Τώρα αρχίζουν τα δύσκολα

του Κωνσταντίνου Παρίσση

"Πόσες φορές θα σας σώζει από την αυτοκαταστροφή η δόξα των προγόνων σας;"

Ο Ιούλιος Καίσαρ φημιζόταν, όχι μόνο για τη σκληρότητά του στον πόλεμο, αλλά και για τη μεγαλοθυμία του απέναντι στους ηττημένους που του ζητούσαν συγχώρεση. Με την παραπάνω φράση δικαιολόγησε τη χάρη που έδωσε στους Αθηναίους όταν τον ικέτευσαν να μην εξαφανίσει την Αθήνα από προσώπου γης (όπως ήταν το αναμενόμενο) ως αντίποινα για το γεγονός ότι πολέμησαν εναντίον του στο Ρωμαϊκό Εμφύλιο του 54-48 π.Χ., συντασσόμενοι με τον Πομπήιο.

Αν αλλάξουμε λίγο την ερώτηση και την κάνουμε "πόσες φορές θα σας σώζει η δόξα των προγόνων σας;" η απάντηση είναι "πάντα". Όχι βέβαια με την υποτιμητική έννοια που ο Καίσαρ το έθεσε, ή με το μυαλό του ελληνάρα που νομίζει πως του χρωστά και ταυτόχρονα φταίει για τα δεινά του όλος ο πλανήτης, αλλά με κείνη της ανατροφής και ταυτόχρονα των βιωμάτων που σπείραν βαθιά μέσα μας μια ιδιαίτερη αίσθηση καθήκοντος, και μαζί μια ροπή προς τη γενναιότητα που αγγίζει τα όρια του παραλόγου.

Ακόμη κι αν ωριμάζοντας αλλάξεις στάση ζωής, ακόμη κι αν απαρνηθείς το εθνικό σου παρελθόν, εδώ έτσι έχεις μεγαλώσει. Με το Μαραθώνα και τις Θερμοπύλες. Με το '21 και το '40. Πιθανόν να έχεις ακούσει σε πρώτο πρόσωπο διηγήσεις από το μέτωπο της Αλβανίας, ίσως μάλιστα να έχεις δει και τον πατέρα σου να φεύγει χαμογελαστός για την Κύπρο το '74. Σε κάθε περίπτωση, βαθιά μέσα στην ψυχή σου ζει η ιστορία αυτού του τόπου, η οποία σου μαθαίνει πως η ισχύς του αντιπάλου δεν έχει και πολύ μεγάλη σημασία για σένα: είσαι Έλληνας. Ίσως δε θα μπορούσε και να γίνει αλλιώς, καθώς ως μικρό κι ανάδελφο Έθνος είμαστε αναγκασμένοι να υπερασπιζόμαστε την επιβίωσή μας ανά τους αιώνες απέναντι σε, κατά κανόνα, ισχυρότερους αντιπάλους.

Αν, ωστόσο, αφήσουμε την ερώτηση του Καίσαρα όπως είναι και ρίξουμε το βάρος στη λέξη "αυτοκαταστροφή", η απάντηση είναι "ποτέ". Γιατί το παραπάνω αφήγημα είναι μισό. Εστιάζει στις νίκες κατά των Περσών από μια χούφτα Έλληνες και όχι στο γεγονός ότι, λίγο αργότερα, οι δυο μεγαλύτερες δυνάμεις της εποχής παρέσυραν τον υπόλοιπο Ελληνισμό σε 30 χρόνια πόλεμο μέχρι τελικής κατάρρευσης αμφοτέρων. Εστιάζει στον Κολοκοτρώνη νικητή κι όχι στους Κοτζαμπάσηδες του Μοριά που προκάλεσαν εμφύλιο στα μέσα του Αγώνα. Εστιάζει στο θαύμα της Πίνδου και το Ρούπελ κι όχι στον αδελφοκτόνο εμφύλιο που απέκλεισε, κοινωνικά και οικονομικά, ένα μεγάλο κομμάτι του Λαού για τριάντα χρόνια. Ίσως από ντροπή, αλλά δεν έχει σημασία.

Αυτό που κουβαλάμε μέσα μας εστιάζει στη γενναιότητα και όχι στην προσοχή. Στο θάρρος, αλλά όχι στην ψυχραιμία. Στο συναίσθημα, αλλά όχι στη λογική. Στο έθνος, αλλά όχι στην κοινωνία.

Απόψε ξεκινά η ώρα της προσοχής για να αποφύγουμε την επόμενη μεγάλη καταστροφή. Μη νομίζετε πως τη βγάλαμε καθαρή επειδή πήγαμε στις κάλπες όμορφα κι ωραία. Μακάρι να κάνω λάθος, αλλά τα πράγματα δεν αναμένονται καθόλου καλά. Κατά τη γνώμη μου, η μόνη διαφορά του αποψινού διλήμματος, η μόνη πρακτική διαφορά του "ναι" από το "όχι", είναι πως, ανάλογα με την απάντηση, κορυφώνονται σε διαφορετικό χρόνο δυσκολίες διαφορετικής υφής αλλά ίδιας έντασης.

Σε μια τέτοια κατάσταση, ο διχασμός ξεκινά τη στιγμή που ετοιμάζεσαι να κατηγορήσεις για τα νέα δεινά σου το συνάδελφο, το φίλο ή τον πολιτικό αντίπαλο που ψήφισε αντίθετα από αυτό που εσύ θεωρείς σωστό. Εκείνη τη στιγμή που θολώνει το μυαλό και σε πνίγει το δίκιο - και μάλιστα, δικαιολογημένα. Γιατί, όπως έχουν τα πράγματα, ό,τι και να ψήφισες είχες δίκιο!

Την καταραμένη ώρα, λοιπόν, που θα γεμίσει το μυαλό σου η φράση "εγώ τά 'λεγα!" και θέλεις να κάνεις κάτι πραγματικά δραστικό γι' αυτό, σκέψου πως ο "φταίχτης απέναντί σου" είναι ο μόνος φυσικός σύμμαχος που έχεις και θα συνεχίσεις να έχεις για το υπόλοιπο της ζωή σου. Και θυμήσου την ιστορία μας. Την πραγματική μας ιστορία όμως, ολόκληρη:

Τούτο το Έθνος, τούτος ο Λαός, είναι ικανό(ς) για το καλύτερο και το χειρότερο ανά πάσα στιγμή. Τη διαφορά σε κάθε ιστορική περίοδο κάνει ο βαθμός ενότητας που πετυχαίνει.