«Όχι» αλλά όχι πολύ όχι

Του Νίκου Χειλά

Είναι η ώρα μηδέν της Ευρώπης. Αυτό που κάνουν το γαλλογερμανικό διευθυντήριο και η τρόικα στην Ελλάδα του Αλέξη Τσίπρα είναι ανήκουστο στα χρονικά της ηπείρου. Τα χαρακτηριστικά του: Οικονομικός αποκλεισμός, Ψυχρός Πόλεμος, χρεοκοπία, grexit προτού ακόμα η χώρα εγκαταλείψει τη νομισματική ένωση.

Το αποτέλεσμα: Μια κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, που δεν έχει επιβληθεί, όπως συμβαίνει συνήθως, εκ των ένδον, από την κυβέρνηση, αλλά από έξω, από τους δανειστές. Το κλείσιμο των τραπεζών και οι ατέλειωτες ουρές των συνταξιούχων μπροστά τους είναι δικό τους έργο. Πρόκειται για «ευρωπαϊκό» δημιούργημα – το χειρότερο των τελευταίων 25 χρόνων μετά την πτώση του βερολινέζικου τείχους και την επανένωση της Γερμανίας και της ευρωπαϊκής ηπείρου. 

Η κατάσταση αυτή δεν είναι βέβαια εντελώς καινούρια. Οι βάσεις της μπήκαν ήδη το 2010 με το πρώτο μνημόνιο. Από τότε η Ελλάδα μετατράπηκε σε χρηματιστικό προτεκτοράτο με εκμηδενισμένη την κυριαρχία της στον δημοσιονομικό τομέα.

Σύμφωνα με τη θεωρία που ανάπτυξε στο μεσοπόλεμο ο γερμανός συνταγματολόγος Κάρλο Σμιτ, κυρίαρχος σε μια χώρα είναι εκείνος που μπορεί να επιβάλει την κατάσταση εκτάκτου ανάγκης – κατά τεκμήριο δηλαδή η κυβέρνησή της, ή κάποιοι πραξικοπηματίες εντός ή εκτός του κρατικού μηχανισμού.

Στη σημερινή Ευρώπη ωστόσο η έννοια της κρατικής κυριαρχίας έχει ανατραπεί. Παράλληλα προς το εθνικό κράτος λειτουργούν και υπερεθνικοί θεσμοί, όπως η ευρωζώνη. Η τελευταία είναι όμως στα χέρια των δανειστών, που χάρη στα μνημόνια έχουν το «ελεύθερο» να κάνουν κουμάντο στην Ελλάδα και να επιβάλουν κατά το δοκούν την κατάσταση εκτάκτου ανάγκης.

Αυτή η κατάσταση δεν μπορεί να ανατραπεί από τη μια μέρα στην άλλη. Τα μέτρα εκτάκτου ανάγκης έχουν διεισδύσει ενδιάμεσα σε όλους τους πόρους της ελληνικής κοινωνίας μέσω των 425 εφαρμοστικών νόμων που επιβλήθηκαν από τα μνημόνια την τελευταία πενταετία. Το έργο της τρόικας λειτουργεί και χωρίς την τρόικα – παρά τις προσπάθειες που κάνει η κυβέρνηση Τσίπρα να το φρενάρει.

Σε ένα τέτοιο καθεστώς χάνει και η πολιτική την αρχική σημασία της. Στις συνόδους κορυφής της Ευρωπαϊκής και στο Eurogroup, η σχέση Ελλάδας-εταίρων παίρνει τη μορφή οφειλέτη-δανειστών. Σχέση υποταγής: η Ελλάδα κάτω, τα κράτη-δανειστές πάνω. Οι εκπρόσωποί των τελευταίων, έγραψε πρόσφατα ο Γιούργκεν Χάμπερμας, μεταχειρίζονται τους έλληνες συναδέλφους τους ως ζόμπι, πολιτικά νεκροζώντανους, όχι ως ισότιμους συνομιλητές.

