Με μισή καρδιά

Του Κωνσταντίνου Πουλή

Η διατύπωση του ερωτήματος του δημοψηφίσματος είναι προφανές ότι απέχει από το πραγματικό, αντικειμενικό διακύβευμα. Αυτό προκύπτει ήδη από το ότι η κυβέρνηση συνέχιζε τις διαπραγματεύσεις μέχρι την Τετάρτη που διεκόπη ο δίαυλος και συνεπώς το ακριβές κείμενο πάνω στο οποίο θα αποφανθούμε έχει πρακτικά μόνο συμβολική σημασία, ως αποτύπωμα της λογικής της τρόικας, που θεωρείται ότι παραμένει χονδρικά η ίδια παρά τις επί μέρους αλλαγές.

Η υποστήριξη του «ΝΑΙ» έχει λίγο-πολύ σαφή χαρακτηριστικά: θεωρεί πως η αποδοχή της πρότασης των δανειστών μάς επαναφέρει σε μια κανονικότητα κακή ψυχρή και ανάποδη, αλλά τουλάχιστον μας επαναφέρει στην κανονικότητα. Υποθέτω πως αυτό ισχύει για όσους εξακολουθούν να ζουν μέσα σε κάποια κανονικότητα, δηλαδή δεν έχουν εξαθλιωθεί, αλλά δεν θα ήθελα να ισχυριστώ ότι πρόκειται μόνο για ανθρώπους βολεμένους ή επιχειρηματίες. Πρόκειται και για πολίτες που δεν έχουν πειστεί από τη ρητορική του «ΟΧΙ». Αναφέρομαι καλόπιστα στους συμπολίτες και φίλους που δυσπιστούν, γιατί η ιδέα ότι μπορεί να συζητούμε ψύχραιμα για τα δίκια του Γεωργιάδη, του Σαμαρά και του Βενιζέλου στην ανάλυση της συγκυρίας μού φαίνεται κάτι που δυσκολεύομαι να συζητήσω νηφάλια. Εννοώ ότι στην περίπτωσή τους ο πόνος για τους συνταξιούχους ή τους ανέργους είναι τόσο υποκριτικός που σε βγάζει από τα ρούχα σου και ότι τα πράγματα είναι γενικώς πιο εύκολα όταν απλώς συντάσσεσαι με την πλευρά του ισχυρού. Κάπως έτσι είναι όταν «μπαίνεις σε πρόγραμμα». Δεν χρειάζεται πια να σκέφτεσαι τι να πεις και τι να κάνεις. Τα σερβίρει όλα η σκληρή πραγματικότητα, κι εσύ είσαι ένα ταπεινό φερέφωνό της: αναφωνείς «έτσι είναι η ζωή» και προχωράς με το κεφάλι σου ήσυχο και υπογράφεις μνημόνια. Το χειρότερο: μετά από τόσες δεκαετίες κομματικής διαφθοράς, έχεις όλα τα κανάλια στο πλευρό σου να διατυμπανίζουν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ χρεοκόπησε τη χώρα. Και μετά φαντάζεσαι αυτούς τους ανθρώπους να επιστρέφουν ως σωτήρες και θέλεις να αλλάξεις πλανήτη.

Περνάω στη δεύτερη ομάδα. Το βασικό πρόβλημα με την ψήφο στο «ΟΧΙ» είναι ότι, παρά το πρωθυπουργικό διάγγελμα, το τι ακριβώς θα επακολουθήσει δεν είναι σαφές. Δεν τίθεται ένα δίλημμα ανάμεσα στο πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης και αυτό της τρόικας. Κάτι τέτοιο -ουσιαστικά το ερώτημα: «προτιμάτε να σας δώσουν 12 δισ. ή να σας πάρουν 8;»- θα ήταν πιο λογικό. Σε αυτή την περίπτωση, θα έπρεπε αργά ή γρήγορα να απαντηθεί τι ακριβώς σήμαινε αυτό το «ανεξαρτήτως της στάσης των δανειστών». Περσινά ξινά σταφύλια, θα μου πει κανείς. Δεν νομίζω. Ο ΣΥΡΙΖΑ (αν δεν παρερμηνεύω την κατάσταση) προσπαθούσε να επιτύχει μέχρι και την Τετάρτη μια συμφωνία. Με δεδομένο ότι δέχεται τεράστιες πιέσεις, πολύ πιο άμεσες από τις (ακόμη και τώρα δυνητικές) πιέσεις που δέχεται το ευρώ, αυτή η συμφωνία δεν υπάρχουν πολλοί λόγοι να πιστεύουμε ότι θα θυμίζει αριστερή πολιτική, ακόμη και αν περιέχει πρόβλεψη ελάφρυνσης του χρέους.

Επιμένοντας στην άρνηση της ρήξης ο πρωθυπουργός καταφέρνει να εμφανίζεται μονίμως αμυνόμενος. Τα στελέχη του ερωτώνται πώς θα ανοίξουν οι τράπεζες αν δεν έχουν την υποστήριξη του ELA, δηλαδή αν δεν είμαστε σε πρόγραμμα, και απαντούν με γενικόλογα. Ερωτώνται τι ακριβώς θα επιδιωχθεί μετά το δημοψήφισμα και απαντούν «θα διαπραγματευτούμε». Και πόσο θα αντέξει αυτή η διαπραγμάτευση με κλειστές τις τράπεζες; Υπάρχει κάποιο στοιχείο σε αυτή τη διαπραγμάτευση που να δείχνει ότι ο χρόνος λειτουργεί υπέρ μας; Ακούω κοντινούς μου ανθρώπους να είναι έξαλλοι. Θεωρώ ότι έχουν άδικο, ότι επιτίθενται σε λάθος στόχο, αλλά το τι πιστεύω εγώ έχει λίγη σημασία. Για μια ακόμη φορά, ο χρόνος δεν λειτουργεί υπέρ της κυβέρνησης. Αυτό που καταλαβαίνω είναι ότι δεν ξεκινάς έναν πόλεμο με αμφιθυμία. Δεν γίνεται να είσαι στο ρινγκ και να αναρωτιέσαι μήπως έπρεπε να γίνεις αρχιτέκτονας. Είσαι στο ρινγκ. Δήλωσες ότι στόχος σου είναι να αντισταθείς στη λιτότητα και να φτιάξεις ένα μέτωπο με κινήματα άλλων χωρών. Γιατί να μη κάνουν τα πάντα για να σε λιώσουν;

