωπίσει. Αυτό το υπέροχο δημοψήφισμα μας έκανε να νιώσουμε αυτήν την αλληλεγγύη. Που, ευτυχώς, τιμήσαμε.

Όπως για πρώτη φορά, τιμήσαμε την τάξη μας. Επιτέλους η Ελλάδα απέκτησε ταξική συνείδηση, αφού επιτέλους η ψήφος δεν ήταν ούτε κομματική ούτε ιδεολογική. Εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις, σ’ αυτή τη μάχη (που ευτυχώς κράτησε λίγο και δεν πρόλαβε να γίνει κανονικός εμφύλιος) τα δύο στρατόπεδα ήταν από τη μια οι πλούσιοι κι αυτοί που κυβερνώνται από το χρήμα, κι από την άλλη αυτοί που δεν έχουν τίποτα να χάσουν πέρα από όση αξιοπρέπεια τους άφησε η ένδεια. Και για πρώτη φορά, τολμήσαμε να δούμε τι είναι αυτό που πραγματικά μας χωρίζει. Ευτυχώς δεν περιμέναμε να ζήσουμε σε φαβέλες δίπλα σε ανάκτορα για να το καταλάβουμε.

Αυτό το δημοψήφισμα είχε καλύτερο αποτέλεσμα από αυτό που περιμέναμε. Ζήσαμε την παραίτηση του Σαμαρά και, με αυτούς που θα διεκδικήσουν τη θέση του, σύντομα θα δούμε μια ΝΔ να αποσυντίθεται. Αυτό το δημοψήφισμα προκάλεσε ταραχή στο κόμμα των καναλαρχών, κλονίζοντας την εμπιστοσύνη που του έδειξαν αρχικά όσοι αναζητούν την ανανέωση στην πολιτική ζωή. Αυτό το δημοψήφισμα έφερε μια ταραχή και στα ίδια τα κανάλια με την εισαγγελική έρευνα μετά τη στάση τους, που ελπίζω να έχει και συνέχεια. Γιατί τράβηξε πολύ το θέμα για το οποίο περιμέναμε πολλά από αυτήν την κυβέρνηση. Πέρασαν τόσοι μήνες κι ακόμη δεν πλήρωσε κανείς. Η κυβέρνηση ήταν άτολμη και σε αυτό το θέμα.

Το δημοψήφισμα έδωσε πλέον πλέον ξεκάθαρη εντολή στην κυβέρνηση να τολμήσει. Όμως αντί να το χρησιμοποιήσει ως εργαλείο για να κάνει αυτές τις πράξεις τις τολμηρές, διαπραγματευόμαστε για σκληρά μέτρα ξανά. Έχοντας πλέον  τους λαούς της Ευρώπης δίπλα μας, με τον Φιντέλ Κάστρο και όλη τη Λατινική Αμερική να μας στέλνει αγωνιστικούς χαιρετισμούς, με εμάς τους ίδιους να αποδεικνύουμε ότι είμαστε αποφασισμένοι για όλα, ότι δε φοβόμαστε τη ρήξη (ας γίνουμε και Κούβα) και να της έχουμε δώσει το εργαλείο για να την κάνει, η κυβέρνησή μας τα μαζεύει. Δεν μπορούν τώρα, μετά από τέτοιο ποσοστό άρνησης των μέτρων, να κάνουν ό,τι μπορούν για να ευχαριστήσουν τους συνομιλητές τους. Περιμένουμε με αγωνία και με την ίδια (μηδαμινή) εμπιστοσύνη που τους είχαμε και πριν το δημοψήφισμα, να τολμήσουν όπως τολμήσαμε. Γιατί τώρα που μάθαμε να λέμε «όχι», μπορούμε και να το επαναλάβουμε.