Απλά τα πράγματα την Κυριακή

Του Δημήτρη Ραπίδη

Απαράδεκτα τα μέσα μαζικής προπαγάνδας ήδη από την 26η του Γενάρη. Τουλάχιστον τότε υπάρχει ένας βαθμός κατανόησης, καθότι δεν γνωρίζαμε που θα μας οδηγήσει ο ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό το κόμμα, που συγκυβερνώντας με τους ΑΝ.ΕΛ, ήρθε για να διαλύσει την  χώρα, να ξεριζώσει κάθε τι ευρωπαϊκό στην ελληνική κοινωνία, να μας οδηγήσει στο χάος και το έρεβος, μόνους και εγκαταλελειμμένους μέσα στην πεφωτισμένη Ευρώπη.

Πέρασαν οι μήνες και τις τελευταίες ημέρες έχουμε ξεχάσει από την πολύ «διαφώτιση των ευρωπαϊστών» ότι μέχρι τώρα, μέχρι το βράδυ της 5ης Ιουλίου 2015, η κυβέρνηση δεν έχει λάβει ούτε ένα μέτρο, δεν έχει προβεί σε καμία μείωση μισθών και συντάξεων, δεν έχει κόψει το ρεύμα σε όσους αδυνατούσαν να ανταπεξέλθουν, δεν έχει αυξήσει την φορολογία σε εκείνα τα κοινωνικά στρώματα που δεν αντέχουν άλλο, διευκόλυνε καθοριστικά πληρωμές και οφειλές στο δημόσιο.  Τους αδύναμους δεν τους άγγιξε, δεν τους ξεζούμισε κι άλλο, δεν τους ήπιε το αίμα. Δεν έκανε όμως και πολλά από όσα υποσχέθηκε προεκλογικά και σε άμεσο ορίζοντα, όπως ο κατώτατος μισθός στα 751 ευρώ, οι συλλογικές συμβάσεις, η σταδιακή καταπολέμηση της ανεργίας, το άμεσο επενδυτικό πρόγραμμα, το αφορολόγητο στα 12.000 ευρώ, ζητήματα που πραγματικά καίνε και ματώνουν την ελληνική κοινωνία καθημερινά, ειδικά εκείνους που ζουν –όπως ζουν- σε καθεστώς αδιαφάνειας, αδήλωτης εργασίας, ανασφάλιστοι, και εν πολλοίς συντηρούμενοι από τις συντάξεις των γονέων τους.

Ναι, συμφωνούμε απόλυτα ότι έπρεπε να προχωρήσει άμεσα σε αυτά. Δεν μπορούσε όμως όπως αποδείχθηκε για καθαρά διαπραγματευτικούς λόγους, για να κρατήσει ισορροπίες στην διαπραγμάτευση μέχρι να καταφέρει να φέρει τους δανειστές-εταίρους, μεθοδικά, πιο κοντά στις ελληνικές προτάσεις, εκεί που θέλει. Κατάφερε να παγώσει τον χρόνο, να στεγνώσει μεν την οικονομία, αλλά χωρίς να την ματώσει, να έχει σε προσμονή εκατομμύρια ανθρώπους που διψάνε για αλλαγή, για δουλειά, για δημοκρατία, και αξιοπρέπεια, χωρίς όμως να τους κλείσει την πόρτα της ελπίδας και να γκρεμίσει μια για πάντα τα έστω πετσοκομμένα όνειρά τους. Πάγωσε τον χρόνο για όλους και για όλα, και τώρα, λέγοντας «όχι» στο συνεχή εξευτελισμό της διαπραγματευτικής διαδικασίας από τους δανειστές την περασμένη εβδομάδα, ζητά ο Πρωθυπουργός και η κυβέρνηση από τους πολίτες να αποφασίσουν οι ίδιοι εάν επιθυμούν ακόμη ένα πακέτο λιτότητας, με νέες περικοπές, απότομες αλλαγές στην φορολογία επιχειρήσεων, χωρίς πρόταση ανάπτυξης, και βέβαια χωρίς ουδεμία αναφορά στο χρέος. Ο Πρωθυπουργός ζητά από την κοινωνία –πρώτη φορά στα σύγχρονα και διεφθαρμένα μεταπολιτευτικά δεδομένα- να του δώσουν περισσότερη δύναμη για να συνεχίσει να μάχεται μέχρι να φέρει τούμπα το εμπόλεμο κλίμα που έχει καλλιεργηθεί από πολλούς  Ευρωπαίους ηγέτες. Είναι οι ίδιοι οι ηγέτες που ενώ θεωρούν την Ελλάδα αναπόσπαστο μέλος της ΕΕ και σέβονται απόλυτα το εκλογικό αποτέλεσμα και την απόφαση των πολιτών, στέλνουν τελεσίγραφα και διαρρέουν αδιαλείπτως ψευδείς ειδήσεις σε συγκεκριμένα εκδοτικά συγκροτήματα και δημοσιογράφους κατά τη διάρκεια των Eurogroup, πριν και μετά από αυτά, από τον Φεβρουάριο του 2015 μέχρι και προχθές.