Το δημοψήφισμα της Κυριακής επιχειρεί έτσι να ανατρέψει αυτή την ταπεινωτική σχέση και να αποκαταστήσει το καθεστώς κανονικότητας μεταξύ των εταίρων. Οικονομικά, η αποκατάσταση δεν μπορεί βέβαια να είναι πλήρης, όσο τα μνημόνια συνεχίζουν να επενεργούν στην ελληνική οικονομία και όσο η Ελλάδα διατηρεί το στάτους του οφειλέτη. Πολιτικά όμως η κυβέρνηση Τσίπρα την διεκδικούσε από την πρώτη στιγμή – και θα τη διεκδικεί στο μέλλον με καλύτερους όρους σε περίπτωση που η πλειοψηφία των ψηφοφόρων απαντήσει με «όχι» στο ερώτημα του δημοψηφίσματος.

Δημοψήφισμα υπό συνθήκες εκτάκτου ανάγκης μοιάζει βέβαια με σύντομο ανέκδοτο. Οι ψηφοφόροι, ιδίως οι άνεργοι και οι συνταξιούχοι, έχουν έγνοιες, που δεν πρόκειται να λυθούν άμεσα από αυτό.

Αλλά και ο σχεδιασμός του δημοψηφίσματος δείχνει καθαρό ερασιτεχνισμό, αφού προσφέρει ελάχιστο χρόνο για την συζήτηση στη δημοσιότητα, και θέτει προς ψήφιση ένα ερώτημα-γρίφο, που μετατράπηκε μάλιστα σε φάντασμα από την στιγμή που οι δανειστές δήλωσαν ότι αποσύρουν τις προτάσεις που έγιναν η βάση του ερωτήματος. Σε αυτά πρέπει να προστεθούν και τα παρατράγουδα στο κυβερνητικό στρατόπεδο, όπως η απίστευτη δήλωση του Πάνου Καμμένου (παρουσία του κ.Τσίπρα!), ότι «οι Ένοπλες Δυνάμεις διασφαλίζουν τη σταθερότητα στο εσωτερικό» της χώρας.

Εκεί όμως που η ελληνική κυβέρνηση έπεσε εντελώς έξω στους υπολογισμούς της ήταν η εκτίμησή της για την στάση των δανειστών. Η αντίδρασή τους δεν ήταν, όπως προφανώς περίμενε, «μια από τα ίδια», δηλαδή ένας νέος κύκλος διαπραγματεύσεων, αλλά η ρήξη – με μοιραίο αποτέλεσμα το κλείσιμο των τραπεζών.

Η ρήξη δεν είναι ωστόσο πλήρης. Το τρίτο πρόγραμμα είναι καθ’ οδόν. Οι δανειστές, όπως είπε η Άνγκελα Μέρκελ, περιμένουν απλώς το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος για να αρχίσουν μετά τις διαπραγματεύσεις. Το αποτέλεσμα αυτό θα επηρεάσει φυσικά και την διαπραγματευτική τους τακτική. Αν υπερισχύσει το «ναι» τότε θα επιδιώξουν μια γρήγορη λύση – με μια νέα μάλιστα κυβέρνηση σε περίπτωση παραίτησης της σημερινής, κάτι στο οποίο αποβλέπουν εξάλλου όλα τα «τιμωρητικά» μέτρα κατά της Αθήνας. Αλλά και σε περίπτωση του «όχι» οι διαπραγματεύσεις θα επαναληφθούν -  τότε βέβαια με έναν ισχυρότερο κ.Τσίπρα, ο οποίος, για να κερδίσει χρόνο ενόψει των άδειων ταμείων, θα έκανε ίσως απροσδόκητα μεγάλες παραχωρήσεις στους δανειστές κατά την «διαλεκτική» ρήση του Γιάννη Βαρουφάκη: «Ίσως τα πράγματα να πρέπει να γίνουν πολύ χειρότερα μέχρι να γίνουν καλύτερα».

Το αποτέλεσμα θα ήταν, κατά την προσφιλή έκφραση των καφετζήδων, ένα «όχι αλλά όχι πολύ όχι» - ένα νερωμένο «όχι» δηλαδή που θα υπαγορεύεται από τις άμεσες ανάγκες επιβίωσης της κυβέρνησης και της χώρας.

Εκείνο που μετρά στις 5 Ιουλίου είναι όμως ένα καθαρό «όχι», που θα συμβάλει στην κάθαρση της συλλογικής συνείδησης των ελλήνων πολιτών, καθώς και στην ψυχική και πολιτική τους υγιεινή. «Όχι» στην ταπείνωση, στον τεμενά - και σε ότι άλλο τους υποχρεώνει η μνημονιακή αθλιότητα.