Η μόνη λύση απέναντι σε αυτά τα δύσκολα ερωτήματα είναι φοβάμαι, όσο μου πέφτει λόγος και όσο καταλαβαίνω, το εθνικό νόμισμα. Δεν θεωρώ την αξιοπρέπεια έννοια αφηρημένη και άσχετη με τα οικονομικά. Αν θεωρούμε ότι η επιστροφή στο εθνικό νόμισμα σημαίνει ότι τα πράγματα θα είναι χειρότερα αλλά υπερήφανα, δεν ξέρω ποιος ελπίζουμε να πειστεί από μια τέτοια περιγραφή. Αυτό που σκέφτομαι, αυτό που συζητούσε το thepressproject από όταν δημιουργήθηκε, είναι ότι η μέγγενη του ευρώ σημαίνει μοιραία άνοιγμα της ψαλίδας, γιατί πρόκειται για ένα σύστημα με νεοφιλελεύθερη πολιτική ατζέντα. Οποιοδήποτε πολιτικό σχέδιο με αξιώσεις να παράγει εξισωτικά αποτελέσματα προϋποθέτει το σοκ της εξόδου. Με δυσκολίες μηνών, που θεωρούμε όμως ότι θα καταλήξουν σε ένα επίπεδο καλύτερο από αυτό που έχουμε τώρα για τους εργαζόμενους. Αυτή τη λύση την υποστηρίζουν από την αρχή της κρίσης έγκριτοι οικονομολόγοι. Και άλλοι υποστηρίζουν άλλα, βεβαίως, λοιπόν δεν λέω ότι όποιος διαφωνεί είναι προδότης, ηλίθιος ή εργοστασιάρχης, αλλά λέω ότι αυτό κρίνεται. Κατανοώ ότι πολλοί αρνούνται να δοκιμάσουν τέτοια άλματα στο άγνωστο, στην οποία περίπτωση απλώς η κριτική στη μνημονιακή πολιτική δεν έχει κανένα νόημα. Αλλά αν έχει νόημα, είναι αυτό.

Αυτή τη στιγμή η κυβέρνηση σέρνεται από το ένα λάθος στο άλλο. O πρωθυπουργός παραδέχθηκε ότι η εκτίμηση πως οι δανειστές μας θα υποχωρήσουν αποδείχθηκε εσφαλμένη. Δεν πρόκειται για μια περιθωριακή εκτίμηση, αλλά για τη θεμελιώδη παραδοχή πάνω στην οποία στηρίχτηκε η ιδέα ότι μπορεί να υπάρξει επιτυχής διαπραγμάτευση εντός ευρώ. Πρόκειται για το διαβόητο «δεν υπάρχει ούτε μία στο εκατομμύριο να πει όχι η Μέρκελ». Προσθέτουμε την κοινή παραδοχή των υπουργών που συμμετείχαν στη διαπραγμάτευση της 20ης Φεβρουαρίου, για την οποία είπαν πως ήταν σφάλμα που οφείλεται σε απειρία: δέχθηκαν προφορικές διαβεβαιώσεις και υπέγραψαν συμφωνία χωρίς πρόβλεψη χρηματοδότησης. Λέγαν τότε ότι κέρδισαν χρόνο, και φάνηκε καθαρά ότι ο χρόνος ευνοεί τον ισχυρό, που δεν είμαστε εμείς. Σε όλη αυτή τη διαδικασία ο ΣΥΡΙΖΑ υπήρξε τραγικά εγκλωβισμένος σε μια εσφαλμένη πολιτική εκτίμηση, αυτή που ο πρωθυπουργός ομολόγησε πως διαψεύστηκε: Ότι η άλλη πλευρά θα υποχωρούσε.

Αυτή τη στιγμή η ψήφος στο «ΟΧΙ» δεν εμπνέει κανέναν ενθουσιασμό, διότι δεν διαθέτει κανέναν ενθουσιασμό για να τον μεταδώσει. Είναι αμυντική και αμήχανη, κυρίως διότι δεν είναι ειλικρινής. Είναι μια πολύ δειλή ρήξη, που καμώνεται ταυτοχρόνως τη ρήξη και τη συναίνεση ανάλογα με το ακροατήριο και την περίσταση. Επίσης όλοι ξέρουν πως το μαξιλαράκι στο οποίο πέφτουμε μετά το ενδεχόμενο της απόρριψης είναι μέτρα που για πολλοστή φορά περιγράφονται ως «δυστυχώς υφεσιακά». Με δεδομένο όμως ότι η εναλλακτική λύση είναι η άνευ όρων παράδοση στα χέρια των δανειστών και των εδώ ομοϊδεατών τους, εκτιμώ ότι όποιος επιδίωκε μέχρι σήμερα την ανατροπή των μνημονιακών πολιτικών δεν μπορεί παρά να τις καταψηφίσει. Έστω και με μισή καρδιά.