Λίγο πριν την Κυριακή, καλό είναι όλοι μας να έχουμε μια συνολικότερη και καθαρότερη εικόνα για εκείνο που καλούμαστε να υπερψηφίσουμε ή καταψηφίσουμε την Κυριακή.

Πρώτον, σε επίπεδο διαπραγμάτευσης, η κυβέρνηση πέτυχε πολλά, τα οποία ξετυλίγονται άμεσα και απότομα από την στιγμή που ο Πρωθυπουργός κάλεσε τον λαό σε δημοψήφισμα. Το πρώτο στοιχείο είναι ότι αποκάλυψε τις προθέσεις των βασικών διαπραγματευτών της Ευρωζώνης και της ΕΕ, όπως ο Γιούνκερ, ο Σουλτς, ο Ραχόι, ο Σαπέν, ο Σόϊμπλε, και η Λανγκάρντ ως προς το πώς διαχειρίζονται όχι μόνο διαπραγματευτικά, αλλά σε επίπεδο σεβασμού, αξιοπρέπειας, και ισότιμης αντιμετώπισης την ελληνική κυβέρνηση, λοιδορώντας την δημοσίως για την πρωτοβουλία του δημοψηφίσματος και προσπαθώντας να επηρεάσουν μια εσωτερική διαδικασία με απειλές για το μέλλον της Ελλάδας και αλλαγή διακυβέρνησης εάν το αποτέλεσμα είναι «Όχι». Αποκορύφωμα αυτής της άκρως φασιστικής συμπεριφοράς από τους δανειστές είναι η επιβολή ελέγχων κεφαλαίου σε μια οικονομία όπως η ελληνική, η οποία παρά τα γιγαντιαία προβλήματα που αντιμετωπίζει, διατηρεί ακόμη ένα τραπεζικό σύστημα το οποίο αντέχει τουλάχιστον τρεις εβδομάδας με σταθερή την έκτακτη χρηματοδότηση του ELA και με ημερήσιο όριο πολύ παραπάνω από το εξευτελιστικότατο ποσό των 60 ευρώ.

Το δεύτερο στοιχείο είναι ότι η κυβέρνηση αποδείχθηκε σωστή διαπραγματευτικά και στρατηγικά αναφορικά με την επιμονή στη μη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους. Μόλις την Πέμπτη, 2 Ιουλίου, λίγο πριν το δημοψήφισμα, το ΔΝΤ δημοσίευσε την έκθεση προόδου για το ελληνικό πρόγραμμα και την βιωσιμότητα του χρέους, όπου ρητά παραδέχεται ότι χρειάζεται κούρεμα 30%, το οποίο θα πρέπει να συνοδεύεται και από χρηματοδότηση ύψους 50 δισ. ευρώ για την περίοδο 2015-18, τα 2,5/3 της οποίας οφείλουν να καλύψουν οι υπόλοιποι δανειστές, καθώς το ίδιο το Ταμείο δεν προτίθεται να συμμετάσχει χωρίς την απαραίτητη και σαφώς πολύ μεγαλύτερη συμμετοχή της Ευρωζώνης. Επίσης στην έκθεσή του το ΔΝΤ υπογραμμίζει ότι απαιτείται 20ετή περίοδος χάριτος για την Ελλάδα προκειμένου να μπορέσει να επανεκκινήσει την ελληνική οικονομία χωρίς δυσβάσταχτες δανειακές υποχρεώσεις και χωρίς ανέφικτα ετήσια πρωτογενή πλεονάσματα.  

Τί δηλώνει ρητά δηλαδή το ΔΝΤ; Ότι τόσο το ίδιο όσο και οι υπόλοιποι δανειστές δεν παραδεχόντουσαν εσκεμμένα από το 2011 και μετά την μη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους, σέρνοντας την κοινωνία και την οικονομία σε βαθύτερη ύφεση, με την συνενοχή των προηγούμενων κυβερνήσεων, που όπως ρητά αναφέρεται σε πληθώρα επισήμων εγγράφων του Eurogroup από το 2011 μέχρι το 2014, ποτέ, μα ποτέ δεν αναφέρθηκαν και δεν επέμειναν στο ζήτημα αυτό. Το ΔΝΤ ρίχνει επίσης το μπαλάκι στην Ευρωζώνη, η οποία επιμελώς κωφεύει όλα αυτά τα χρόνια, και η οποία κατάφερε, μαζί με το ίδιο το ΔΤ, να καταβαραθρώσουν το ΑΕΠ της χώρας και να εξευτελίσουν πλήρως τον δημόσιο τομέα, τον ιδιωτικό τομέα και την βάση –όχι τις αμετροέπειες και σπατάλες- του κοινωνικού κράτους στην Ελλάδα.

Το τρίτο στοιχείο είναι πως ήδη από τα μέσα Απριλίου, η κυβέρνηση άρχισε να κάνει ξεκάθαρη τη θέση της για την απεμπλοκή του ΔΝΤ τόσο από ενδεχόμενη επιμήκυνση του υπάρχοντος προγράμματος, όσο και σε ενδεχόμενο τρίτου χρηματοδοτικού προγράμματος. Με την στρατηγική αυτή θέλησε και θέλει να μεταφέρει το βάρος στην Ευρωζώνη και την ΕΚΤ, αποδεικνύοντας τα εξής: ότι θέλει να αναδείξει το ζήτημα του χρέους και της ακραιφνούς λιτότητας στην Ελλάδα ως ζήτημα όχι αποκλειστικά ελληνικά, αλλά 100% ευρωπαϊκό. Παράλληλα, σε κάθε περίπτωση και με κάθε τόνο, επιχειρεί να αποδείξει το αυταπόδεικτο: ότι η ελληνική κυβέρνηση είναι άκρως φιλοευρωπαϊκή, με την μόνη, κεφαλαιώδη όμως διαφορά ότι οραματίζεται μια Ευρώπη που θα έχει ανάπτυξη, δημοκρατία, ισότητα, με νέους ανθρώπους που θα μπορούν να βρουν δουλειά, και με ένα κοινωνικό κράτος που δεν θα χρειάζεται ανά εξάμηνο ή ανά έτος να προβαίνει σε παράλογες περικοπές μισθών και συντάξεων, όπως παράνομα και αντισυνταγματικά συμβαίνει τα τελευταία 5 χρόνια, και να αυξάνει καθ’επιβολή και τυφλά τις φορολογικές εισφορές.          

Το τέταρτο στοιχείο είναι ότι η πρόταση των δανειστών παραμένει πάντα στο τραπέζι. Ίδια και απαράλλαχτη. Δεν αποσύρθηκε, δεν έληξε την 1η Ιουλίου, δεν τροποποιήθηκε καθόλου, απλά διανθίστηκε με γενικόλογες διατυπώσεις περί συζήτησης χρέους και ανάπτυξης από το φθινόπωρο του 2015. Και έπειτα εστάλη στην κυβέρνηση τάχα για αναζωπύρωση συνομιλιών και επίδειξη καλών προθέσεων την ύστατη ώρα για απόσυρση δημοψηφίσματος. Η κυβέρνηση απάντησε, με συγκεκριμένα αιτήματα, κοντά στις προτάσεις των θεσμών, αλλά και πάλι οι συνομιλίες πάγωσαν με δικής τους υπαιτιότητα.

Πέμπτο και τελευταίο στοιχείο είναι το εξής: παρακολουθώντας και τα δύο «στρατόπεδα» των συγκεντρώσεων, διαπίστωσα ότι τελικά είναι ένα. Οι του «Όχι» δεν θέλουν νέα μέτρα λιτότητας. Οι του «Ναι» δεν θέλουν νέο μνημόνιο. Το μνημόνιο συνοδεύεται από μέτρα λιτότητας, όπως γνωρίζουμε πολύ καλά όσοι ζούμε σε αυτό τον τόπο τα τελευταία 5 χρόνια. Άρα;

Πρέπει λοιπόν να καταλάβουμε ότι τον διχασμό τον καλλιεργούν η ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ, το Ποτάμι, και σε άλλο επίπεδο, μεταφυσικό, το ΚΚΕ. Και βέβαια τα ΜΜΕ. Όχι όμως η κυβέρνηση.

Αρκεί να το καταλάβουμε αυτό και την Κυριακή να πάμε με ήσυχη και καθαρή την συνείδησή μας, γνωρίζοντας τι συμβαίνει, χωρίς φανατισμούς και ακρότητες. «Ευκολάκι!», όπως θα λέγαμε και στο σχολείο.

 

*Ο Δημήτρης Ραπίδης είναι Πολιτικός Αναλυτής και Επικοινωνιολόγος (Twitter: @rapidis).